Σάββατο, 25 Ιουλίου 2020

Τι τρανός χορός θα γένει...

Είναι τα χρόνια πολλά που έχουν περάσει, είναι και οι μέρες τέτοιες, ξημερώνει της Αγίας Παρασκευής, παραμονή του Αγίου Παντελεήμονα.
Μεγάλη η γιορτή μας.
Όταν γιορτάζει ο τόπος σου, λένε, γιορτάζει κ’ η ψυχή σου.
Κι εμείς, αυτά τα φύλλα τα σκόρπια στις άκρες του κόσμου που γύριζε ο αγέρας κείνα τα καλοκαίρια και τα μάζευε, σ’ εκείνη την κουκίδα γης που υπάρχουν ακόμα οι ρίζες μας, γιορτάζαμε.
Μ’ εκείνη της παιδική μας αθωότητα, μ’ εκείνη τη δίψα να σημαδέψουμε νούμερα στο ημερολόγιο, 26-27 Ιουλίου, 6 και 15 Αυγούστου.
Ν’ ανάψουμε κερί, ν’ αφήσουμε την ψυχή μας να προσευχηθεί, να γυρίσουμε πάλι στο παιχνίδι, κι όχι ότι μας έλειψε καθόλου αυτό το τελευταίο.
Γέμιζαν οι ταβέρνες, τα καφενεία, η πλατεία, άφτιαχτη ακόμα τότε, με κόσμο.
Ντυμένοι τα καλά τους, οι πιο μεγάλοι κι οι πιο μικροί, άλλοι στο γλέντι, άλλοι στα παιχνίδια, άλλοι στη μεγάλη βόλτα από τη μια στην άλλη άκρη του χωριού και πίσω.
Και τα μπαλκόνια φωτισμένα, σα να χαίρουνταν κι αυτά για τη μεγάλη γιορτή.
Έρχονταν κ’ οι φίλοι απ’ το διπλανό χωριό, πηγαίναμε κι εμείς με τη σειρά μας.
Και δώσε χορός, και δώσε φαγιά, και δώσε γέλια, και δώσε…

Τώρα, πόρτες κλειστές.
Αυλές βουβές θαμμένες στ’ αγριόχορτα, θαρρείς μεγαλώνοντας πνίγουν και τη μνήμη μας…
Λίγα κεριά αναμμένα στο χώμα.
Οι τάφοι πολλοί.
Λυπημένα πια τα πανηγύρια.

Φταίνε τα χρόνια που περνούν;
Φταίει που αλλάξαμε όσα βρήκαμε και πια δεν βρίσκουν σπίτι οι αναμνήσεις;
Φταίει που μέσα μας αλλάξαμε πριν απ’ αυτά και κρύφτηκαν απ’ τ’ αγριόχορτα όσα ζήσαμε;
Ποιος θα μπορέσει να το πει;

Χρόνια μας πολλά, φύλλα πουλιά των Ψαθάδων που πάντα θα μας ενώνει…