Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα μικρά σα βράχια στην άκρη του γιαλού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα μικρά σα βράχια στην άκρη του γιαλού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2020

Κόκκινα φώτα

Κόκκινα τα φώτα που ξεχωρίζουν
- όταν έχουν οι δρόμοι πάψει τις φωνές τους -
απ’ τα έρημα θαρρείς σπίτια
που κρύβουν τη μοναξιά τους
στο φως της μέρας.

Και μαντεύεις τα πεσμένα στο πάτωμα ρούχα
τα ίχνη όζας στο τραπεζάκι
τη μισάνοιχτη πόρτα της ντουλάπας
τα φαντεζί της ρούχα

κι εκείνο που πάντα σου διαφεύγει
είναι τα δάκρυα στο πάτωμα πλάι στα ρούχα
ο πόνος κάτω απ’ τα ίχνη στο τραπεζάκι
η απελπισία
κάτω απ’ τα στρας που λάμπουν στα φώτα.

Κόκκινα τα φώτα που ξεχωρίζουν
όταν νυχτώνει μέσα μας η ανθρωπιά.

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Ένα κύμα πήρε μακριά

Ένα κύμα πήρε μακριά όσα μας μίλησαν την περασμένη νύχτα
στάθηκαν πίσω μας θυμωμένοι οι άνεμοι
έπειτα ξέσπασαν παίρνοντας μαζί τους τα δάκρυα
τις λέξεις, τα βλέμματα σα σελίδες βιβλίου
που δεν κατάφερε να συγκρατήσει η σχισμένη ράχη.

Η μέρα βαδίζει αργά προς το τέλος της
κι όσα κοιτάξαμε
σβήνουν ανάμεσα στο σκούρο γαλάζιο τ’ ουρανού
και στο μαύρο της νύχτας στο βάθος του ορίζοντα.

Μίλησα κάποτε στους ανθρώπους
δε θέλησαν ποτέ τους να ακούσουν
ή έστω φοβήθηκαν την όποια αλήθεια
έτσι σώπασα κι εγώ
αφήνοντας τις μικρές μου εικόνες δίχως φωνή
και τα λόγια δίχως πνοή πια μέσα τους.

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Τα παλιά πατώματα

Βαδίζω απαλά, φωνάζουν τα παλιά πατώματα. Τα ονόματα μας φωνάζουν. Και πώς θ’ ακουστεί μέσα στο άδειο σπίτι, το πάφλασμα των ονομάτων που δεν έχουν πια παραλήπτη, στους πέτρινους τοίχους; Πώς να δικαιολογήσεις την απουσία; Οι ρωγμές γνωρίζουν. Μόνον αυτές. Απορροφούν τις ομιλίες, τα πρόσωπα, τις προσευχές. Αν φυλάξεις ακέραια τη σιωπή της νύχτας, θα ακούσεις κάποιον να ονειρεύεται. Θ’ ακούσεις τη μελωδία των αστεριών καθώς ξαπλώνουν στις παλιές ξύλινες καρέκλες της βεράντας. Έχω ξεχάσει τα βήματα αυτού του χορού. Με πατήματα αδέξια δε θα ξυπνήσω τα ξύλινα πατώματα μήτε και τη νύχτα.

Βαθιά, από τις νοτισμένες σελίδες των παραμυθιών, θα ξεπροβάλει ένα παιδί, ίσως και να είναι κάποιος που αφήσαμε πίσω στα παιδικά μας χρόνια, ίσως πάλι να είμαστε εμείς. Θα προσευχηθεί και θα φυλάξει βαθιά στις τσέπες του τα ονόματα, γραμμένα σε χαρτί. Τη μελωδία θα κάνει πανωφόρι και θα ξαπλώσει στις παλιές ξύλινες καρέκλες της βεράντας με τ’ αστέρια αναμένοντας καρτερικά το πρώτο φως της μέρας.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Κόσμος απο άμμο

Ακούω τις νύχτες που αργοσβήνουν στο απαλό χιόνι

μιλούν για τις όμορφες θάλασσες

τα κύματα τους τρυφερά πως τραγουδούνε το καλοκαίρι

τα όμορφα φιλιά πάνω στην άμμο

που κάνουν από έκσταση τ’ αστέρια να λαμπιρίζουν

 

κι εκείνα τα μικρά παιδιά στην άκρη του γιαλού

που έχουν έναν κόσμο χτίσει από άμμο

αύριο, που ένα κύμα θα τον ρίξει

εκείνα πάλι με γέλιο και χαρά

απ’ την αρχή θα πάρουν να τον χτίσουν.

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Με το σκοτεινό το χρώμα του καπνού στα χείλη

…κι εμείς
με την πληγή ως το κόκκαλο να αιμορραγεί
και με το σκοτεινό το χρώμα του καπνού στα χείλη
διψούμε για λίγο ουρανό
λίγη βροχή
να ξεπλυθεί το μαύρο από τα μάτια
από τα χείλη
από τα δάχτυλα
που πρέπει τον κόσμο τον νέο ν’ αγκαλιάσουν…

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Ξημέρωσαν Χριστούγεννα

Πεντακόσια είκοσι χιλιόμετρα για το χωριό κι έπειτα από τα πρώτα, το πολύ, εκατό, ύπνος βαθύς στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, κι ενώ το ραδιόφωνο παίζει τραγούδια των ημερών και κάλαντα από τη Θράκη (στην οποία και πηγαίναμε) ως την Ήπειρο και την Κρήτη, έκανα ήδη τα πρώτα μου ταξίδια στα όνειρα κουρασμένος καθώς ήμουν απ’ το σεργιάνι στις γειτονιές της πόλης.

Ο δρόμος ακόμα παλιός, μέσα από χωριά με εκκλησίες και μιναρέδες, πολύστροφος, όμορφος μα κουραστικός στις πολλές του επαναλήψεις.

Φθάναμε πάντοτε νωρίς το απόγευμα, που πάει να πει, επίσκεψη στα γειτονικά συγγενικά σπίτια για κάλαντα.

Στη μασίνα – έτσι την έλεγαν στο χωριό την ξυλόσομπα – σιγόβραζε φασολάδα με καυτερή πιπεριά και λουκάνικο χειροποίητο με πράσο.

Οι αγκαλιές πιο ζεστές από τη φλόγα της φωτιάς, η γιαγιά με τα κεντίδια της κι ο παππούς στο τάϊσμα των κατσικιών στην αυλή.

Μέρες συνήθως χιονισμένες με παιγνίδι πολύ και τις μύτες να τρέχουν από τον ιδρώτα και το κρύο…

 

 

Πέρασαν χρόνια από την τελευταία φορά.

Τα χιόνια δε φθάνουν συχνά στην αυλή του σπιτιού μα κι αν έρθουν θα ‘ναι για λίγο.

Οι άνθρωποι πήραν σιγά σιγά να φεύγουν.

Τα Χριστούγεννα τα πιο πολλά πια με βρίσκουν στη δουλειά, πότε παραμονή, πότε ανήμερα.

 

Μόνο που τελευταία κάτι αλλάζει.

Κάτι ομορφαίνει την κάθε στιγμή.

 

Ξημέρωσαν Χριστούγεννα λοιπόν, και τα αισθήματα τα πιο όμορφα έχουν ριζώσει επάνω στα στήθη μου και τα χέρια στις φούχτες τους ζεσταίνουν μια καρδιά τρυφερή που κούρνιασε καιρό τώρα μέσα τους.

Κι έχουν τόσα χρώματα όμορφα ντυμένα στο κορμί τους, τόσες νότες χαρούμενες που νιώθω πως άλλα όμοια δεν έζησα.

Κ’ είναι όλα εδώ.

Η αρμύρα της θάλασσας, το γλυκό των ποταμών, του ήλιου το φωτεινό και το σκοτάδι το απαλό μιας νύχτας που άρχισε μόλις να γδύνεται πίσω απ’ τις σκιές των δέντρων στο παράθυρο απ’ έξω και των επίπλων, που πια δε στέκουν σκονισμένα σε κανενός παραμυθιού τις σελίδες.

 

Ξημέρωσαν Χριστούγεννα κι ένα μικρούλι έλκηθρο είναι σταματημένο στη χιονισμένη μου σκεπή περιμένοντας να πετάξει στον ένα του και μοναδικό προορισμό να προσφέρει σκέψεις όμορφες, αγωνίες κι όνειρα.

Κ’ είναι όλα τους εδώ, ντυμένα την στολή τους την αγιοβασιλιάτικη και το πιο όμορφο χαμόγελο τους.

Έχουν και μια τρομπέτα στα χέρια και ξεσηκώνουν κάθε τι μέσα μου.

 

«Σμύρνα, λιβάνι και χρυσό» κάθε τι απόψε σαν ένα χέρι να άγιασε την κάθε στιγμή της μέρας αυτής κι όχι μόνο αυτής…

 

Καλά Χριστούγεννα να έχουμε όλοι!!!

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

«Εγώ, εγώ, δεν πάω μέγαρο θα μείνω με τον παίδαρο…»

Πήχτρα σκοτάδι έξω κι ο οδηγός έχει συντονιστεί για τα καλά με την συχνότητα του ραδιοφώνου τραγουδώντας την επιτυχία της αλησμόνητης Ρίτας «Εγώ, εγώ, δεν πάω μέγαρο θα μείνω με τον παίδαρο…»

Α, όλα κι όλα κύριοι, για να οδηγήσω τέτοια ώρα πρέπει να ακούω λαϊκά, απαντά στις παραινέσεις μας για την αλλαγή ρεπερτορίου κι απλώνεται με άνεση στην θέση του επιτρέποντας μου έτσι να τον οραματίζομαι με παλιό χρυσό δαχτυλίδι στον παράμεσο του δεξιού χεριού, καδένα χοντρή στον καρπό κι εκείνη του λαιμού να βγαίνει ελαφρώς έξω από το ανοιχτό πουκάμισο, τσιγάρο κρατημένο με τα δύο μικρότερα δάχτυλα κι ανάμεσα σε στοίβες γύψινων πιάτων που δεν δρομολογήθηκαν ακόμα προς την πίστα να κάνει νόημα στο γκαρσόνι να ανοίξει ένα ακόμα μπουκάλι ουίσκι…
Το μαγαζί επαρχιακό – όχι πως των μεσοαστικών - μεγαλοαστικών κέντρων διαφέρουν σε κάτι, με βοηθά απλά το τοπίο που αντικρίζω καθώς παίρνει σιγά σιγά να ξημερώνει – από εκείνα τα afterάδικα, τα πολύ after όμως με ωράριο λειτουργίας 3 και μισή το ξημέρωμα με 9 το πρωί.

Το σκέφτομαι, χαμογελώ, αγαλλιάζει η ψυχή μου κι έτσι κλείνω όμορφα πάλι τα μάτια προσπαθώντας να ισορροπήσω το σόκ του εδώ και δεκατέσσερα χρόνια πολύ πρωινού ξυπνήματος.

Ξημέρωμα είναι και βρίσκομαι ανάμεσα στις βασίλισσες της λαϊκής σκηνής και τις παρατάσεις των ονείρων μου.
Ξημέρωμα είναι κι έτσι, βασιλικά βασιλικά, με το μάτι να αρνείται πεισματικά να ανοίξει, περνάμε την πύλη και η ζωή εισέρχεται μεγαλόπρεπα στην καθημερινότητα της… 

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

Η Mary Poppins στην οδό Τσιμισκή

Πρωί είναι και κοιτάζω την Mary Poppins να κατεβαίνει από τον δεύτερο όροφο του Zara της οδού Τσιμισκή.

Έχει τυλιγμένη την ομπρέλα της, την βαστά κλειδωμένη στην μασχάλη, στα χέρια βαστά σακούλες του καταστήματος μεγάλες με φορέματα πολύχρωμα και μπλούζες με πούλιες σε σχήμα πεταλούδας και σε σχήμα χαμόγελου μεγάλου…

Μοιάζει να είναι ευτυχισμένη.

Επιβιβάζεται σε σκαραβαίο τελευταίας τεχνολογίας, από την ανοιχτή του κουκούλα βάζει στο πίσω κάθισμα τις σακούλες, ανοίγει το ραδιόφωνο στη διαπασών κι απομακρύνεται.

 

Αργά το βράδυ, βάζουν πινακίδα εκπτώσεων τα καταστήματα.

Βρίσκεις ότι ονειρεύθηκες ή σχεδόν ότι ονειρεύθηκες.

Τα ράφια με τα χαμόγελα έχουν αδειάσει, με τις καρδιές και τις όμορφες υποσχέσεις…

Με χρυσή πιστωτική η Mary ξεσήκωσε κάθε τι από αυτά.

 

Υπό πίστωση η χαρά μας.

Κι αν δεν έχεις να ξεχρεώσεις τι έγινε;

Σημασία έχει πως άγγιξες μια της άκρη.

Τα κατάσχουν όλα στο τέλος.

Ομπρέλες μαγικές και σκουπόξυλα…

Κι άντε να πετάξεις μετά…

Κυριακή 5 Ιουλίου 2009

HAPPY END

Είχε τη φωνή των κοριτσιών που στα δεκάξι του χρόνια, παίζουν, ανέμελα ακόμα, στην πευκόφυτη αυλή σπιτιού παλιού ή στ’ ακρογιάλι, ανάμεσα σπ’ απαλά κύματα.
Την άκουσα να κατεβαίνει τη σκάλα μιλώντας στο τηλέφωνο, γέμιζε τους μέχρι πρότινος άδειους διαδρόμους της πολυκατοικίας στα πόδια της Ακρόπολης, με τη φωνή της.
Κατάλαβα πως χαμογελούσε.
Είχε πίσω της αφήσει μηχανή και αυτοκίνητο, με τα πόδια μονάχα, πως πατώντας απαλά στις άκρες των δαχτύλων σηκώνεσαι, ντύνεσαι κι αφήνεις μια πόρτα κλειδωμένη για πάντα δίχως κανείς να έχει ακούσει τα βήματα της φυγής, κάπως έτσι.
Την κοίταζα μέχρι που χάθηκε στο στενό της οδού Βάκχου.
Κρατούσε μια φωτογραφική μηχανή στα χέρια, ποιος ξέρει ν’ απαθανατίσει ποια μορφή, εξάλλου εκείνη έμοιαζε περισσότερο με νεράιδα παρά με γυναίκα, λεπτοκαμωμένη καθώς ήταν, άφηνε την εντύπωση πως τα βήματα της ήταν αέρινα κι έτσι, πετώντας, έφθανε σε κάθε προορισμό της.

Ποτέ μέχρι την ημέρα εκείνη δεν είχα ακούσει τη φωνή μήτε και την μορφή της είχα δει σε μιαν έστω τυχαία συνάντηση στις σκάλες ή στον θάλαμο του ανελκυστήρα.
Η απόσταση και η άγνοια της ύπαρξης της που μας χώριζε χάθηκε μονομιάς από εκείνη κιόλας τη στιγμή.
Το χαμόγελο το πρωινό της άρχισα να το δέχομαι εν ήδη δεκατιανού, ήταν περίπου στις δέκα που κατέβαινε για την δουλειά κι εγώ για τον καφέ μετά της πρωινής εφημερίδος.
Το μεσημεριανό μου επιφύλασσε λίγο από το ηχόχρωμα της φωνής της, ανταλλαγή λίγων λέξεων, λιγότερων απ’ όσων επιθυμούσα στην πραγματικότητα να είναι αλλά ήταν για εμένα ειπωμένες, ήταν δικές μου, τόσο δικές μου για την ακρίβεια που ως την ώρα του απογεύματος που θα κατηφόριζε πάλι τον δρόμο, μπορούσα να κυλιέμαι πάνω και μέσα τους δίχως να φοβάμαι ότι θα μου φύγουν, έτσι καθόμουν χαμογελαστός και περίμενα την ώρα, δηλαδή, εκείνη περίμενα να περάσει από τον δρόμο που τελευταία κι εκείνος είχε ομορφύνει πολύ.
Η στιγμή όμως η ομορφότερη ήταν εκείνη του δείπνου, ήταν σα να την είχε ζωγραφίσει ο ίδιος ο Θεός.
Στέκονταν κάτω από έναν λαμπτήρα του δημόσιου φωτισμού, με φώς απαλό, ελαφρώς τρεμάμενο, στη γωνία νεοκλασικού σπιτιού, μιλώντας πάλι στο τηλέφωνο.
Έμενε εκεί, για λίγο για πολύ δε γνωρίζω να πω, εκείνο που γνωρίζω όμως καλά είναι πως την στιγμή εκείνη την βίωνα σα σε γύρισμα ταινίας.

Έμοιαζε με τραγουδίστρια αμερικάνικου καμπαρέ, τα φώτα της πίστας με το παίξιμο τους, ειδοποιούσαν πως είχε έρθει η ώρα να ανέβει επάνω και να ξεκινήσει το πρόγραμμα της.
Με βήματα αργά έπαιρνε τη θέση πλάι στον μεγάλο πέτρινο τοίχο του σκηνικού, μόλις έφθανε, σαν επιφοίτηση, έλουζε σημεία του προσώπου της το απαλό φως αφήνοντας άλλα στο παχύ σκοτάδι της νύχτας κρυμμένα, πράξη που γέμιζε μυστήριο την εικόνα κι άφηνε διάχυτο τον ερωτισμό της πρωταγωνίστριας στον χώρο.
Σιγά σιγά έμπαινε η μουσική κι έπειτα η φωνή της, έτσι καθώς αγκαλιάζονταν οι δύο έκαναν να ανοίγουν τα στόματα όλων εκείνων που είχαν έρθει να απολαύσουν την παράσταση κι έμεναν έτσι ανοιχτά με τον κίνδυνο να μπει κάποιο έντομο μέσα και να πνιγούν.
Το τραγούδι συνόδευε μια χορευτική κίνηση του χεριού από μέρους της τραγουδίστριας, πότε κοιτάζοντας τον μεγάλο τοίχο πότε τις απέναντι γυάλινες επιφάνειες που αντανακλούσαν το φως των προβολέων, άλλοτε την όλη σκηνοθεσία πλαισίωνε το χτύπημα του παπουτσιού πότε με την μύτη πότε με το τακούνι αφήνοντας έτσι την αίσθηση πως έβλεπες μια παράσταση κλακέτας, όμως ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι ολότελα δικό της.
Η παράσταση ήταν καθημερινή και διάρκειας ενός τετάρτου έως ενός τρίτου της ώρας.
Όσο τυχαίο κι αν ήταν να επιστρέφεις την στιγμή που το φεγγάρι αντανακλούσε το πορτραίτο του στα γύρω κλειστά παράθυρα, όσο οι κόρνες και τα φρένα των αυτοκινήτων να ομοίαζαν με μουσική και χειροκρότημα φανατικών θαυμαστών, διόλου τυχαίο δεν μπορούσε να είναι η παρουσία κάποιου στρογγυλοκαθισμένου στο μικρό του θεωρείο, κα την στιγμή που κάνει την εμφάνιση της η τραγουδίστρια, να τεντώνεται για να έχει πιο καλή πρόσβαση στην εξέλιξη του προγράμματος.

Δύο και κάτι εβδομάδες έπειτα απ’ όλες αυτές τις «καθόλα τυχαίες» μας συναντήσεις, τις άνευ εισιτηρίου θεάσεις αυτής της παράστασης το τέλος της οποίας δε διαφαίνονταν στο βάθος του χρόνου, ήρθε και το πρώτο όλο νάζι χαμόγελο και βλέμμα.
Λίγο έλειψε να σωριαστώ και να με μαζεύουν από τα πατώματα
Μ’ έπιασε από το χέρι αντιλαμβανόμενη την στιγμιαία μου ζαλάδα και τότε, έχοντας πια αφήσει στην άκρη το ενδεχόμενο της λιποθυμίας, βγήκαν οι μπάντες των όμορων δήμων, η κρατική ορχήστρα, οι μπάντες Στρατού, Πυροσβεστικής κι Αστυνομίας παιανίζοντας ρυθμούς πατριωτικούς, επαναστατικούς για να διαδεχθούν αργότερα άλλοι πιο ελαφρού και ρομαντικού ρεπερτορίου.
Κάθε μου αμφιβολία σβήσθηκε στην τόση συγκέντρωση οργάνων και μουσικών.
Ω, ναι, ήμουν πια πολύ σίγουρος πως ήμουν ερωτευμένος για τα καλά, είχα για την ακρίβεια δαγκώσει, μασήσει και καταπιεί την λαμαρίνα, απολαμβάνοντας τούτη τη στιγμή την ένδοξη χώνεψη της.
Μετατράπηκα σ’ ένα σχολιαρόπαιδο ετών εξήντα πέντε.
Κοκκίνιζα σε κάθε αντάμωμα των βλεμμάτων, στο άκουσμα της φωνής της μιαν ανοιξιάτικη ανθοφορία βασάνιζε γλυκά τα όργανα τα αισθητήρια της όσφρησης μου, όσο για τις μπάντες, το κάθε της άγγιγμα σηματοδοτούσε την έναρξη νέων παρελάσεων, εμβατηρίων και παλαμακιστών που ξεσπούσαν μανιωδώς στο αγαπημένο τους άθλημα παρακολουθώντας αναπόσπαστοι το όλο αυτό θέαμα.
Έχοντας μάθει πια το ρεπερτόριο τους ακολουθούσα απαλά με μια φυσαρμόνικα η οποία συνόδευε και την έναρξη του δεύτερου προγράμματος στο μυαλό μου όταν πια η παράσταση είχε λάβει τέλος.

Έμαθα πως ήταν φωτογράφος, φωτογράφιζε τον καιρό εκείνο πρόσωπα από την καθημερινότητα της πόλης κι έτσι, κουβέντα την κουβέντα μου έκανε την πρόταση να φωτογραφηθώ από τον δικό της φακό και να αποτελέσω μέρος της έκθεσης που ετοίμαζε.
Να λοιπόν που σαν απόστρατος της εκπαίδευσης θα γινόμουν μοντέλο για φωτογράφιση…

Η έκθεση πραγματοποιήθηκε στην καρδιά του Νοέμβρη κι εγώ, βρέθηκα να κορδώνομαι πλάι στις απεικονίσεις μου του ενός μήνα πριν, εκείνη με αποτύπωνε με το βλέμμα της που έμοιαζε κηρύθρα που ήθελα πολύ να κλέψω το περιεχόμενο της.
Αργότερα βρεθήκαμε να πίνουμε σ’ ένα μπαρ που θύμιζε κατά πολύ το σκηνικό της παράστασης που βίωνε η ψυχή μου κάθε βράδυ κι ομολογώ πως δυσκολεύτηκα πολύ να το εντοπίσω.
Κρατήθηκα λοιπόν από την λεπτή κλωστή της ισορροπίας κι εξομολογήθηκα τα πάντα με την αγωνία ενός δεκαπεντάχρονου εξηνταπεντάρη σε μια δεκαεξάχρονη τριανταπεντάρα όπως αποδείχθηκε συζήτηση τη συζήτηση.

Η ιστορία θα μπορούσε να έχει ένα τέλος πολύ ευχάριστο, με εκείνη κι εμένα να διαβαίνουμε το κατώφλι μιας εκκλησίας ή Δημαρχείου, μ’ ένα δύο παιδιά να μπουσουλάνε στα πόδια μας κι εμένα να διανύω μια δεύτερη νεότητα.
Όμως όπως όλοι οι άγγελοι έτσι κι εκείνη έπρεπε να επιστρέψει στον παράδεισό της, έβαλε πλώρη λοιπόν για την άλλη άκρη του Ατλαντικού όπου ήταν η ζωή της λίγο μετά το τέλος της έκθεσης, αφήνοντας μου δώρο τις φωτογραφίες, λίγα ανακατέματα μαλλιών και κάποια χαμόγελα.

Κάπως έτσι άλλωστε τελειώνουν και οι ταινίες με εναλλακτικό happy end, όπου δηλαδή το happy αντικαθίσταται με το χάπι της πίεσης και της καρδιάς αλλά το end παραμένει end.

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009

Φθινόπωρο στην οδό της Άνοιξης II

Δε μέτρησε μήτε μια του φορά τα βήματα…
Άναψε πέντε κεριά κι έτσι γαληνεμένος που ήταν άρχισε να ανηφορίζει.
«Θεέ μου» έλεγε, κι άφηνε την επιθυμία να κυλιστεί κάτω απ’ τα σύγνεφα μέχρι να βρει εκείνη κάποιο κενό ανάμεσα τους ώστε να τα προσπεράσει.
Η σύντροφος του έφθασε λίγο μετά, τον αγκάλιασε τρυφερά στους ώμους αφήνοντας ελαφρά τα σημάδια της στο πρόσωπο του.
Όταν εκείνος κρύφθηκε στο παλιό κτήριο που βρέθηκε μπροστά του ξέσπασε εκείνη …
Άφηνε σε λίμνες τα δάκρυα της, μούσκεψε κάθε έναν που πήγαινε να τον συναντήσει.
Στάθηκε για λίγο εκείνος κάτω από το κεφαλόπορτο, έβλεπε τούτο το ταξίδι του νερού πάνω στο οδόστρωμα και τους ανθρώπους…

Πριν ξεκλειδώσει, ένοιωσε την μοναξιά να περιμένει στο ψυχρό του δωμάτιο.
Ευλαβικά δίπλωσε τα ρούχα ταχτοποιώντας τα παράλληλα στην παλιά ντουλάπα.
Πριν κλέψουν την ύπαρξη του σκοτάδι και ύπνος φανερώθηκε στα μάτια του εμπρός το πρόσωπο της Αγίας.
Απαράλλαχτο από εκείνο που συνάντησε στο παλιό κτήριο την ώρα της καταιγίδας.

Μέτρησε ξανά και ξανά τα χαρτιά του.
Κάποια σελίδα ένιωθε πως έλειπε παρόλο που η αρίθμηση ήταν σωστή.

Είχε πια ζεστάνει ο καιρός, τις σελίδες του είχε στο πλάι αφήσει και ταξίδευε πότε στην χαρά πότε στην λύπη.
Ένιωθε την ανάγκη να ζωγραφίσει το πρόσωπο εκείνης της Αγίας.
Άρχισε να προσεύχεται κι όταν δεν το μπορούσε να γράφει τις προσευχές του.
Ένιωσε την Αγία του να δακρύζει.
«Γιατί;» ρώτησε, «γιατί τα μάτια με τα δάκρυα καθαρίζουν την ψυχή» του άφησε μιαν απάντηση στο προσκεφάλι.
Δάκρυσε κι εκείνος.
Λίγος μέσα στο λίγο του.
Μόνος μέσα στο απέραντο του.

Εξομολογήθηκε.
Ένιωσε ένα Φώς να τον κατακλύζει.
Βρήκε μέσα του τις αλήθειες της ύπαρξης του.
Δάκρυζε εκείνη.
Ολοένα περισσότερο, ολοένα πιο πολύ την έκλεισε στις προσευχές της.
Σκόνταψε στις ίδιες του τις προσευχές εν’ απόγευμα.

Πως είναι να κλέβεις την αγιότητα του ανθρώπου που έμαθε για εκείνη να προσπαθεί;

Έχασε τον παράδεισο εντός του αναζητώντας έναν Άγγελο ή μιαν Αγία μορφή για να μπορέσει να ανασάνει.
Πιο αμαρτωλός από τους αμαρτωλούς, πιο έρημος από τις ερήμους.
«Τα Δώρα της Ερήμου» που ξέθαψε η αμαρτία του, προσεύχεται τώρα να κατανοήσει…

Κυριακή 28 Ιουνίου 2009

Φθινόπωρο στην οδό της Άνοιξης

Στάθηκε στη βροχή και στην νύχτα ανάμεσα.
Βρήκε με δυσκολία άδειο ταξί να επιστρέψει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε πριν βρεθεί στο κέντρο.
Παραλίγο δώδεκα όταν ξεκλείδωσε.
Βρήκε την θέση της στο πάτωμα η τσάντα, η ομπρέλα στο νιπτήρα για να μπει σε μια μπανιέρα μικρή καθώς εκείνη χτένιζε τα φρεσκολουσμένα της μαλλιά.
Ντύθηκε το ταιριαστό με το σώμα κοριτσίστικο νυχτικό της κι αποκοιμήθηκε έχοντας ένα βιβλίο φυλαγμένο στην αγκαλιά της.

Μικρό αυτόφωτο αστέρι φάνταζε στην αγκαλιά ενός φωτισμένου ουρανού κι έτσι καθώς τα μαλλιά της μπλέκονταν μεταξύ τους μέχρι λίγο πιο κάτω από τους ώμους, έμοιαζαν ανάμεσα τους να παίζουν οι αχτίδες του φεγγαριού…

Άφησε ένα χαμόγελο στο βλέμμα του τρυφερού Απριλιάτικου πρωινού ήλιου.
Όλα φώναζαν την παρουσία τους, τα βιβλία, οι μουσικές, οι φωτογραφίες, τα ριγμένα στην καρέκλα ρούχα.
Μια σιωπή μονάχα αντηχούσε περισσότερο από κάθε ήχο άλλο.
Μια απουσία απέραντη όσο το σεληνόφως την νύχτα.

Μέρα τη μέρα μερεύουν και οι σιωπές στα στήθη.
Κι ας φλέγονται, μόνο εκείνα γνωρίζουν και μόνο εκείνα επιλέγουν ποτέ θα ανασύρουν από τα βάθη τις φλόγες.

Νύχτα τη νύχτα, προσευχή την προσευχή φθάνουν όσα πρόσμενες καμιά φορά.
Καμιά φορά πάλι, έτσι καθώς φθάνουν, ανεβάζουν σημαία πειρατική και μ’ ένα ρεσάλτο σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμα τους.
Δακρύζουν οι προσευχές, θολώνουν τα μάτια, τρέμουν τ’ απομεσήμερο τα χέρια πάνω στο λευκό χαρτί, πάνω στ’ ανοιχτό βιβλίο.

Στάθηκε στη βροχή των ματιών και στη νύχτα ανάμεσα.
Βρήκε με δυσκολία το μαντήλι να σκουπίσει το πρόσωπο.
Παραλίγο ξημέρωμα την βρήκε στο τέλος της προσευχής.
Βρήκαν οι απαντήσεις τα χείλη να λεχθούν, βρήκαν τα δάκρυα χώρο κι άλλο στα μάτια να χορέψουν.
Κρύφθηκε στην μπανιέρα, χάθηκε σχεδόν μέσα της.
Ντύθηκε εκείνο το κοριτσίστικο νυχτικό της.
Περίσσευαν τα χέρια, περίσσευαν τα πόδια.
Άρχισε να τρέχει μέσα στην νύχτα.

Η γύμνια τ’ ουρανού παρέδιδε στο σκοτάδι τα βήματα της, τα όνειρα, τις σιωπές της.

Άφησε ένα δάκρυ στο ψυχρό δρεπάνι του Θεριστή.
Εκείνος είχε το χρυσό κλέψει από τους κάμπους, μόνο κομμένα σπαρτά που τώρα έκαιγαν τις ρίζες τους απέμειναν.
Αποπνικτική η οσμή, δρεπανηφόρο το μάσημα της φωτιάς τριγύρω.

Νύχτα τη νύχτα σπαράζουν οι σιωπές στα στήθη.
Κι ας μη φλέγονται εκείνα παρά μόνο στο κρυφτό τους με το πλήθος.
Δακρύζουν τα μάτια στις προσευχές.
Τα βήματα ματώνουν.

Στέκεται στο φώς και στην αλήθεια του Ανθρώπου ανάμεσα.
Η δική της αλήθεια.
Η μόνη πραγματική αλήθεια.

Η γύμνια του ρολογιού ράγισε στα δύο τον χρόνο.
Κάθισε αριστερά εκείνος που την πόνεσε.
Δεξιά της, το μυστικό της ζωής…

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

Σημείωση δεύτερη στις αναμνήσεις παράπλευρα της Πλατείας Συντριβανίου

Βρίσκομαι παρέα μ’ ένα Καναρίνι, μια Νεράιδα και μια Σαγήνη…
Μετράμε μπύρες, σκέψεις, λέξεις δεν μετράμε και δάκρυα.
Έχω καιρό να περάσω τόσο όμορφα.
Δεν με νοιάζει τι έχω και τι δεν έχω, είμαι εδώ και είμαι ζωντανός…
Είμαι εδώ και κάνω εκείνο που λατρεύω.
Συζητώ.
Καταλαβαίνω και με καταλαβαίνουν.
Αφουγκράζομαι τα πάντα.
Απορροφώ κάθε τι που υπάρχει στον χώρο.

Οι άνθρωποι μου είναι.
Οι ελπίδες μου.

…και είμαι ευτυχισμένος…

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2009

Σημείωση στις αναμνήσεις παράπλευρα της Πλατείας Συντριβανίου

Είπα, άλλο δεν θα δακρύσω πια.
Φτάνουν τα δάκρυα, περίσσεψε το πρήξιμο στα μάτια.

Πως είναι να γέρνεις σε μια αγκαλιά θέλω να θυμηθώ.
Να αφήνεις το χέρι σου στα χέρια ενός ξένου
κι ας κοιτάξει σε δύο στιγμές την ζωή σου ολόκληρη
με ένα και μόνο άγγιγμα.

Θαρρώ “να αφεθώ” πως λέγεται ή πιο σωστά
”να παραδοθώ”.

Και είναι τόσος ο καιρός που νιώθω την ανάγκη.
Μα όλο σκοντάφτω στα “πρέπει” και τα “μη”.

Είπα, άλλο δεν θα δακρύσω πια.
Μα πήρε ο ουρανός να βρέχει, να μου κρύψει τα δάκρυα.

 * * * * *

Κόπασαν πια.
Μια φωνή αγαπημένη με πήρε από το χέρι.
Έχουν την δύναμη αυτή
οι άνθρωποι που κατοικούν στην καρδιά μου.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

Ρωτάς γιατί

Ρωτάς γιατί.
Μα τα διότι μου έχουν τελειώσει.
Έχω μόνο ελπίδες.
Κι ελπίδες που με τον καιρό ωριμάζουν.

Ρίξε ένα βότσαλο στο νερό κι εκείνο θα σου δείξει τη δύναμη του.
Πάρε έναν άνθρωπο από το χέρι και θα δεις την δική του.

Λοιπόν, θα πιάσεις το χέρι μου;

Τρίτη 16 Ιουνίου 2009

Απάντηση σε ένα mail που δέχθηκα

Είναι παράξενες οι ανθρώπινες συμπεριφορές, πράγμα που τον τελευταίο καιρό με οδηγεί μονάχα σε μια σκέψη, γιατί έχουμε κάνει τόσο πολύπλοκη την ζωή και τις σχέσεις μας αφού η απόλυτη ομορφιά βρίσκεται τελικά μέσα στα πολύ απλά και καθημερινά πράγματα;

Πόσο, αλήθεια, βαθαίνουμε στην σκέψη πως τα παιδιά μας καθημερινά γίνονται πιο δύσκολοι άνθρωποι αναπτύσσοντας έτσι ιδιότροπες συμπεριφορές;
Πόσο, αλήθεια, θα μας άρεσε να ακούσουμε την αλήθεια πάνω σε τούτο το ερώτημα;
Αναρωτηθήκαμε πόσο προσπαθούμε να βρεθούμε εμείς κοντά στα παιδιά μας, πόσο γονείς είμαστε δηλαδή;
Η εγκατάλειψη ενός παιδιού είτε αυτή γίνεται με κάποια εξαγορά, ακριβά δώρα, εκδρομές κι ό,τι άλλο μπορεί κάποιος να σκαρφιστεί στον τομέα αυτό, είτε γίνεται με τον πλέον άσχημο τρόπο, με απόλυτη αδιαφορία δηλαδή και δίχως να εντάξω στην κατηγορία αυτή την κακοποίηση, έχει ως φυσικό επόμενο την εκδήλωση μιας ιδιάζουσας συμπεριφοράς.
Οπότε εκείνο που λείπει πραγματικά είναι ένας καλός γονιός, κι αυτό είναι πάντοτε αμοιβαίο, όσα περισσότερα δίδεις σε ένα παιδί τόσα περισσότερα κερδίζεις ως ανθρώπινη ψυχή.

Μιλώντας στις παρουσιάσεις του Ήχου Πλάγιου σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, μίλησα και στις δύο για την αγάπη.
Έχουμε πραγματικά ανάγκη από αγάπη και τούτο πάει να πει να αποδεχόμαστε τους γύρω μας με ότι εκείνοι φέρουν στις αποσκευές τους.

Δεν κοιτούν μήτε ηλικίες οι ασθένειες, μήτε τρόπο ζωής, μήτε καλές και κακές ψυχές.
Έρχονται, κι όταν έρχονται δεν έχουμε παρά να αγκαλιάσουμε ακόμα περισσότερο εκείνον στον οποίον ήρθαν, να βρεθούμε αληθινά κοντά του σε τούτο τον σκόπελο που έχει να περάσει όσο κι αν μας είναι δύσκολο κάτι τέτοιο.
Γνώρισα ανθρώπους που έχασαν ότι είχαν από μια αρρώστια ή κάποιο δυστύχημα, θα μπορούσαν να έχουν χάσει κάθε επιθυμία για ζωή, βρίσκουν όμως λόγους καθημερινά για να υπάρξουν γιατί κάτι όμορφο θα έρθει στο μέλλον και πάλι.
Τους ευχαριστώ από καρδιά που δεν εγκαταλείπουν τα όπλα είτε τους γνωρίζω από κοντά είτε η ζωή τα έφερε έτσι και δεν καταφέραμε να γνωριστούμε πιο καλά.
Πρόσφατα έχασα έναν φίλο, ήθελα να του τηλεφωνήσω κάποια στιγμή, είχε περάσει η ώρα και γνώριζα πως θα κοιμόταν, οι χημειοθεραπείες είναι πολύ δύσκολες, όσοι έχουν περάσει από το στάδιο αυτό καταλαβαίνουν τι λέω, δεν τηλεφώνησα.
Την επόμενη ημέρα το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο μου, σαν είδα το όνομα στην οθόνη του τηλεφώνου κατάλαβα τι είχε γίνει.
Δεν είχα πια καμία ευκαιρία να πω στον φίλο μου μια τελευταία κουβέντα.
Είτε φεύγουν είτε μένουν οι άνθρωποι μετά από μια αρρώστια μαζί μας, εμείς έχουμε το χρέος να είμαστε εκεί, για εκείνους και για εμάς.
Οι άνθρωποι μας κουβαλούν και άλλες ιδιαιτερότητες.
Ένα χρώμα διαφορετικό, μια διαφορετικότητα στην επιλογή ερωτικού συντρόφου, κάποια άλλα θρησκευτικά πιστεύω κ’ είναι εκείνα που θα πρέπει να μας περάσουν στο απέναντι πεζοδρόμιο και να τους δείχνουμε με το δάχτυλο;
Πόσο όμορφα θα αισθανόμασταν να έκαναν το ίδιο με εμάς;
Να βρισκόμασταν σε μια χώρα μαύρων ας πούμε στην δεκαετία του είκοσι και να μας δαχτυλοδείχνει μια ολόκληρη κοινωνία γιατί έχουμε διαφορετικό χρώμα στο δέρμα ή τα μαλλιά;
Αν υποθέσουμε πως είναι διαστροφή να είναι κάποιος ομοφυλόφιλος δεν είναι άραγε διαστροφή να έχει κάποιος ερωτικούς συντρόφους περισσότερους του ενός στο ίδιο ή διαφορετικό κρεβάτι ταυτόχρονα ή να κάνει κι εγώ δεν ξέρω τι;
Μήπως ο έρωτας τελικά είναι κάτι τελείως προσωπικό και δεν πρέπει να μας αφορά το τι κάνει ο κάθε ένας εντός των τειχών του σπιτιού του;
Εξάλλου, θα μπορούσαμε να βρεθούμε κι εμείς με πολύ μεγάλη ευκολία στο απέναντι, όπως είπα, πεζοδρόμιο, όχι εκείνο που δείχνει αλλά εκείνου που τον υποχρεώνουν να κρύβεται κι αν δεν το κάνει τον πολεμούν.
Είπαμε, τους διαφορετικούς τους θέλουμε να δείχνουν αδύναμοι μπροστά μας κι αναρωτιέμαι πάλι, εμείς δεν διαφέρουμε σε τίποτε από τους πολλούς;

Παράδειγμα που όλοι γνωρίζουμε είναι η ψωρίαση.
Το άγχος, το κάπνισμα και η κακή διατροφή είναι λόγοι που μπορεί να εκδηλωθεί η πάθηση αυτή.
Πολλοί συνάνθρωποι μας πάσχουν από αυτήν.
Πόσοι από εκείνους όμως τολμούν να το παραδεχθούν;
Μήπως κάποια πράγματα είναι ταμπού για εμάς και υπάρχουν στο DNA μας;

Η διαφορά βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας μα πάλι δεν θέλουμε να την δούμε και το παράδειγμα κλασικό.
Αν κάποιος άντρας είχε κατά την διάρκεια της ζωής του πολλές διαφορετικές συντρόφους, εντός ή εκτός γάμου κοινωνίας δεν έχει σημασία, είναι απλά Ο Μάγκας και το κόβω εδώ για να μη δώσω άλλον χαρακτηρισμό, αν όμως μια γυναίκα είχε κι εκείνη πολλούς ερωτικούς συντρόφους τότε, και δίχως δεύτερη κουβέντα, είναι μια πόρνη.

Αν κοιτάξουμε καλά γύρω μας θα δούμε όχι μόνο άντρες αλλά και γυναίκες που αναζητούν ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Μια πρόσκαιρη ερωτική περιπέτεια και τίποτε παραπάνω.
Είναι και θέμα τύχης να μην πέσουν επάνω μας μα κι αν πέσουν να κάνουν την προσπάθεια τους με τρόπο που να μην μας προσβάλει.

Τις τελευταίες ημέρες μου στο νησί, επέτρεψε μου Νησί μου να πω, στη Σάμο, συζητώντας με έναν εκ τον υπευθύνων του περιοδικού «Απόπλους, Σαμιακών Γραμμάτων και Τεχνών Περιήγηση» μου ανέφερε ένα βίωμα δικό του.
Εκπαιδευτικός στο επάγγελμα και καθώς βρέθηκε από το έδρανο του μαθητού σε εκείνο του δασκάλου είχε το μεγάλο όνειρο να σώσει την παιδεία, όχι κάτι διαφορετικό δηλαδή από εκείνο που θρέφουν στην ψυχή τους πολλοί εκ των εκπαιδευτικών που εγώ γνώρισα τουλάχιστον τόσο σε επίπεδο εκπαίδευσης όσο και φιλικό επίπεδο.
Τότε λοιπόν κι επιστρέφοντας στον τόπο του την Σάμο είχε την τιμή και την ευτυχία να γνωρισθεί με έναν μεγάλο άνθρωπο των γραμμάτων και της εκπαίδευσης του τόπου.
Εκμυστηρεύτηκε τις όποιες του αγωνίες, τα όνειρα του για όσα αγωνίστηκε να μάθει και να μεταδώσει στα παιδιά που πλέων ήταν παιδιά του.
Η απάντηση που έλαβε πραγματικά τον εξέπληξε στην πορεία κατάλαβε όμως πως πραγματικά δεν μπορείς να σώσεις την παιδεία, όχι τόσο γιατί υπάρχει κάποιο λάθος στο σύστημα όσο γιατί είναι σα να προσπαθείς να σώσεις ένα δάσος από την φωτιά ενώ τα μέσα που διαθέτεις αρκούν για ένα ή δύο, το πολύ πέντε με έξι δέντρα.
Οπότε αν στα τριάντα πέντε χρόνια εκπαιδευτικής σταδιοδρομίας εάν πραγματικά καταφέρεις να ανοίξεις έναν δρόμο άγνωστο σε κάποιο παιδί και είναι εκείνος ο δρόμος που θα καθορίσει την υπόλοιπη του ζωή τότε έχεις κάνει απόσβεση για όλα τα χρόνια που έλιωσες στα έδρανα ως δάσκαλος προσπαθώντας να μεταδώσεις όλα εκείνα που η ζωή και τα συγγράμματα σου έμαθαν.
Αυτό πάλι ισχύει και για όλα τα υπόλοιπα επαγγέλματα με τις όποιες ιδιαιτερότητες το κάθε ένα από αυτά έχει.
Ισχύει και για τις ανθρώπινες σχέσεις.
Δεν μπορούμε με το στανιό να αλλάξουμε έναν άνθρωπο, επιλογές του δείχνουμε κι εκείνος επιλέγει.
Οι επιλογές μας πρέπει να μας καθορίζουν κι όχι εκείνοι που ακολουθούμε σαν άβουλα όντα.

Άνθρωπος καλός δεν γνωρίζω αν υπήρξα ή αν θα υπάρξω ποτέ.
Στον στρατό που δουλεύω, λίγο ή πολύ όλοι σχεδόν το γνωρίζουν, η βία σε όποια της μορφή είναι φαινόμενο καθημερινό, κυρίως ψυχολογική.
Είχα πάντοτε ανάγκη από γαλήνη.
Είπα κι άλλοτε πως όταν όλα δυσκολεύουν πολύ είναι η στιγμή που κάνουμε τα πιο μεγάλα όνειρα.
Αν δεν τα κάνουμε είναι σα να αφήνουμε το παιγνίδι στους άλλους και βγαίνουμε έξω από το γήπεδο.
Τα πράγματα έχουν πάλι δυσκολέψει πολύ, όχι τόσο όσο σε κάποιους άλλους που γνωρίζω.
Προσπαθώ με τον εαυτό μου να μην πληγώνω τους γύρω μου κάποιες φορές δεν το καταφέρνω.
Κουβαλώ κι εγώ τα δικά μου, όπως εσύ κι όπως όλοι μας.
Αν γράφω με τον τρόπο αυτό για όσα νιώθω είναι γιατί έχω να πω πράγματα κυρίως λυπημένα, φυλώ τα χαρούμε στην ψυχή μου να χαμογελά.

Υπέροχοι δεν είμαστε ως άνθρωποι, οι μεταξύ μας σχέσεις είναι που μας κάνουν να δείχνουμε υπέροχοι.
Ας προσπαθήσουμε λίγο παραπάνω με εμάς και με εκείνους που έχουμε δίπλα μας, συντρόφους, συγγενείς και φίλους μα πιο πολύ με εκείνους του αγνώστους που φθάνουν από το πουθενά στη ζωή μας και κάτι θέλουν να πουν.
Κάτι έχουν να πουν ας τους ακούσουμε.

ΟΜΟΡΦΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟ ΕΚΕΙΝΟ TO ΑΥΡΙΟ ΠOY ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ.

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

Συμβαίνει, φορές φορές...

Συμβαίνει, φορές φορές, να στέκεσαι σε μια πλατεία πυκνόφυτη μ’ αρώματα να πηγαίνουν και να ‘ρχονται στ’ ανοιχτά σου ρουθούνια μα εσύ να είσαι πλημυρισμένος από το λιβάνι και το θυμίαμα της απέναντι σου εκκλησίας και τούτο δίχως να έχεις φθάσει κοντά της, δίχως να έχεις ανέβει ακόμα τα πλατιά, πολλά και μαρμάρινα σκαλοπάτια της.

Παραμένουν αργά τα βήματα, βγαλμένα θαρρείς από παραμύθι που είχε πει ένα βράδυ η γιαγιά σε χρόνια που φυλάχθηκαν καλά στα άλμπουμ των φωτογραφιών, ώσπου φθάνεις και υψώνεται μπροστά σου η μεγάλη ξύλινη πόρτα αφήνω έξω από τον χώρο τα ανοίκεια λόγια, τα ψεύτικα, την ελλιπή αγάπη, την υποκρισία, φυλάσσοντας εντός πρόσωπα κουρασμένα, οστεωμένα από νηστεία και προσευχή, την αληθινή σου αγάπη, τα όνειρα, τις υποσχέσεις τις αληθινές σου, τις ελπίδες σου.

 

Στέκεσαι εκεί, έχοντας μπροστά σου υψωμένες τις ξύλινες πόρτες, σκέπτεσαι αν πρέπει εκείνο το βήμα να κάνεις, σκέπτεσαι αν πρέπει να μείνεις πίσω περιμένοντας το ένα και μεγάλο σημάδι για το τι πρέπει να κάνεις.

 

Κάποια στιγμή την απόφαση παίρνεις και προχωράς.

Και πες μου τότε, για ποιο ζητάς συγχώρεση, για τα πολλά που έκανες και κατά βάθος τα χάρηκες ή για τον έναν Άνθρωπο που πόνεσες, και είχε πρωτύτερα πονέσει πολύ, γιατί απλά δεν τόλμησες να σωπάσεις και τώρα πονάς μα δίχως να θεραπεύεις τον δικό του πόνο;

Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

Σεντέφια τ' ουρανού

Έχω φυλάξει ανάμεσα στο πριν και το μετά ένα πρόσωπο γαλήνιο

θαρρείς φωτισμένο από χέρι άγιο

ηλιοφώτιστο το ονομάζω

και λίγο πριν κλείσω ή τα μάτια ανοίξω

μου χαϊδεύει τα μαλλιά απλά και με κοιτάζει στα μάτια

 

«Αφέσου» ψελλίζει της ψυχής μου κι εκείνη υπακούει

απλώνει τα χέρια θαρρείς σε νερό θαλασσινό

κι εκείνο το ίδιο χέρι μια στ’ ανοιχτά την βγάζει και μια στα ρηχά

 

τις νύχτες μονάχα

σεντέφια στρώνει τον ουρανό να ξαπλώσει

κι εκείνα παιδιά μικρά καθώς μοιάζουν

μ’ ένα τσέρκι στο χέρι ξεσηκώνουν τις γειτονιές

κι άλλα, τα πιο μικρά, κουτσό παίζουν και κρυφτό …

 

θυμάσαι το κρυφτό;

Φτού ξελευθερία φώναζε ο τελευταίος

και πάλι εκείνος που φυλούσε τα φύλαγε…

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

Η προοπτική των πραγμάτων

Είναι λίγες μέρες τώρα που δε βρίσκω το εισιτήριο για το επόμενο μου ταξίδι.
Όχι πως είναι κάτι ακριβό ή δύσκολο να επανεκδοθεί, αλλά να, είναι που δεν έμαθα να χάνω πράγματα, πόσο μάλλον εισιτήρια…

Έχω μια βαλίτσα, μικρού μεγέθους, όχι πολύ μικρού.
Στα σπλάχνα της κρύβει μερικές φορεσιές, ένα σίδερο ταξιδίου, λίγες σημειώσεις και κάποια μικροπράγματα.
Αν η διάρκεια είναι μικρή, την αλλάζω μ’ ένα σακ βουαγιάζ.

Ταξιδεύω τόσο συχνά που κάποτε δεν προλαβαίνω να μαζέψω την βαλίτσα.
Ίσως πάλι και να είναι που αγωνιώ να φύγω για το επόμενο μου ταξίδι.
Τούτο γίνεται από το 2000 μέχρι σήμερα.

Λατρεύω να βγάζω φωτογραφίες, είμαι απρόθυμος όμως στο να με βγάλουν.
Τελευταία δεν φωτογραφίζω σχεδόν καθόλου κι ας έχω την μηχανή σχεδόν πάντα μαζί μου.
Δεν έχασα το ενδιαφέρον μου για την φωτογραφία.
Μου αρέσει υπό συνθήκες να φωτογραφίζω, να κοιτάζω φωτογραφίες, να τις παρατηρώ…
Έκανα και μαθήματα φωτογραφίας στο νησί, σκοτεινό θάλαμο κι άλλα τέτοια.
Μου έμεινε νομίζω το σημαντικότερο.
Η προοπτική.

Η προοπτική των πραγμάτων, καμιά φορά, αλλιώς φαντάζει κι αλλιώς πραγματικά είναι.

Ξυπνάς το πρωί, έχεις κλειστό το πατζούρι, κι έτσι όπως ανοίγεις τα μάτια πιστεύεις πως είναι νύχτα ακόμα, γυρίζεις την πλάτη κι έτσι περνάει η ώρα.
Αργείς εσύ, αργούν τα παιδιά για το σχολικό, πρέπει τότε να τα μεταφέρεις εσύ στο σχολείο, εγκλωβίζεσαι σε μια κεντρική αρτηρία κάπου κοντά στην δουλειά, κι όταν τελικά φθάνεις οι περισσότεροι σε κοιτάζουν με ζήλια που κοιμήθηκες παραπάνω, οι άλλοι με συμπόνια, για εκείνον, τον έναν, που περιμένει με το σπαθί κρεμασμένο πίσω από την πόρτα να εκτονώσει το μίσος του για τους αργοπορημένους…

Άλλοτε πάλι ξυπνάς, ετοιμάζεσαι για την δουλειά, κι έτσι φρέσκος φρέσκος, με τα όμορφα χτενισμένα μαλλιά που ευωδιάζουν ακόμα από το σαμπουάν που χρησιμοποιείς τον τελευταίο καιρό, κατεβαίνει στον δρόμο και διαπιστώνεις πως επικρατεί μια παράξενη νωχέλεια στην πλάση γύρω σου.
Είναι Κυριακή πρωί κι εκείνο που σε ξύπνησε δεν είναι το ξυπνητήρι αλλά η καμπάνα της παρακείμενης εκκλησίας.
Α, μην απορείς, απλά συμβαίνει, και συμβαίνει πιο συχνά απ’ όσο μπορείς να φανταστείς.

Άλλοτε πάλι ξυπνάς κι όλα τριγύρω σου έχουν αλλάξει.
Έχουν αλλάξει όμως πραγματικά ή εσύ δεν μπορούσες να κοιτάξεις κατάματα την αλήθεια;

Η προοπτική των πραγμάτων σα να λέμε έχει να κάνει με τον ύπνο ή πιο σωστά με το ξύπνημα.
Όσο πιο γρήγορο, όσο πιο πρωινό δηλαδή, σου αφήνει το περιθώριο να κοιτάζεις την πλάση γύρω σου υπό ένα διαφορετικό φωτισμό, υπό την επήρεια όλων των χρωμάτων…




«Ξεχασμένη Αποσκευή» ερμηνεύει η Χαρούλα από τον δίσκος της «Οι μπαλάντες της Χαρούλας».
Χαμένο στην μνήμη μου, κι ανύπαρκτο στην δισκοθήκη που έφαγα τον τόπο για να το βρω.
Δώρο χθεσινοβραδινό, ανταμοιβή μιας ημέρας δύσκολης…

Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Δακρύζω καθώς νυχτώνει

Δακρύζω καθώς νυχτώνει.
Τι φέρνουν άραγε οι νύχτες στην ψυχή μας;
Είναι φορές που βρίσκω στην άκρη του μαξιλαριού μου ίχνη από τριαντάφυλλα.
Υπολείμματα πετάλων και δροσοσταλίδες.
Άλλοτε ένα φτερό βουτηγμένο στο φεγγάρι.
Δεν θέλω να αναπολώ.
Με πονά περισσότερο από το να μην έχω.
Το ημερολόγιο μου σταμάτησε μέρες πριν κ’ οι μέρες δεν αργούν ποτέ να γίνουν χρόνια.
Ήθελα να έχω μια λέξη μικρή, ένα νεύμα, ένα χαμόγελο.
Μοιάζουν να είναι υποσχέσεις οπότε δεν βρίσκω τίποτε από αυτά.

Οι λέξεις που δε λέω με πληγώνουν, είναι εκείνες που δε βρίσκουν τον δρόμο να εκτεθούν.
Τα νεύματα μου χάνονται που κανείς δεν μπορεί να τα δει.
Τα χαμόγελα μου όπως γεννήθηκαν πέθαναν.

Δακρύζω καθώς νυχτώνει.
Αφήνουν έναν ήχο αλλόκοτο τα δάκρυα μου καθώς σπάζουν στο πάτωμα.
Πέρασε ο καιρός και ποια δεν μπορώ να θυμάμαι, να έχω θέλω.

Δυσκολεύουν ολοένα οι μέρες και η «αισιοδοξία» μου δεν με βοηθά.
Μήτε οι ελλείψεις με βοηθούν.
Μήτε οι εφιάλτες μου.

Φοβάμαι μη σπάσω, μα δεν με ακούς…

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

Μυρίζει χαμομήλι ο τόπος, αγιάζει τα βήματα μας...

Πότε παύεις να πονάς;
Μυρίζει χαμομήλι ο τόπος, αγιάζει τα βήματα μας, αγιάζει τη μυροβόλο σκέψη μας, αγιάζει την θλίψη.
Η άγια θλίψη μας.
Σηκώνω στα χέρια σταυρωμένη την ψυχή μου.
Σηκώνω έναν κόσμο που κοίμισα στα όνειρα μου, που κοίμισε τα όνειρα του στα όνειρά μου.
Πλέκουν οι νύχτες ρούχο βαρύ κ’ οι κτιστάδες σε μαρμάρινα σπίτια φυλακίζουν χάρτινα τα πρόσωπα μας.

Τι θυμάσαι από τούτο τον κόσμο;

Έχω θυμιάσει τους χώρους που έζησα, όχι με την παρουσία μου μα για την παρουσία μου…
Θυμούμαι ένα ηλιοβασίλεμα, θυμούμαι το φτερούγισμα κάποιου πουλιού στα ξύλινα δοκάρια της σκεπής.
Θυμούμαι το αέρινο περπάτημα της γυναίκας που αγάπησα.
Ένα δάκρυ θυμούμαι.
Ταξιδεύω στα λαγούμια που ανοίγει στο χώμα.
Στη στοές που ανοίγει στο σώμα της ψυχής μου.

Παράμερα χάσκει με το στόμα ανοιχτό η πιο παιδική μας ανάγκη.
Για αγάπη.
Όχι εκείνη που έχουμε μα εκείνη που δε βρήκαμε τον τρόπο να κερδίσουμε ή να κλέψουμε.
Μεγάλη ανάγκη.
Διαχρονική ανάγκη τυλιγμένη με ευχές και δώρα εορταστικού χαρακτήρα.

Τούτες τις γιορτές να θυμηθώ…
Τούτες τις γιορτές πρέπει…

Τίποτε δεν πρέπει και τίποτε δεν θα θυμηθώ.
Ότι νιώθω μονάχα.
Η εσχάτη προδοσία έχει το άρωμα του αίματος του θυσιασμένου που δεν δόθηκε ο ίδιος σε προσφορά.
Η μοναξιά έχει το βάρος των βημάτων μας.
Η λύπη το χρώμα των ματιών μας.

Πότε παύεις να πονάς;
Ρωτώ, γιατί πάντα στην πίσω τσέπη του παντελονιού υπάρχει σα σκονάκι η λύπη να θυμίζει τις εξισώσεις που ξέχασες, τα γινόμενα και τα υπόλοιπα των πράξεων που διαδραματίσθηκαν έστω πριν πολλά χρόνια και κάποτε, κάποτε μονάχα, ένα μικρούλι άθροισμα βρίσκεται να γυροφέρνει στις κενές πια θέσεις ενός τρένου που αδιάκοπα ταξιδεύει…

Τούτες οι γιορτές μ’ ένα παιγνίδι παραμάσχαλα παιδικό, κι ένα όνειρο να σπρώχνει με βέργα ξύλινη μια γυμνή ρόδα ποδηλάτου σ’ έναν δρόμο χωμάτινο.

Χωμάτινους δρόμους βρίσκω μονάχα στην ψυχή μου πια…