Είναι Σάββατο, έχει από ώρα χαράξει.
Ξημερώνει Φθινόπωρο τελευταία.
Σε μια παράτολμη τελευταία προσπάθεια το ημερολόγιο
δείχνει ακόμη καλοκαίρι.
Άδειο και σιωπηλό το κρεβάτι.
Στρωμένο ακόμα με τις τσακίσεις στα σεντόνια του
και τις μαξιλαροθήκες.
Κοιτάζω τ’ αστέρια κάθε που νυχτώνει
κι αφήνω το παράθυρο στην ανάκληση.
Τα λόγια της βροχής αφήνουν
ένα γλυκό νανούρισμα στην ψυχή μου.
Δεν κοιμούμαι.
Μια προσευχή κάνω.
Δικά μου τα λόγια, τα πρόσωπα, οι υποσχέσεις.
Ο Θεός όλων μας.
Νύχτες όπως τούτη που πέρασε με φθείρουν.
Σκορπίζουν στάχτη στις άκρες της ψυχής μου
κι αυτήν
στις τέσσερις άκρες του κόσμου.
Τρέμω ακόμα.
Αν ήταν να φυλάξω κάτι απ’ όλο αυτό
θα ήταν η προσευχή.
από το e-book¨Ιωάννης Τσιουράκης, Δρόμοι Παλιοί