Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Απο τα Λουτρά των Ψιθύρων ως την αδερφή του Μεγαλέξανδρου...

Ο ποταμός Έβρος άγγιξε τα όρια κινδύνου, από βραδύς ανατίναξαν τα αναχώματα η κατάσταση όμως παρέμεινε κρίσιμη, έτσι η απόφαση της επιστροφής υπήρξε ομόφωνη.
Ξεκινήσαμε με το πρώτο φως, μαζέψαμε συμπράγκαλα, αποχαιρετίσαμε αδέλφια, παππούδες και θείους, κι αφήσαμε τις ρόδες του αυτοκινήτου να μετρήσουν τα χιλιόμετρα της επιστροφής.
Ο κάμπος μέχρι και την πόλη της Αλεξανδρούπολης γίνηκε ένα με τον ποταμό, μια λιμνοθάλασσα που σε τρομάζει σα βλέπεις να μπαίνει στα σπίτια που εκκενώθηκαν βάζοντας δύο ρούχα σε μια βαλίτσα, πέντε βιβλία και μια προσευχή στην τσέπη την μέσα τους πανωφοριού, ν’ ακουμπάει με τον χτύπο της καρδιάς, πιο ψηλά να φθάνει, μήπως κι αγγίξει τον Θεό...
Μετρώντας, πότε τις σταγόνες της βροχής και πότε τους αμανέδες του ραδιοφώνου βγήκαμε στην Κομοτηνή.

Στέκει ταπεινή, κάτου από τη χιονισμένη οροσειρά της Ροδόπης τούτη την εποχή, προσμένοντας το απογευματινό χτύπημα της καμπάνας να σμίξει με τη φωνή του Μουεζίνη, μετρώντας τα βήματα των ταξιδευτών από την Αγία Πέτρα κι από μεγάλο λιμάνι της Συμβουλεύουσας, καθώς τη βγάζει από τον μεσημεριανό της ύπνο το «αλτ τι ‘συ» των στρατιωτών…
Στέκουμαι στο κάστρο κι ακούω τον θρήνο της Ελένης για το γιό που έχασε από τον ήχο του σπαθιού του Γαζή και της Sabriye που αποχαιρέτησε από τον ίδιο ήχο τον δικό της γιό.
Δάκρυα που σμίγουν ποτίζοντας τις εκτάσεις με τον καπνό και το βαμβάκι που γέρνουν από τον άνεμο και λικνίζονται από το τραγούδι του Λίσσου ποταμού.

Έζησα δύο χρόνια εδώ.
Έμαθα να σιγοτραγουδώ μα πιο πολύ ν’ ακούω εκείνο τον ρυθμό τον αργό, τον μεθυστικό της Ανατολής, εκείνης της Ανατολής που δεν έμαθα να μισώ καθώς αγνάντευα, παιδί ακόμα μικρό, το χωριό μας στον απέναντι κάμπο.
Πέρασαν οκτώ χρόνια από τότε, κι όλα είναι εδώ, ζωντανά.
Το χρώμα, το άρωμα, η γεύση, οι άνθρωποι…

Ένα μωσαϊκό αναμνήσεων σε συντρόφευσε στο ταξίδι μου τούτο από την αδερφή του Μεγαλέξανδρου ως τα «Λουτρά των Ψιθύρων» και πίσω…

4 σχόλια:

Thalassenia είπε...

Το θρήνο της Ελένης κρατώ και της Sabriye. Και σκέφτομαι τι ενώνει τους ανθρώπους και τι τους χωρίζει.

Χαιρετώ.

ο δείμος του πολίτη είπε...

Άκουγα κάποιο ντόπιο που έλεγε ότι το φαινόμενο είναι τόσο συνηθισμένο όσο και η βροχή η ίδια. Όλοι είναι εκ των προτέρων προετοιμασμένοι. Ωστόσο, τόσα χρόνια ένα σοβαρό έργο δε θα γίνει;

Ήχος Πλάγιος. Μόνος... είπε...

Ο πόνος τους ενώνει, Θαλασσένια, ο σεβντάς, ο έρωτας, η ανάγκη και κάπου ανάμεσα μπαίνει η θρησκεία, το χρήμα, το συμφέρον…

Να είσαι πάντα καλά.

Ήχος Πλάγιος. Μόνος... είπε...

Το φαινόμενο έγινε συνηθισμένο τα τελευταία χρόνια που οι γείτονες έφτιαξαν το δικό τους ανάχωμα και είναι πιο ψηλό και πιο δυνατό από το δικό μας…

Τόσο νερό, Δείμε, φίλε μου, μα η φωτιά από τα κουτάλια δεν έσβησε…
Καιρός είναι να γίνουν πράγματα.
Άντε να δούμε…