Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θυμασαι λυπη;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θυμασαι λυπη;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2024

Μέρες καλοκαιριού

Ήταν κι εκείνες οι μέρες του καλοκαιριού
που κατηφόριζες Αγία Τριάδα να μας δεις
δύο κουβέντες να πούμε
από εκείνες που σου έλειπαν
και τώρα μας λείπουν οι δικές μας.

Μνήμη Γιώργου Λ. Οικονόμου

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

Νύχτες

Λιγοστεύουν οι νύχτες
δραπετεύουν απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα
αφήνοντας στο συρματόπλεγμα
ένα κουρέλι σκοτεινό ουρανό.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2020

Πικρό σαράκι

Τις νύχτες, αλυχτάει μέσα μας το πικρό σαράκι
τρώει τα σωθικά, τρώει όσα χόρτασαν την ψυχή μας.
Ο καιρός, κουρασμένος απ’ τις τόσες καταιγίδες
σέρνει μέσα τους έναν πόνο βουβό, μεγάλο
κατάλοιπο μιας προσευχής ανολοκλήρωτης.

Θα ξυπνήσουμε πάλι γυμνοί, κρυμμένοι
στα καθαρά και σιδερωμένα ρούχα μας.
Μα κάθε πρωί, θα τρίζει μέσα μας η ελπίδα
όπως τα παράθυρα των σπιτιών
που δεν απόμεινε κανείς μέσα τους για να μιλήσουν.

Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

Θα ναυαγήσουμε κάποτε

Θα ναυαγήσουμε κάποτε
σε μια ξέρα ή σ’ ένα όνειρο
– ποιος γνωρίζει να πει –
Θα έρχονται κύματα πότε θυμωμένα
πότε ντυμένα το γαλήνιο πρόσωπό τους
να πάρουν μακριά σκέψεις και λόγια
βλέμματα που δεν τόλμησαν να χαθούν
μήτε μια στιγμή στο βάθος του ορίζοντα.

Και το τοπίο πάντοτε ίδιο
σα να μην τ’ άλλαξε ο χρόνος
να μην τ’ άλλαξε η ψυχή όταν χάνονταν
ή όταν γελούσε, κάποτε.
Λίγα δέντρα, σε μιαν άκρη η θάλασσα
ένα σπίτι γδαρμένο απ’ την αρμύρα και τον άνεμο
ένα πηγάδι
που κάποτε πιστέψαμε στεγνό.

Κι εμείς
τι να ζητήσαμε τάχα παραπάνω;

Λίγο ήλιο στα μουσκεμένα ρούχα μας
οι αχτίδες του πρωινού
να λάμψουν στα κουρασμένα μάτια
κι ο άνεμος να ‘χει μέσα του
τη φρεσκάδα της ταξιδευμένης θάλασσας
εκείνης που δεν ξαπόστασε
που συντρόφευσε πλοία πολλά στο ατέλειωτο ταξίδι τους.

Δοκιμάσαμε τη ζωή
μας διαπέρασε την οσμή του θανάτου
είχαν και τα δυο αρμύρα μέσα τους
όχι θαλασσινή.

Κ’ η γραμμή στο βάθος του ορίζοντα θολή
ξεγελά το βλέμμα
μετρά λάθος τις αποστάσεις.

Γίναμε άραγε κάποτε νησιά
δίχως να καταλάβουμε
πως οι αποστάσεις μεγαλώνουν;
Δίχως να νιώσουμε τη θάλασσα μέσα μας
να βυθίζει τους δρόμους;

Κι εμείς
τι να ζητήσαμε τάχα παραπάνω
τι να θελήσαμε να κρατήσουμε κρυφό
στα διψασμένα χέρια μας
κι εκείνα πρόδωσαν την ανάγκη;

Θα ναυαγήσουμε κάποτε
κι ένα ξωκλήσι
θα μνημονεύει το πέρασμα μας
μια πεταλούδα που πριν χαθεί
θα έχει ρίξει λίγο από το χρώμα της
στη σκοτεινή νύχτα.

Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

Ο φύλακας

Είναι που τα καλοκαίρια δεν έρχονται τόσο ξέγνοιαστα πια
είναι που τα συρματοπλέγματα από χρόνια με πληγώνουν
οι πύλες των στρατοπέδων που με πονάνε
φυλακή θυμίζουν κι εγώ ο φύλακας που δε μπορεί να βγει

κι όλα τα τρένα που έβλεπα παιδί να ταξιδεύουν
ταξιδεύουν ακόμα, κι ας γέρασαν
κι ας κάποτε γίνηκαν πλοία στο βαθύ πέλαγο

ακούω το σφύριγμα τους κάθε ξημέρωμα
ακούω τον ψίθυρο τους
ν’ αναζητά μίαν ήρεμη ακόμα τροχιά να διανύσει
ένα κλάμα από γιασεμί
να μοιάζει με βροχή πίσω απ’ το λιόγερμα.

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

Καλό σου ταξίδι Παππού…


Το τραγούδι αυτό, μιλάει για τις γυναίκες που αποχαιρετούν τους άντρες τους καθώς εκείνοι φεύγουν να δουλέψουν στα ορυχεία του Βορρά.
Καλοκαίρι του ’62 ήταν που έφυγες για τα ορυχεία του Βελγίου.
23 χρόνια στο κάρβουνο, εκατοντάδες μέτρα κάτω από τη γη.
Άφησες τμήμα των δαχτύλων σου εκεί.
Όλοι κάτι αφήσατε, άλλοι δάχτυλα, άλλοι χέρια, τη ζωή τους άλλοι.
Σε θυμούμαι το ’84, σ’ εκείνα τα γκρίζα σπίτια του χωριού μας στο Μπέριγκεν, να μας περιμένεις με τη Γιαγιά -χρόνια που έφυγε εκείνη.
Βόλτες στις Κέρμες, γυρίσαμε θυμούμαι με σακούλες τις καραμέλες…
Βόλτες στο καφενείο της Σταυρούλας που σύχναζαν τα πατριωτάκια για μπύρα και καφέ-χρόνια πολλά κι αυτοί συνάδελφοι στη φάμπρικα οι πιο πολλοί.
Το σπίτι διώροφο, γεμάτο φωτογραφίες, εκείνες που κοσμούσαν και το σπίτι στην Ελλάδα, το πικαπ, η κούκλα με τη θρακιώτη στολή, τα βαριά του έπιπλα, που κατεβάσαμε από τα φορτηγά το ’87 με την επιστροφή σας.
Θυμούμαι κι εκείνες τις τσίχλες που μας φέρνατε τα καλοκαίρια, με τα σκρίπτ του Ντόναλντ, και γαμώτο, δε φύλαξα ποτέ κανένα από αυτά.
Σε θυμούμαι στο χωριό, να ταΐζεις εκείνο το κατσικάκι που έδιωξε η μάνα του, με το μπιμπερό, μας έμαθες να το ταΐζουμε κι εμείς.
Σε θυμούμαι στον μπαχτσέ, στα σταφύλια, στα δέντρα σου, στον κάμπο και στο μπαϊρι να πηγαίνεις φορώντας τη σάπκα σου.
Σε θυμούμαι στο κλείσιμο των σχολείων που ερχόσουν με τη Γιαγιά να μας πάρεις, να φύγουμε με το τρένο στο χωριό, κι ήταν πάντα όμορφη η διαδρομή κι ας ήταν μεγάλη, γιατί πριν το τέλος της, βλέπαμε από μακριά το σπίτι να μας περιμένει.
Τώρα εκείνο το σπίτι περιμένει τους νεκρούς του.
Θα στέκει πια σιωπηλό, όπως τόσα άλλα που κανείς από τους νοικοκυραίους τους δε θ’ ανοίξει τις κλειδωμένες τους πόρτες.
Καλό σου ταξίδι Παππού…


Τετάρτη 7 Ιουνίου 2017

Φθορά του χρόνου

Είμαστε
ότι πίσω της αφήνει
η φθορά του χρόνου
θύμησες κι επιθυμίες
sιωπές που πίσω τους
ανασαίνει η μοναξιά.

Και βράδια
που χώρεσαν τη ζωή μας
σε λέξεις, σ' αγγίγματα
που ζέσταναν την ψυχή μας.

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Συννεφιασμένα μάτια

Θα 'χουμε πάντα συννεφιασμένα μάτια
Όλοι οι καταραμένοι
Παρα τις προσευχές
Παρα τις έξοχα, κάποτε, μοιρασμένες στα χαρτιά λέξεις
Παρα τις προσπάθειες ν' ανασάνουμε βαθιά.

Ο δικός μας ουρανός
Θα 'ναι πάντα ο πιο συννεφιασμένος.

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

Σταθμοί

Μονάχα οι σταθμοί απομένουν
έπειτα από τόσα ταξίδια
τόσα ακυρωμένα εισιτήρια
τόσες αποσκευές χαμένες.
Κι εκείνοι με τη σειρά τους
γέρνουν λυπημένοι
σαν σε τελευταίο αποχαιρετισμό.