Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2019

Βαρδάρης

Ένας Βαρδάρης θα μας τσακίσει
τώρα που γδάραμε την ψυχή μας
σε λόγια μισά κι ανούσια

θα γυροφέρνουν ανάμεσα μας
κάτι ξεχασμένες εικόνες
Ροτόντα, Σιντριβανίου
Πλατεία Ναβαρίνου

κι ο χρόνος, αδυσώπητα θα μας γερνάει
έτσι αναποφάσιστοι που ζήσαμε
πλάι στα κουρασμένα μας παραθυρόφυλλα.

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2019

Ο ερωτευμένος βιολιστής


Αργά το βράδυ, πίσω απτα μεγάλα δέντρα του κήπου, φανερωνόταν ένας ερωτευμένος βιολιστής. Άπλωνε τις μουσικές του πάνω απ’ τις στέγες πλέκοντας έναν καινούργιο ουρανό γεμάτο νότες και χρώματα. Η ξαδέρφη στο απέναντι σπίτι, έβγαινε στο παράθυρο, άνοιγε τα χέρια της ψηλά στον ουρανό, θαρρείς να υποδεχθεί το φως της νέας ημέρας.
Ήταν Κυριακή, η εκκλησία τέλειωσε νωρίς, ήμουν μικρός και δε γνώριζα, έμαθα μετά πως εκείνος ο λευκοντυμένος στη λειτουργία που έμοιαζε με τον βιολιστή, ήταν άγγελος.
Η ξαδέρφη έφυγε, πίσω απ’ τις μαυροφόρες στέκουνταν ο βιολιστής, έπαιζε μια μελωδία που μύριζε βροχή.
Δεν έβρεξε εκείνο το βράδυ, μήτε το επόμενο, ο άγγελος μόνο χαμηλόφωνα έψαλε «Ὡς ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται…»

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

Σιωπές


Μόνο οι σκιές διαβαίνουν το κατώφλι μας
μ’ εκείνα τα βήματα
που αφήνουν πίσω τους
τις πιο εκκωφαντικές τους σιωπές…

Σάββατο, 11 Μαΐου 2019

Τελευταίο Ταξίδι

           της Γεωργίας


Μάνα
κοίταξε τα χέρια μου πως τρέμουν
νυχτώνει
μα το σκοτάδι δε θα με προλάβει

κοίταξε τα δέντρα πως χορεύουν
στ’ άγγιγμα τ’ απαλό του Μάη
πρώτη του μέρα σήμερα
τελευταία δική μου

να μου ‘χεις στη ντουλάπα τα ρούχα
τα παπούτσια ζευγάρια
το παράθυρο ανοιχτό το καλοκαίρι
και το παντζούρι κλειστό
στο πατρικό μας σπίτι

τώρα, τα χρώματα του δειλινού
λευκά πουκάμισα θα μοιάζουν
απλωμένα στα σχοινιά της αυλής

πες μου, Μάνα, αν ήρθαν φέτος χελιδόνια
αν φτιάξαν τις φωλιές τους στο μπαλκόνι
ζεσταίνει το βλέμμα το πέταγμα τους
κάνει να θρέφουν οι πληγές στα στήθη

Τετάρτη είναι
κι όλα στη μέση τα βρίσκει
καθώς τ’ αγκαλιάζει ο θάνατος

τις ώρες, τις μέρες που δε θα ‘ρθουν πια
τις λέξεις που δε βγαίνουν

κράτησε με από το χέρι, Μάνα
φίλησε με
σαν τότε που ήμουνα παιδί
που μου έβαζες ποδιά
και μ’ έστελνες σχολείο

οι λέξεις που μάθαμε
πονάνε πάντα στον αποχαιρετισμό

τα γράμματα να ‘χεις φυλαγμένα
που σου έγραφα από δω
η ζωή που θέλησα ν’ αλλάξω είναι
ο ουρανός, η γη μου
ο δρόμος που μας άνοιξα

η μνήμη μου

αν χάσουμε τη μνήμη, Μάνα
αν την πονέσουμε
θα ‘ναι σα να μας σκόρπισε
ένας άνεμος παγωμένος

έξω η ζωή
κοιτάζει τα φύλλα να λάμπουν στον ήλιο
έτσι πρέπει να είναι
όταν παύουν οι φόβοι
όταν οι πόνοι τελειώνουν που με θερίζουν

αν ήρθαν τελικά τα χελιδόνια
να μη τα διώξεις, Μάνα
θα μας θυμίζουν πάντα αυτόν τον Μάη
τον τελευταίο.

Αντίο Μάνα.

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2019

Πάσχα στο χωριό...


Σα να γίνονται πάντα, θυμούμαι τις εικόνες αυτές, κι ας ήταν μόλις λίγες οι φορές που συνέβη.
Ίσως και να ‘ναι τόσο γεμάτες οι μνήμες που δεν αφήνουν περιθώρια για «χρονικές απώλειες».

Πάλι Πάσχα στο χωριό! Πάντα Πάσχα στο χωριό!!
Το σπίτι ανοιχτό, με τα τσουρέκια να ζυμώνονται απ’ τη γιαγιά Θοδώρα για να ψηθούν στον ξυλόφουρνο του απέναντι σπιτιού, της γιαγιάς Αναστασίας, και να γεμίσει αρώματα η γειτονία.
Τόσα αρώματα…
Και τα πρώτα, έτσι για το μεζέ, εξαφανίζονταν εν ριπή οφθαλμού, παρά τα μαλώματα και τις φωνές της γιαγιάς.
Παιχνίδια απ’ το ξημέρωμα στο σχολείο και στο καμαράκι -αχ αυτό μας το καμαράκι, το μαγικό μας καμαράκι, το ορμητήριο μας για κάθε σκανδαλιά..-
Το απόγευμα μπάνιο κι εκκλησία.
Επιβεβλημένα.
Λίγο πριν τον Επιτάφιο, στο χτύπημα της καμπάνας, περίμενα το αυτοκίνητο να δω, και το έβλεπα!
Πόση η λαχτάρα να δω τη Μαμά και τον Μπαμπά να έρχονται!!!
Κι άλλαζε ρούχα η μέρα, κι ας ήταν πένθιμη λόγω Επιταφίου…
Κ’ ύστερα το σφάξιμο του κατσικιού, το ξάκρισμα για τη μαγειρίτσα, το σούβλισμα.
Κ’ η ανάσταση, στην εκκλησία, με τα πυροτεχνήματα συνήθως στα χέρια -όλα τα παιδιά- κι ο μικρός μας πόλεμος ζωντανός ακόμα και την τελευταία φορά που ανταμώσαμε κι ας είχαμε πια ο καθένας την δική του οικογένεια πιά…

Μετρώντας τα χρόνια, μου βγαίνει μεγαλύτερη η απόσταση του χρόνου τόσο από την τότε ηλικία όσο και από τα χρόνια που συνθέσαν τη μνήμη αυτή.
Είναι όμως τόσο γεμάτη…
Κι ας μη καταφέρνω να την αποδώσω, δεν τα κατάφερα ποτέ με τις λέξεις..
Είναι οι μνήμες αυτές που κρατούν ζωντανούς τους ανθρώπους που έχουν πια φύγει.
Την γιαγιά, από τότε, τον παππού, ούτε χρόνος, η γειτονιάς μας που άδειασε, κι όλα εκείνα που πια δεν υπάρχουν ανάμεσα μας..
Όλα αλλάζουν μέσα μας.
Ο τρόπος να βλέπουμε, που νιώθουμε, που αντιδρούμε.
Αλλάζουμε κι όσο αλλάζουμε φεύγουμε μακριά απ’ τη ζωή που κάποτε ζήσαμε, και παρά τις ευχές δεν θα καταφέρουμε ποτέ να έχουμε κάτι από εκείνη.

Σας κοιτώ στα μάτια πάντοτε, να το θυμάστε.
Εσείς, που χτίσαμε μαζί τις μνήμες των παιδικών, των εφηβικών μας χρόνων, αυτές που με κράτησαν και μ’ έβγαλαν ως εδώ.
Κι ας δεν ήμαστε δυστυχώς όλοι εδώ.

Καλές γιορτές.
Εύχομαι τα άνθη της κερασιάς να στολίσουν την ψυχή σας και το τραπέζι σας.

Κυριακή, 14 Απριλίου 2019

Έμμονη Έρημος ΙΙ


Κατά βάθος, έχουμε από χρόνια νικηθεί
το σκονισμένο τραπέζι
τ’ άστρωτα κρεβάτια
τα σκισμένα χαρτιά στο γραφείο
μαρτυρούν την εγκατάλειψη μας

ένας μονάχα κουρασμένος κούκος
μας θυμίζει κάθε ώρα το μνημόσυνο του.