Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017
Νυχτερινά τρένα
Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011
Οι άνεμοι του καλοκαιριού
"Οι άνεμοι του καλοκαιριού"
(ποίηση)
στη Νίκη Λύτρα
Θεσσαλονίκη, Μάιος 2011
ISBN: 978 – 960 – 92865 – 3 – 4
e-book, ιδιωτική έκδοση
σβήσε το φως, αγάπη μου
από τις τόσες νύχτες που δεν έγραψα
μου έμειναν μονάχα όσες περάσαμε
να σου μιλώ για το φεγγάρι
εκείνο, σα ν’ άκουγε όσα έλεγα
άναβε ένα φως απαλό
κι έλουζε τις λέξεις καθώς ξεπρόβαλαν
κι άφηνες το σώμα σου γυμνό
κάτω απ’ το χάδι των αστεριών
σα βλέμμα άλλο κανένα
να μην έστεκε κάπου απέναντι να το κοιτάξει
http://www.ebooks4greeks.gr/forum/viewtopic.php?p=339#p339
Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011
Δρόμοι παλιοί
(ποίηση)
Θεσσαλονίκη, Μάιος 2011
ISBN: 978 – 960 – 92865 – 5 – 8
e-book, ιδιωτική έκδοση
Ύστερα το φιλί έγινε κύκνος λευκός
χάθηκε μέσα στη λίμνη
Το παιδί κοίταξε τον κύκνο
"μα πώς" είπε με απορία
"...εγώ το φιλί θέλησα" κι άρχισε να κλαίει.
http://www.ebooks4greeks.gr/forum/viewto
Οι νύχτες με σένα
"Οι νύχτες με σένα"
(ποίηση)
στη Νίκη Λύτρα
Θεσσαλονίκη, Μάιος 2011
ISBN: 978 – 960 – 92865 – 4 – 1
e-book, ιδιωτική έκδοση
Εμμένω τις νύχτες
τις νύχτες με εσένα
τις νύχτες που σε χώρεσαν
κι εκείνες που ξεχείλισες
γεμάτη από εμένα
από εμένα που έγινα εσύ
κι άλλο δε γυρεύω
απ' το να κοιμίζω το φεγγάρι
κάθε βράδυ
πάνω στα στήθη σου
Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011
Απο «Τα γράμματα της Υβόννης»...
Έπειτα ήρθες εσύ.
Εκείνος ο ζεστός καφές που έπινα, ήταν για να με κάνει να χαμογελάσω, να χαμογελάσω σε εσένα, για εσένα…
… … … … …
Κ’ ήρθες εσύ.
Ήρθες κι έσμιξες το στεγνό μου αύριο με το μουσκεμένο σου σήμερα…
Απόσπασμα από τη νουβέλα
«Τα γράμματα της Υβόννης»
εκδόσεις Δρόμων 2010
Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010
Υποσχέσεις του Φθινοπώρου
Γίνεται καμιά φορά και τα λόγια και ξεχειλίζουν απ’ το καλάθι της ψυχής, στέκουνται στο ανοιχτό παράθυρο της και κοιτάζουν μακριά.
Άλλοτε, μ’ ένα τόπι παίζουν στην αυλή του σπιτιού κι άλλοτε πάλι ξεχύνονται στις πέρα γειτονιές.
Λόγια που θέλησαν κάποτε να κρυφθούν μα φανερώθηκαν άλλοτε ντυμένα με ρούχα παιδικά κι άλλοτε με πιο ώριμα είναι τα λόγια τούτα.
Λέξεις που ήρθαν για να μετρήσουν τις αντοχές της ψυχής, να ζήσουν τις χαρές μαζί της, τις αγωνίες άλλοτε.
Στέκουμαι απέναντι τους όπως σε βιβλίο που το χαρτί τους ζεσταίνει την φούχτα ή το στήθος όταν πάνω του ακουμπάει.
Προχωρώ μαζί τους πάνω από κάθε γέφυρα και πέρα από κάθε προσευχή.
Αφήνω το ίχνος τους εδώ, παρέα δική σας.
Κάτι σαν υπόσχεση Φθινοπώρου.
Και τι υπόσχεται το Φθινόπωρο;
Εκείνο που πάντοτε γυρεύει η ψυχή…
Σας ευχαριστώ.
Αίθουσα Αναμονής – Εισιτήρια
ISBN: 978 – 960 – 93 – 2244 – 7
http://www.ebooks4greeks.gr/forum/viewto
Ήχος Πλάγιος. Μόνος… γραφή δεύτερη
ISBN: 978 – 960 – 92865 – 1 – 0
http://www.ebooks4greeks.gr/forum/viewto
Υποσχέσεις του Φθινοπώρου (στη Νίκη)
ISBN: 978 – 960 – 92865 – 0 – 3
Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008
Με την ανάγκη στο αίμα
ξυπνούν με την ανάγκη στο αίμα να φωνάξουν
πιο κάτω, σπίτια αραχνιασμένα με ξεντύνουν
αφήνουν ένα νανούρισμα πάνω στα στρωμένα κρεβάτια
κι όλα τριγύρω βουβά
όλα τριγύρω ντυμένα ένα κόκκινο χρώμα
σα χώμα
π’ αφήνουν πίσω τους δυο σύννεφα ματωμένα
Δευτέρα 7 Ιουλίου 2008
Έχω επιστρέψει
Έχουν εντός μου κιτρινίσει τα λόγια.
Άυπνα από χρόνια.
Για χρόνια άυπνα λόγια, μάτια κι όνειρα.
Φύλαξε μου ένα ζεστό ποτήρι γάλα, όπως εκείνα που πίναμε παιδιά, λίγο ψωμί χτυπημένο μ’ αυγό, ένα μαξιλάρι ζεστό, ένα βιβλίο με παραμύθια.
Κλειδώνω μια μια τις σκέψεις.
Τα δωμάτια χάσκουν απορημένα, τόσα τριγύρω σύγνεφα κι όμως δεν βρέχει.
Τα παπούτσια μου έχουν σχισθεί απ’ το περπάτημα και την αρμύρα, μ’ άρεσε από παιδί να βαδίζω επί των υδάτων.
Γέρνω στην άκρη του παραθύρου.
Στο απέναντι σπίτι ένας σκύλος γαβγίζει, ένα παιδί κλαίει, κάποιος ετοιμάζεται πάλι να σκοτώσει.
Έχουμε γεράσει περιμένοντας οι μισοί τον θύτη κ’ οι άλλοι μισοί το θύμα.
Κανείς δεν φάνηκε ποτέ τελικά.
Σκέφτομαι πως όλα κάποτε νυχτώνουν.
Όλα κάποτε αναζητούν έναν ξένο εαυτό μήπως και πάλι ανθίσουν.
Αρχίζω τις σκέψεις μου μ’ ένα μεγάλο γράμμα, όπως τα παλιά ανθολόγια του δημοτικού, νιώθω πως έτσι αποκτούν βαρύτητα διαφορετική.
Διαβάζω παλιά συμβόλαια.
Πρέπει να θυμόμαστε τα ονόματα.
Προπαντός εκείνων που φύγαν.
Διαφορετικά μένουν δίχως ονόματα κ’ οι διαθήκες.
Άδεια χαρτιά κιτρινισμένα.
Κιτρινισμένα άδεια λόγια.
Έχω τραβήξει το κρεβάτι στη άκρη του παραθύρου.
Κοιτάζω πότε την πλατεία και πότε την θάλασσα.
Άδειες κ’ οι δύο.
Οι θύτες καραδοκούν τα θύματά τους.
Προσμένουν τα θύματα τους θήτες.
Πλάι στο κρεβάτι ανασαίνει μια παλιά φωτογραφία.
Οι παλιές φωτογραφίες ανασαίνουν πάντοτε βαριά.
Πίνει λίγο λίγο το νερό που έχω πλάι στο κρεβάτι.
Τυλίγομαι ένα ένα τα κίτρινα χαρτιά.
Σκεβρώνω μαζί τους.
Άυπνα χρόνια όπως άυπνα παραμένουν τα ρολόγια κι απλά παραφυλούν.
Παραφυλούν τα μεγάλα γράμματα.
Κι αφήνουν κουτσουρεμένες τις λέξεις.
Κιτρινισμένα, άδεια τα λόγια…
Κυριακή 15 Ιουνίου 2008
Φοβάμαι, λες
Φοβάμαι κι έχω κρύψει σ’ ένα βιβλίο παλιό το γαλήνιο πρόσωπο μου να το θυμάμαι.
Ποια βήματα μοιάζουν οικεία όταν έχεις γεννηθεί στο διπλανό κρεβάτι με τη μοναξιά;
Ενώνω τα γόνατά μου με το πρόσωπο κάθε που ξαπλώνω.
Εκείνο το παράξενο που κυοφορώ με πονάει.
Το κάνουν να με πονάει.
Το χέρι το ξένο που μπαίνει μέσα στην ψυχή, που απλώνεται πάνω στο σώμα μα το κυριότερο που δεν καταλαβαίνει.
Αφήνει μια γραμμή αίματος πάνω στα σεντόνια κάθε φορά.
Πάει καιρός που δεν αφήνω την ψυχή μου να κοιμηθεί.
Παραμονεύει ένας εφιάλτης.
Ένα μαχαίρι που θα κόψει τον ομφάλιο λώρο με την ψυχή, άρα με τη ζωή μου.
Τη ζωή μου…
Ξαπλώνω σ’ έναν κρεβάτι μεταλλικό.
Κάποτε αντικρίζω χεράκια μικρά να περνούν μέσα από τα κάγκελά του.
Χαράσσω πάνω τους τις μέρες, όχι στα χέρια για τα κάγκελα λέω, μέρες μιας απόφασης καταδικαστικής.
Νηστεύω τη ζωή μου.
Κλείνω σε μικρά αποστειρωμένα κουτάκια νοσοκομείου τα όνειρά μου.
Πνίγω στα χτυπήματα των δεικτών του ρολογιού τις κραυγές μου.
Οι σιωπές μου με γεννούν ξανά και ξανά και ξανά.
Κι εσύ ρωτάς τ’ όνομα μου, ρωτάς ηλικία και διεύθυνση.
Πώς να σου μιλήσω δίχως φωνή.
Πώς να σου γράψω τ’ όνομά μου, δίχως στοιχεία ύπαρξη χαμένη με χαμένη ταυτότητα και διαβατήριο σχισμένο απ’ την αστυνομία;
Μονάχα που εκεί μένω σε πάω.
Σπίτι ξύλινο παλιό με περιστέρια στη σκεπή του.
Έχω παρέα μου τα περιστέρια.
Ότι μου έχει μείνει.
Και μια σακατεμένη περηφάνια για να σου δείξω πως μένω εκεί.
Το σπίτι μου ρημαγμένο, περισσότερο απ’ τους άνεμους της ψυχής μου παρά απ’ τα χρόνια.
Άδειο σχεδόν.
Μονάχα εκείνο το κρεβάτι το μεταλλικό με τα πόδια τα ριζωμένα στο πάτωμα έχει μείνει.
Δεν αλλάζει θέση πια.
Ριζώνουν οι κινήσεις μέσα στους τοίχους, ριζώνουν οι επιθυμίες, ριζώνουν τα λόγια κυρίως εκείνα που δεν ειπώνονται
Άντε να ξεκολλήσεις τη ζωή σου…
Φοβάμαι εκείνον που φωνάζει ακόμα το όνομα μου τις νύχτες.
Φοβάμαι μη ξυπνήσει όσα υπνώτισα εντός μου και χαθώ αναζητώντας.
Φοβάμαι την ερημιά που σαν το σαράκι κατασπάραξε τα πάντα στο σπίτι εκτός ίσως από εμένα.
Φοβάμαι μην απ’ τις χαραμάδες μπει ο αέρας και χρειαστεί πάλι ν’ ανασάνω.
Κι αν ακόμα ζω είναι που φοβάμαι να πεθάνω…
Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2008
Πολυβολείς τις ζωές μου
Θέατρα νεκρά προσμένουν τους πρωταγωνιστές τους για την επόμενη παράσταση.
Ακούγεται μόνο το σύρσιμο των φύλλων στο πάτωμα.
Η σκουριά που τραγανίζει τα μέταλλα.
Πολυβολείς τις σιωπές μου.
Κάτω στην προκυμαία λιμνάζουν οι επαίτες, απλώνουν την κουρελού τους και παίρνουν θέση.
Κανείς δεν θα τους καταλάβει κι απόψε.
Κανείς δε θα διώξει την σκόνη απ’ τον καθρέφτη πριν να κοιτάξει το μέσα του είδωλο.
Πολυβολείς τις ζωές μου.
Τα τραγούδια που έλεγα έχασαν τα λόγια τους, γίνηκαν βράχια, κόβω τα χέρια μου σαν κάνω να τ’ αγγίξω.
Σε κοιτάζω στα μάτια.
Στα μάτια σε κοιτάζω κι εσύ ανταποκρίνεσαι.
Τελικά οι δολοφόνοι έχουν μιαν αγριότητα απάθειας που μ’ οδηγεί στα άκρα.
Δεν θα σε χτυπήσω.
Πάνω στο τραπέζι υπάρχει ένα κατοστάρικο ξεχασμένο.
Κάτω σπ’ τη σκόνη η ζωή.
Πολυβολείς τις στοές μου.
Δραπέτες κρύβονται στις γωνιές τους ψάχνοντας μιαν έξοδο.
Δε βρίσκουν καμία.
Ανασαίνουν βαριά κι αφήνουν σημάδια από αίμα στους χωμάτινους δρόμους.
Ίσως η σωτηρία τους είναι πως άλλο χώμα θα σκεπάσει το αίμα.
Πολυβολείς τις σιωπές μου.
Τρέμουν, φως κεριού στο απαλό αεράκι τα χέρια μου.
Αδυνατούν να γράψουν λέξεις που δεν μπορώ να πω.
Δακρύζω.
Ολοένα δακρύζω.
Πολυβολείς τις ζωές μου.
Πίσω δέκα μέτρα και μου ρίχνεις.
Μετράω τις ριπές σου.
Σύμβολο θα είναι κάποτε αντίστασης.
Μα τώρα πονώ.
Αιμορραγώ.
Κι αν το θέλεις ποτέ δεν υπήρξαν ήρωας κι ας πολέμησα.
Μετάλλια δύο έχω στο στήθος απ’ τους δικούς μου πολέμους.
Κι όσο πολυβολείς, τριαντάφυλλα φουντώνουν στον κήπο μου
παρέα μοναδική σ’ εκείνους που φύγαν δίχως να ελπίζουν σε μιαν επιστροφή…
Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2007
Μεσάνυχτα
Πότε άραγε τελευταία σ’ αντάμωσα;
Πότε την μορφή σου έσφιξα στα χέρια μου;
Βαστιέμαι ακόμα από τους ουρανοδρόμους των αστεριών.
Δε μ’ άφησες δρόμους για το φεγγάρι, πήραν τα μάτια σου και λούστικαν το φως του.
Πήραν τα μάτια σου τον δρόμο της νύχτας κι αντάμωσαν με τα όνειρα…
Πέρασε μήνας τάχα, χρόνος, αιώνας ή ώρα που τελευταία σε είδα;
Πάντα μ’ ερωτηματικά αφήνεις την ψυχή μου και τρυφερότητα.
Πως γίνεται και συνδυάζονται τα δύο πες μου.
Δευτέρα 2 Ιουλίου 2007
Είπα ψέματα για τον χρόνο
Πέφτουν στα γόνατα να περάσουν από μια σήραγγα σκοτεινή.
Χάνουν τον δρόμο τους, κι ενώ έξω ξημερώνει εδώ μένει σκοτάδι παχύ να διαπερνά την αρμονία των προηγούμενων στιγμών.
Πως είπες το όνομά σου, δε θυμούμαι πια.
Δε θυμούμαι μήτε το πέρασμα σου από τον απέναντι δρόμο.
Μια πόρτα μονάχα ξύλινη, ανοιχτή αφήνει μια υπόσχεση πως κάποιος μπορεί να έρθει ή πάλι πως κάποιος ελπίζεις πως θα έρθει ή πάλι πως κάποιος έχει φύγει.
Κι έχεις καθαρή τη συνείδηση πως το σπίτι έμεινε καθαρό από τη μέρα που έφυγες δίχως να υπολογίζεις το πέρασμα του αέρα από τις χαραμάδες της πόρτας, δίχως τη σαπίλα του χρόνου στα υφάσματα των επίπλων…
Πέρασε ο χρόνος κι εσύ κράτησες μονάχα ένα όνειρο σ’ ένα βάζο με νερό, θαρρείς τριαντάφυλλο μόνο που και αυτά πόσο ν’ αντέξουν.
Μένεις μονάχος αν το γύρισμα της μέρας σ’ αντικρίσει κι έχεις το χρώμα της μοναξιάς στα μάτια.
Τα μάτια σου κλαίνε νύχτα μετά, κι ερημιά.
Είπα ψέματα για τον χρόνο.
Ήταν εκείνος ο γέρος που ανέβαινες στα πόδια του τα Χριστούγεννα και σου έταζε δώρα δίχως να σου δώσει μήτε μια καραμέλα, κι ερχόσουν, καλοκαίρι κοντά, και με ρωτούσες πότε θα έρθει, δεν εύρισκα απάντηση να δώσω στο ερώτημά σου και σ’ έπαιρνα μαζί μου στην παραλία να ξεχαστείς και ξεχνιόσουν.
Απλώναμε τις ψάθες στον ήλιο κι έφτιαχνες πύργους χωμάτινους που καθώς στέγνωναν θρυμματίζονταν απ’ τον άνεμο.
Έπειτα έτσι που η κούραση σου είχε βαρύνει τα μάτια σου έλεγα κοιμήσου και σ’ έπαιρνα αγκαλιά.
Κοιμόσουν κι έβλεπα σύγνεφα να ταξιδεύουν στα βλέφαρά σου.
Χειμώνας στην ψυχή σου κι έξω καλοκαίρι 43ο C υπό σκιά.
Σου έμαθα τα ταξίδια του νου, και ταξίδεψες, με τον ήλιο να βλέπεις τις σκιές με το φεγγάρι τις ψυχές και καθώς απλώνεις τα χέρια ν’ αγγίξεις το κάθε τι μέσα τους.
Σε φίλεψα τη σιωπή μου.
Έτσι λοιπόν σου είπα ψέματα και για τις νύχτες.
Δεν ήταν νύχτα όλο εκείνο το σκοτάδι που έκανε το φεγγάρι να μοιάζει τεράστιο και μεγαλόπρεπο ψηλά στον ουρανό.
Νύχτα ήταν οι λέξεις που άφηνα στο προσκέφαλο σου καθώς έφευγα τα πρωινά.
Νύχτα ήταν να μπορείς να αγγίξεις τις ψυχές, να ψηλαφείς τα σώματα, θαρρείς πιάνο παίζοντας, και να βλέπεις τις εικόνες μέσα τους, τις ανάγκες, να μη μπορείς να τις αποβάλεις.
Ακόμα πιο πολύ ήταν ο τρόπος που σου μάθαινα να περπατάς στ’ ακρόβραχο βαστώντας στα χέρια έναν πέτρινο σταυρό.
Τούτος ο σταυρός ήταν οι νύχτες.
Έρημες και σιωπηλές σαν τις λέξεις που δεν έχουν τίποτε πια να πούν…
Δευτέρα 25 Ιουνίου 2007
Ποιήματα *
Στην Ελένη Ιωαννίδου
που έσωσε τούτες τις λέξεις.
Φεύγω, σε λίγο.
Πάντοτε φεύγω.
Μ’ ένα σακάκι στο χέρι
κι ένα σάκο στην πλάτη
αφήνω πίσω μια πόρτα κλειδωμένη
κι απομακρύνομαι.
Κι ό,τι ίσως αφήνω πίσω
δυο μάτια δακρυσμένα
μια πίκρα θάλασσα
ένα σημείωμα λυπημένο
στην άκρη κάποιου κρεβατιού.
Φοβάμαι ακόμα.
Τόσα τα ταξίδια κι εγώ ακόμα φοβάμαι
με τον ίδιο φόβο
ίσως και λίγο πιο μεγάλο.
Θα τα θυμάμαι τα μάτια σου
τις θάλασσες που χάθηκα,
τις γωνιές τους που ξεχάσθηκα
και τα χέρια σου θα θυμάμαι
που λίγη λίγη την λύπη
έριξαν απ’ το κορμί μου στο χώμα.
Δεν ξέρω αν την πήραν όλη.
Κι ακόμα πιο πολύ την φωνή σου
που σαν καράβι πειρατικό
ερχόταν τα βράδια και με κούρσευε.
Έτσι έζησα.
Γι’ αυτό.
Κομοτηνή 06. XII. 2001
Λίγο μετά που θα φύγεις
Λίγο μετά που θα φύγεις, εγώ, πάλι θα κλαίω.
Στο παράθυρο θα καθίσω,
μήπως σε δω να επιστρέφεις.
Μα είναι μακριά ο ουρανός, εσύ πιο πολύ.
Δε μπορώ να σε αγγίζω πια.
Κάνω ποίηση τη λύπη μου να σου γράφω,
και πάλι κλαίω καθώς σου γράφω.
Φίλησέ με,
κι ας είναι το τελευταίο φως μέσα στη νύχτα.
Κομοτηνή 23. X. 2001
Λυπημένα Παράξενα
Νυχτόφορος επιστρέφω
σιωπηλός
παραδομένος στη λυπημένη αγκαλιά της Εκάβης.
Με βλέμμα τρομαγμένο ανιχνεύω τον χώρο
ανιχνεύω τις αποστάσεις
ανιχνεύω τ’ αγγίγματα των χεριών σου.
Νυχτόφορα
λυπημένα παράξενα τα ίχνη που αφήνω
και βρίσκεις στης ζωής σου τις άκρες
λυπημένα παράξενα
σαν έρημα καταφύγια τα μάτια που σε κοιτάζω
και δακρύζεις στο αντίκρισμά τους.
Κοκκάρι 31. VIII. 2005
Η τέχνη ν’ αγαπάς
Γίνηκα θίασος κουρασμένος
από παραστάσεις που διακόπηκαν
σκηνικά που αφέθηκαν στ’ αγριεμένο πλήθος
και καταστράφηκαν.
Άκομψη τέχνη ν’ αγαπάς
και πίσω σου να σέρνεις το σκοτάδι.
Κοκκάρι 14. IX. 2005
Απόπλους, Τεύχος 39 – 40. Μάιος 2007
Δευτέρα 30 Απριλίου 2007
Όσο κρατάει ένα φιλί
Ακόμα και τώρα που γαλήνεψε η θάλασσα
σε νιώθω τρικυμισμένη
ναυαγισμένη στη μουσική της χτεσινής νύχτας.
Σα να ταξίδεψες για χρόνια
κι ήταν ασέληνες οι νύχτες σου
ακουμπισμένες κάποτε στοργικά στα χέρια της σιωπής.
Και τώρα, σα να θέλεις μόνο λίγο
μόνο τόσο για ν’ αρχίσεις πάλι να ταξιδεύεις
για κάποια σου θάλασσα άγνωστη.
ii
Γίνεσαι φεγγάρι και φέγγεις τ’ απομεσήμερο.
Συλλέγω τις αχτίδες σου και ζωγραφίζω
θάλασσες, ποτάμια, τοπία βροχερά
όπως τα μάτια μου.
Γίνεσαι φεγγάρι και ταξιδεύεις στις νύχτες μου
σιωπή και με μαγεύεις.
Γίνεσαι φεγγάρι
και μες στην ταραχή της ψυχής μου ναυαγείς
μ’ όλους τους μύθους και τα παραμύθια σου.