Ο χειμώνας τούτος
μας φυλακίζει στους λεπτοδείκτες του
τραβά απότομα τα ζεστά σκεπάσματα
χτυπά τους τοίχους μ’ απόγνωση.
Τα βράδια, κάποιος τραγουδάει στη γειτονιά
κρύβει θάνατο η φωνή του
σχίζει στα δύο την ψυχή μου και τον χρόνο.
Τώρα, που μένουν κλειστά τα φώτα
ποια χαρά θα μας ξημερώσει
και ποια λύπη θα ξενυχτίσει τη σκέψη μας
σαν τους πεθαμένους;
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εποχές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εποχές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021
Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020
Αν χάσαμε τόσους πολέμους
Αν χάσαμε τόσους πολέμους
είναι απ’ τη σκόνη που τύλιξε τη ζωή μας
όχι απ’ τα δάκρυα
είναι που κουρασθήκαμε περιμένοντας
που έσκισε τα ρούχα μας ο χρόνος
που δεν τρέξαμε όταν έπρεπε
τώρα, στα παλιά μας βιβλία
σελιδοδείκτες απόμειναν σε λευκές σελίδες
ζωή δίχως μνήμη
θάνατος δίχως μνήμη
κ’ οι πόλεμοι εδώ
δικοί μας
για πάντα χαμένοι.
είναι απ’ τη σκόνη που τύλιξε τη ζωή μας
όχι απ’ τα δάκρυα
είναι που κουρασθήκαμε περιμένοντας
που έσκισε τα ρούχα μας ο χρόνος
που δεν τρέξαμε όταν έπρεπε
τώρα, στα παλιά μας βιβλία
σελιδοδείκτες απόμειναν σε λευκές σελίδες
ζωή δίχως μνήμη
θάνατος δίχως μνήμη
κ’ οι πόλεμοι εδώ
δικοί μας
για πάντα χαμένοι.
Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2020
Μεγαλώσαμε φίλε
Πέρασαν κιόλας 25 χρόνια.
Μεγαλώσαμε φίλε.
Σκαλίζω πότε πότε τις παλιές φωτογραφίες.
Αμούστακα παιδιά, άλλοτε χαμογελαστά κι άλλοτε πάλι με βλέμμα αγριεμένο απ’ την εκπαίδευση.
Μεγαλώσαμε.
Μ’ αδιέξοδες πολλές φορές διαταγές, με απουσίες πολυήμερες από την οικογένεια, και με γιορτές που χάθηκαν ανάμεσα στα βήματα μιας περιπόλου κι ενός «Αλτ τις ει;»
Κανονισμοί, αναφορές, τιμωρίες για κάτι απ’ τα πολλά που σ’ ενόχλησε κι αντέδρασες.
Άνθρωποι που γνωρίσαμε και μείναμε κοντά, άλλοι που θάφτηκαν στις αποθήκες με τα σκάρτα, σκονισμένα υλικά.
Αυτοί οι τελευταίοι, οι τοξικοί, από χόμπι μας έκαναν τη ζωή δύσκολη.
Αντάμωσα κι εγώ κάποιους από αυτούς, μου χρωστούν το χαμόγελο που δεν έχω πιά.
Αλλάξαμε και τόπους πολλούς, δέσαμε σε κάποιο λιμάνι, άλλοι επέστρεψαν στα γνώριμα.
Θυμούμαι τους πιο πολλούς από εμάς, κάποιοι μας άφησαν, άλλοι απλά έφυγαν.
Ο Γιώργος Κ., ο Στέργιος Τ., ο Πέτρος Χ., ο Γιώργος Μ., ο ο Τάσος Π. που μοιραζόμασταν, το πάνω εγώ το κάτω εκείνος κρεβάτι στη Ροδόπολη, ο Στέργιος Λ. που υποδεχθήκαμε τον ερχομό του ’96 σε μια σκοπιά στις Κεχριές, ο Σταύρος Α. που φεύγοντας από Κομοτηνή μου έκανε έναν ιδιαίτερο αποχαιρετισμό και τον ευχαριστώ, ο Μένιος Τ. που συνεργασθήκαμε όμορφα στη Σάμο, ο Βασίλης Κ. που άλλαξε πλεύση πιά, ήταν οι δικοί μου, ας πούμε, άνθρωποι, έστω για λίγο, έστω για κάτι.
Άλλοτε δρόμοι παράλληλοι, άλλοτε κάπου τέμνονταν.
Δε λέω πολλά, όχι ακόμα.
Ο κυρ Νίκος, υπολοχαγός τότε, σκεπτόμενος κάποτε μεγαλόφωνα σε μια συζήτηση για τον στρατό, κοιτάζοντας το βουνό του Χορτιάτη, είπε: «πως μας ξεγέλασαν έτσι, περάσαμε μια ζωή μ’ ένα ψέμα».
Κ’ ήμουν στην αρχή ακόμα.
Μου άλλαξε την κοσμοθεωρία.
Θέλησα να ζήσω έξω από αυτό.
Σ’ ένα μεγάλο βαθμό το κατάφερα.
Βρίσκομαι στη στιγμή εκείνη που τα όπλα έχουν πια βαρύνει, και τ’ άρβυλα πονάνε τα πόδια.
Εύχομαι μονάχα ν’ αντέξω…
Μεγαλώσαμε φίλε.
Σκαλίζω πότε πότε τις παλιές φωτογραφίες.
Αμούστακα παιδιά, άλλοτε χαμογελαστά κι άλλοτε πάλι με βλέμμα αγριεμένο απ’ την εκπαίδευση.
Μεγαλώσαμε.
Μ’ αδιέξοδες πολλές φορές διαταγές, με απουσίες πολυήμερες από την οικογένεια, και με γιορτές που χάθηκαν ανάμεσα στα βήματα μιας περιπόλου κι ενός «Αλτ τις ει;»
Κανονισμοί, αναφορές, τιμωρίες για κάτι απ’ τα πολλά που σ’ ενόχλησε κι αντέδρασες.
Άνθρωποι που γνωρίσαμε και μείναμε κοντά, άλλοι που θάφτηκαν στις αποθήκες με τα σκάρτα, σκονισμένα υλικά.
Αυτοί οι τελευταίοι, οι τοξικοί, από χόμπι μας έκαναν τη ζωή δύσκολη.
Αντάμωσα κι εγώ κάποιους από αυτούς, μου χρωστούν το χαμόγελο που δεν έχω πιά.
Αλλάξαμε και τόπους πολλούς, δέσαμε σε κάποιο λιμάνι, άλλοι επέστρεψαν στα γνώριμα.
Θυμούμαι τους πιο πολλούς από εμάς, κάποιοι μας άφησαν, άλλοι απλά έφυγαν.
Ο Γιώργος Κ., ο Στέργιος Τ., ο Πέτρος Χ., ο Γιώργος Μ., ο ο Τάσος Π. που μοιραζόμασταν, το πάνω εγώ το κάτω εκείνος κρεβάτι στη Ροδόπολη, ο Στέργιος Λ. που υποδεχθήκαμε τον ερχομό του ’96 σε μια σκοπιά στις Κεχριές, ο Σταύρος Α. που φεύγοντας από Κομοτηνή μου έκανε έναν ιδιαίτερο αποχαιρετισμό και τον ευχαριστώ, ο Μένιος Τ. που συνεργασθήκαμε όμορφα στη Σάμο, ο Βασίλης Κ. που άλλαξε πλεύση πιά, ήταν οι δικοί μου, ας πούμε, άνθρωποι, έστω για λίγο, έστω για κάτι.
Άλλοτε δρόμοι παράλληλοι, άλλοτε κάπου τέμνονταν.
Δε λέω πολλά, όχι ακόμα.
Ο κυρ Νίκος, υπολοχαγός τότε, σκεπτόμενος κάποτε μεγαλόφωνα σε μια συζήτηση για τον στρατό, κοιτάζοντας το βουνό του Χορτιάτη, είπε: «πως μας ξεγέλασαν έτσι, περάσαμε μια ζωή μ’ ένα ψέμα».
Κ’ ήμουν στην αρχή ακόμα.
Μου άλλαξε την κοσμοθεωρία.
Θέλησα να ζήσω έξω από αυτό.
Σ’ ένα μεγάλο βαθμό το κατάφερα.
Βρίσκομαι στη στιγμή εκείνη που τα όπλα έχουν πια βαρύνει, και τ’ άρβυλα πονάνε τα πόδια.
Εύχομαι μονάχα ν’ αντέξω…
Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2020
Ο καιρός μας
Ξεχάσαμε την οσμή των ανθρώπων
μαθαίνουμε πάλι το βλέμμα να κοιτάμε
υποψιαζόμαστε το χαμόγελο
στρογγυλεύουμε τις άκρες των λέξεων
τώρα που δύσκολα ακούγονται
να μην πονάνε
κι απομένουμε
με την ελπίδα της απόδρασης
κάθε που σφυρίζει ένα τρένο
στον αντικρινό σταθμό.
μαθαίνουμε πάλι το βλέμμα να κοιτάμε
υποψιαζόμαστε το χαμόγελο
στρογγυλεύουμε τις άκρες των λέξεων
τώρα που δύσκολα ακούγονται
να μην πονάνε
κι απομένουμε
με την ελπίδα της απόδρασης
κάθε που σφυρίζει ένα τρένο
στον αντικρινό σταθμό.
Σάββατο 25 Ιουλίου 2020
Τι τρανός χορός θα γένει...
Είναι τα χρόνια πολλά που έχουν περάσει, είναι και οι μέρες τέτοιες, ξημερώνει της Αγίας Παρασκευής, παραμονή του Αγίου Παντελεήμονα.
Μεγάλη η γιορτή μας.
Όταν γιορτάζει ο τόπος σου, λένε, γιορτάζει κ’ η ψυχή σου.
Κι εμείς, αυτά τα φύλλα τα σκόρπια στις άκρες του κόσμου που γύριζε ο αγέρας κείνα τα καλοκαίρια και τα μάζευε, σ’ εκείνη την κουκίδα γης που υπάρχουν ακόμα οι ρίζες μας, γιορτάζαμε.
Μ’ εκείνη της παιδική μας αθωότητα, μ’ εκείνη τη δίψα να σημαδέψουμε νούμερα στο ημερολόγιο, 26-27 Ιουλίου, 6 και 15 Αυγούστου.
Ν’ ανάψουμε κερί, ν’ αφήσουμε την ψυχή μας να προσευχηθεί, να γυρίσουμε πάλι στο παιχνίδι, κι όχι ότι μας έλειψε καθόλου αυτό το τελευταίο.
Γέμιζαν οι ταβέρνες, τα καφενεία, η πλατεία, άφτιαχτη ακόμα τότε, με κόσμο.
Ντυμένοι τα καλά τους, οι πιο μεγάλοι κι οι πιο μικροί, άλλοι στο γλέντι, άλλοι στα παιχνίδια, άλλοι στη μεγάλη βόλτα από τη μια στην άλλη άκρη του χωριού και πίσω.
Και τα μπαλκόνια φωτισμένα, σα να χαίρουνταν κι αυτά για τη μεγάλη γιορτή.
Έρχονταν κ’ οι φίλοι απ’ το διπλανό χωριό, πηγαίναμε κι εμείς με τη σειρά μας.
Και δώσε χορός, και δώσε φαγιά, και δώσε γέλια, και δώσε…
Τώρα, πόρτες κλειστές.
Αυλές βουβές θαμμένες στ’ αγριόχορτα, θαρρείς μεγαλώνοντας πνίγουν και τη μνήμη μας…
Λίγα κεριά αναμμένα στο χώμα.
Οι τάφοι πολλοί.
Λυπημένα πια τα πανηγύρια.
Φταίνε τα χρόνια που περνούν;
Φταίει που αλλάξαμε όσα βρήκαμε και πια δεν βρίσκουν σπίτι οι αναμνήσεις;
Φταίει που μέσα μας αλλάξαμε πριν απ’ αυτά και κρύφτηκαν απ’ τ’ αγριόχορτα όσα ζήσαμε;
Ποιος θα μπορέσει να το πει;
Χρόνια μας πολλά, φύλλα πουλιά των Ψαθάδων που πάντα θα μας ενώνει…
Μεγάλη η γιορτή μας.
Όταν γιορτάζει ο τόπος σου, λένε, γιορτάζει κ’ η ψυχή σου.
Κι εμείς, αυτά τα φύλλα τα σκόρπια στις άκρες του κόσμου που γύριζε ο αγέρας κείνα τα καλοκαίρια και τα μάζευε, σ’ εκείνη την κουκίδα γης που υπάρχουν ακόμα οι ρίζες μας, γιορτάζαμε.
Μ’ εκείνη της παιδική μας αθωότητα, μ’ εκείνη τη δίψα να σημαδέψουμε νούμερα στο ημερολόγιο, 26-27 Ιουλίου, 6 και 15 Αυγούστου.
Ν’ ανάψουμε κερί, ν’ αφήσουμε την ψυχή μας να προσευχηθεί, να γυρίσουμε πάλι στο παιχνίδι, κι όχι ότι μας έλειψε καθόλου αυτό το τελευταίο.
Γέμιζαν οι ταβέρνες, τα καφενεία, η πλατεία, άφτιαχτη ακόμα τότε, με κόσμο.
Ντυμένοι τα καλά τους, οι πιο μεγάλοι κι οι πιο μικροί, άλλοι στο γλέντι, άλλοι στα παιχνίδια, άλλοι στη μεγάλη βόλτα από τη μια στην άλλη άκρη του χωριού και πίσω.
Και τα μπαλκόνια φωτισμένα, σα να χαίρουνταν κι αυτά για τη μεγάλη γιορτή.
Έρχονταν κ’ οι φίλοι απ’ το διπλανό χωριό, πηγαίναμε κι εμείς με τη σειρά μας.
Και δώσε χορός, και δώσε φαγιά, και δώσε γέλια, και δώσε…
Τώρα, πόρτες κλειστές.
Αυλές βουβές θαμμένες στ’ αγριόχορτα, θαρρείς μεγαλώνοντας πνίγουν και τη μνήμη μας…
Λίγα κεριά αναμμένα στο χώμα.
Οι τάφοι πολλοί.
Λυπημένα πια τα πανηγύρια.
Φταίνε τα χρόνια που περνούν;
Φταίει που αλλάξαμε όσα βρήκαμε και πια δεν βρίσκουν σπίτι οι αναμνήσεις;
Φταίει που μέσα μας αλλάξαμε πριν απ’ αυτά και κρύφτηκαν απ’ τ’ αγριόχορτα όσα ζήσαμε;
Ποιος θα μπορέσει να το πει;
Χρόνια μας πολλά, φύλλα πουλιά των Ψαθάδων που πάντα θα μας ενώνει…
Δευτέρα 13 Απριλίου 2020
Παράξενη εποχή
Ζούμε
μια εποχή που δεν είχαμε ποτέ φανταστεί, όχι πόλεμο, η κοινωνία μας δοκιμάστηκε
σε πολλούς πολέμους κι έμαθε να επιβιώνει, να ανθίζει ξανά.
Δεν
ξέρω να την ονομάσω.
Είναι
η εποχή που θα πρέπει να γνωρίσουμε, αληθινά, τον άνθρωπο μέσα μας.
Όσα
μας κράτησαν μακριά από αυτό έχουν πιά πάψει ή έστω έχουν υπερκεραστεί από κάτι
άλλο πιο δυνατό, πιο αναγκαίο, την επιβίωση.
Πρέπει
έπειτα να μάθουμε τον γείτονα, αυτόν που μέχρι εχθές του κρατούσαμε κλειστή την
πόρτα, τον κακολογούσαμε πιθανόν, μαλώναμε μαζί του.
Αυτός
μας έμεινε, μ’ αυτόν μπορούμε έστω από το μπαλκόνι να μιλάμε.
Κλείσαν
οι εκκλησίες μας.
Πιστεύοντες
και μη, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό κλονίσθηκαν.
Αλλάζει
κατά κάποιο τρόπο η καθημερινότητα μας, άρα και η ζωή μας.
Ας
το δούμε ως δοκιμασία, δεν ωφελούν ούτε οι κατάρες, ούτε οι βρισιές.
«Η
βασιλεία του Θεού ειναι μέσα σου και γύρω σου.
Οχι
σε κτιρια απο ξύλο και πέτρα.
Σπάσε
ένα κομμάτι ξύλο και είμαι εκεί.
Σήκωσε
μια πέτρα και θα με βρείτε.»
Ο
Θεός είναι μέσα μας, είναι η πίστη και η δύναμη μας.
Δεν
είναι οι εικόνες, εικόνες έχουμε και στο σπίτι – και πόσοι άραγε από εμάς έχουν
ακόμα εικονοστάσι – δεν είναι το κερί, έχουμε εξάλλου και το καντηλάκι στο
εικόνισμα μπροστά.
Θεός
είναι η αγάπη.
Ας
κοινωνήσουμε λοιπόν, αυτό το Πάσχα, της ανάγκη του συνανθρώπου μας, ας ανάβουμε
μαζί του αυτόν τον Γολγοθά, απαλλαγμένοι καθώς είμαστε από κάθε κοσμικότητα,
όχι από λύπηση για αυτόν αλλά από αγάπη, από συμπόνια.
Όπως
το έγραψα και παραπάνω, ας μάθουμε εμάς κι ας μάθουμε τον δίπλα από εμάς ή αν
θέλετε ας μάθε εμάς μέσα από τον δίπλα μας.
Θα
περάσει.
Κι
όταν όλα θα έχουν αρχίσει να παίρνουν τον δρόμο τους, ας πάρουν ένα δρόμο νέο,
ομορφότερο.
Ας
είναι αυτό η συγγνώμη που θα έπρεπε να ζητάμε πριν πάμε να κοινωνήσουμε ή πριν
κοιτάξουμε τον άλλο στα μάτια.
Δεν
είναι για όλους εύκολες οι λέξεις.
Δοκιμασία
είναι και θα περάσει.
Ας
είμαστε δυνατοί για όσα θα ακολουθήσουν.
Ας
ανοίξουμε την ψυχή μας να νιώσουμε το νόημα του Θείου δράματος κι ας οδηγηθούμε
σε μια ανάσταση ουσιαστική.
Καλό
Πάσχα, φίλοι μου.
Παρασκευή 19 Απριλίου 2019
Πάσχα στο χωριό...
Σα να γίνονται πάντα, θυμούμαι τις εικόνες αυτές, κι ας ήταν
μόλις λίγες οι φορές που συνέβη.
Ίσως και να ‘ναι τόσο γεμάτες οι μνήμες που δεν αφήνουν
περιθώρια για «χρονικές απώλειες».
Πάλι Πάσχα στο χωριό! Πάντα Πάσχα στο χωριό!!
Το σπίτι ανοιχτό, με τα τσουρέκια να ζυμώνονται απ’ τη γιαγιά
Θοδώρα για να ψηθούν στον ξυλόφουρνο του απέναντι σπιτιού, της γιαγιάς
Αναστασίας, και να γεμίσει αρώματα η γειτονία.
Τόσα αρώματα…
Και τα πρώτα, έτσι για το μεζέ, εξαφανίζονταν εν ριπή
οφθαλμού, παρά τα μαλώματα και τις φωνές της γιαγιάς.
Παιχνίδια απ’ το ξημέρωμα στο σχολείο και στο καμαράκι
-αχ αυτό μας το καμαράκι, το μαγικό μας καμαράκι, το ορμητήριο μας για κάθε
σκανδαλιά..-
Το απόγευμα μπάνιο κι εκκλησία.
Επιβεβλημένα.
Λίγο πριν τον Επιτάφιο, στο χτύπημα της καμπάνας,
περίμενα το αυτοκίνητο να δω, και το έβλεπα!
Πόση η λαχτάρα να δω τη Μαμά και τον Μπαμπά να
έρχονται!!!
Κι άλλαζε ρούχα η μέρα, κι ας ήταν πένθιμη λόγω Επιταφίου…
Κ’ ύστερα το σφάξιμο του κατσικιού, το ξάκρισμα για τη
μαγειρίτσα, το σούβλισμα.
Κ’ η ανάσταση, στην εκκλησία, με τα πυροτεχνήματα συνήθως
στα χέρια -όλα τα παιδιά- κι ο μικρός μας πόλεμος ζωντανός ακόμα και την
τελευταία φορά που ανταμώσαμε κι ας είχαμε πια ο καθένας την δική του οικογένεια
πιά…
Μετρώντας τα χρόνια, μου βγαίνει μεγαλύτερη η απόσταση
του χρόνου τόσο από την τότε ηλικία όσο και από τα χρόνια που συνθέσαν τη μνήμη
αυτή.
Είναι όμως τόσο γεμάτη…
Κι ας μη καταφέρνω να την αποδώσω, δεν τα κατάφερα ποτέ
με τις λέξεις..
Είναι οι μνήμες αυτές που κρατούν ζωντανούς τους ανθρώπους
που έχουν πια φύγει.
Την γιαγιά, από τότε, τον παππού, ούτε χρόνος, η
γειτονιάς μας που άδειασε, κι όλα εκείνα που πια δεν υπάρχουν ανάμεσα μας..
Όλα αλλάζουν μέσα μας.
Ο τρόπος να βλέπουμε, που νιώθουμε, που αντιδρούμε.
Αλλάζουμε κι όσο αλλάζουμε φεύγουμε μακριά απ’ τη ζωή που
κάποτε ζήσαμε, και παρά τις ευχές δεν θα καταφέρουμε ποτέ να έχουμε κάτι από εκείνη.
Σας κοιτώ στα μάτια πάντοτε, να το θυμάστε.
Εσείς, που χτίσαμε μαζί τις μνήμες των παιδικών, των
εφηβικών μας χρόνων, αυτές που με κράτησαν και μ’ έβγαλαν ως εδώ.
Κι ας δεν ήμαστε δυστυχώς όλοι εδώ.
Καλές γιορτές.
Εύχομαι τα άνθη της κερασιάς να στολίσουν την ψυχή σας και
το τραπέζι σας.
Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018
Προσευχή
Έρχονται
βράδια, που μια προσευχή μας κρατά στην πραγματικότητα, πίσω απ’ αυτή, ένα
τρένο σφυρίζει, χάνεται απ’ ανοιχτό παράθυρο παρασέρνοντας σημειώσεις, αριθμούς
τηλεφώνων που δεν χτύπησαν, τις παλιές μας φωτογραφίες..
Στο
δρόμο, ένα πιάνο λυπημένο, παίζει την τελευταία του συγχορδία αποχαιρετώντας τον
άγγελο που στάθηκε λίγο πλάι του πριν ανέλθει στον ουρανό.
Μια
προσευχή, κάτω απ’ τις φτερούγες των αγγέλων που ανεβαίνουν ψηλά, θα σώσουν τις
λεπτομέρειες που χτίζουν τη ζωή μας.
Σάββατο 11 Αυγούστου 2018
Οι άνθρωποι στον καθρέφτη
Μείναμε λίγοι πια.
Κλείσαμε πόρτες που πίσω τους
βυθίστηκαν οι άνθρωποι στο ψέμα
σμίλεψαν στο πρόσωπο τους την αχαριστία
χάραξαν μ’ ένα μαχαίρι
πληγή βαθιά.
Χειμώνας, τρέμουν τα χέρια σα φύλλα
σα μάτια παιδικά που τα κλειδώσαν
πίσω από λέξεις, ξένες απ’ τις πράξεις
κι αφήνουν μια λύπη
ένα παράπονο στ’ αγκάλιασμα
έναν σπαραγμό που δε φανερώθηκε ακόμα.
Και τα βήματα μας γυμνά
δίχως ρίζες, δίχως αποσκευές, δίχως μνήμες
με μια τραυματισμένη αθωότητα
αγγίζουν παιχνίδια παλιά
απ’ ανθρώπους που σπάσαμε μέσ’ στον καθρέφτη
και στρέψαμε αλλού το βλέμμα.
Είναι τόση η ερημιά, κι εμείς, νικημένοι
τα βράδια δίχως ύπνο μας στοιχειώνουν
κι ολοένα χιονίζει, μεσοκαλόκαιρο τάχα
η ράχη μας καμένη απ’ τη σιωπή της ψυχής.
Δε θα ‘χει πέτρα κάτω απ’ τα πόδια μας το βήμα
καθώς θ’ ανεβαίνει προς τα νεκρά τοπία που ζωγραφίζουμε.
Τρίτη 7 Αυγούστου 2018
Ο μέσα μου κόσμος
Κι
όμως, μέσα μου υπάρχει ένας κόσμος
π΄
αφήνει ανοιχτά παράθυρα στον ήλιο
πόρτες
ξεκλείδωτες στους περαστικούς
έχουν
κι ένα λουλούδι στα χέρια
άλλος
ένα γαρύφαλλο, άλλος γιασεμί
άλλος
το νυχτολούλουδο
που
δεν ευδοκίμησε στο μπαλκόνι μας
κι
όμως, κάθε που νυχτώνει
αφήνει
τ’ άρωμά του
κρύβεται
στα διπλωμένα ρούχα
παίζει
στ’ ανοιχτά ρουθούνια
κι
έπειτα ξημερώνει
κι
έχει μουσκέψει τα πάντα η βροχή.
Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018
Οι σκάλες
Ανεβαίνουμε με δυσκολία τις σκάλες
τα πόδια πονάνε, τα χέρια δε βαστάνε
πιά.
Τα σκονισμένα πορτρέτα στους τοίχους
μας κοιτάζουν
αφήνοντας ένα ίχνος λύπης απ’ όπου
περάσαμε.
Θα ναυαγήσουμε πριν την αυγή.
Η θάλασσα
θα βγάλει στην ακτή τα υπάρχοντα μας.
Λίγα κογχύλια, κάποιο δίχτυ
κάποιο σημάδι παραθαλάσσιου οικισμού.
Θα σταθούμε πάνω στην πέτρα την
αγριεμένη
από της θάλασσας το χτύπημα
απ’ την αλμύρα της
από το βάρος των δακρύων που αφήσαμε
εμείς και τόσοι άλλοι ακόμα
χίλιους αιώνες τώρα βασανισμένοι
καταδικασμένοι από χέρι κάποιου Θεού
που πιά δεν υπάρχει.
Θα βλέπουμε τα φώτα της χαράς των
ανθρώπων
μίλια μακριά, ξένα από εμάς
σα μικρές φωτοβολίδες
να μετράν τον ουρανό απ’ άκρη σ’ άκρη
γυρεύοντας μίαν απάντηση
ή μίαν άρνηση.
Κ’ οι σκάλες, ακόμα ατέλειωτες
τα βήματα μικρά
δεν αρκούν να προφτάσεις το φεγγάρι
θα λυγίσει η νύχτα στον πιο σκοτεινό της
ουρανό.
Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017
Ημέρα σκοτεινή
Αναρωτιέμαι τώρα τι να κάνεις
είναι μακριά κάποτε η κουζίνα
το υπνοδωμάτιο
ο μικρός μας κήπος στο μπαλκόνι.
Είναι ημέρα σκοτεινή
κι οι δρόμοι που παίρνω
λιγοστεύουν και χάνονται.
Ξεμένω από βήματα
από λέξεις
κι αποστάσεις.
Τι άραγε να σκέφτεσαι;
Με ποιο τραγούδι να ταξιδεύεις;
Μόνο το φεγγάρι
κάνει τα χέρια μου
να γεμίζουν από εσένα
και το αγιόκλημα
στης πόρτας μας την άκρη.
είναι μακριά κάποτε η κουζίνα
το υπνοδωμάτιο
ο μικρός μας κήπος στο μπαλκόνι.
Είναι ημέρα σκοτεινή
κι οι δρόμοι που παίρνω
λιγοστεύουν και χάνονται.
Ξεμένω από βήματα
από λέξεις
κι αποστάσεις.
Τι άραγε να σκέφτεσαι;
Με ποιο τραγούδι να ταξιδεύεις;
Μόνο το φεγγάρι
κάνει τα χέρια μου
να γεμίζουν από εσένα
και το αγιόκλημα
στης πόρτας μας την άκρη.
Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017
Κλειστό δωμάτιο
Κι είναι
τα μάτια μας
τόσο
λυπημένα όταν νυχτώνει
καθώς
στο κλειστό δωμάτιο
απομένει
ένα κύμα σιωπής
να σπάει
στους
ρυτιδωμένους τοίχους.
Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2017
Tελευταίο τανγκό
Μεταλαβαίνω τις
σιωπές σου
με μαύρο
χρώμα
ορίζουν ένα κελί
μικρό
και θα σε βρω
στην αγκαλιά του να προσεύχεσαι
νύχτες και
νύχτες
και ώρες
λυπημένες απογευματινές
θα έρθεις
κάποτε
και θα ‘χω
μια πικροδάφνη στα χείλη
να παίζω
εκείνο
«το
τελευταίο μας τανγκό στο Παρίσι»
Κυριακή 27 Αυγούστου 2017
Μικρή προσευχή
Μια μικρή
προσευχή οι
Κυριακές
κάτω απ’ τα
πεύκα,
μέσα στα γέλια του παιδιού,
μέσα στην
αγκαλιά σου.
Τρίτη 22 Αυγούστου 2017
Η γέννηση της σιωπής
Επιστρέφουμε
απ’ το μέτωπο
νικητές και νικημένοι
ξένοι στην
παλιά ζωή μας
κι αλήθεια
πως
στριμώξαμε τόσο πολύ τις λέξεις
για να
γεννήσουμε τη σιωπή;
Κυριακή 6 Αυγούστου 2017
Θα σε φυλάξω
Θα σε φυλάξω
κάτω απ’ τα σκεπάσματα του κρεβατιού
εκεί όπου κρυβόμουνα
μετά τις σκανδαλιές
κι έκανε πως μ’ έψαχνε η μάνα
να μου τις βρέξει
θα σε φυλάξω
όπως όλα τ’ αρχαία
παιδικά μυστικά
στην πιο τρυφερή
εκδοχή της ψυχής μου
Δευτέρα 16 Μαΐου 2016
Στρατιώτης ποιητής
Έλιωσαν τα
ρούχα μου με τα χρόνια
στρατιώτης
ποιητής σ’ έναν κόσμο που σαπίζει.
Διαβάζω για
τους Μάρτηδες
που σκέπασαν
γαρύφαλλα τις πληγές τους
ακούω τους
Απρίλιδες καθώς σκάβουν
λαγούμια στο
χώμα που πατώ.
Κι όλο
πληθαίνουν οι κλαγγές
κι όλο οι
πληγές βαθαίνουν
κι
αναρωτιέμαι
πως γίνεται
κάποτε να ξεχνάς
και να
συνεχίζεις;
Σάββατο 14 Μαΐου 2016
Παιδικό βλέμμα
Καθώς νυχτώνει
βγαίνουν οι
ποιητές στους δρόμους
μια μικρή
μελαγχολική στρατιά
γράφουν
λέξεις στους τοίχους
λίγοι τις διαβάζουν
λιγότεροι τις
καταλαβαίνουν
κι είναι
αυτοί
που ψηλά ανεβάζουν
τ’ αστέρια
κι όλα τα
παιδικά μάτια θα στρέφονται εκεί
λίγο φως να
δεχθούν.
Όταν οι μέρες
νιώθουμε πως έχουν τελειώσει
ένα φως από μακριά
πάντα μας οδηγεί
κι ένα
παιδικό βλέμμα
την αλήθεια μας
φανερώνει.
Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015
Η εποχή της σιωπής
Τώρα που ναυάγησαν
κ’ οι σιωπές
μόνο το
χιόνι περιφέρεται στους έρημους διαδρόμους…
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)