Τρίτη, 27 Αυγούστου 2019

Ο ερωτευμένος βιολιστής


Αργά το βράδυ, πίσω απτα μεγάλα δέντρα του κήπου, φανερωνόταν ένας ερωτευμένος βιολιστής. Άπλωνε τις μουσικές του πάνω απ’ τις στέγες πλέκοντας έναν καινούργιο ουρανό γεμάτο νότες και χρώματα. Η ξαδέρφη στο απέναντι σπίτι, έβγαινε στο παράθυρο, άνοιγε τα χέρια της ψηλά στον ουρανό, θαρρείς να υποδεχθεί το φως της νέας ημέρας.
Ήταν Κυριακή, η εκκλησία τέλειωσε νωρίς, ήμουν μικρός και δε γνώριζα, έμαθα μετά πως εκείνος ο λευκοντυμένος στη λειτουργία που έμοιαζε με τον βιολιστή, ήταν άγγελος.
Η ξαδέρφη έφυγε, πίσω απ’ τις μαυροφόρες στέκουνταν ο βιολιστής, έπαιζε μια μελωδία που μύριζε βροχή.
Δεν έβρεξε εκείνο το βράδυ, μήτε το επόμενο, ο άγγελος μόνο χαμηλόφωνα έψαλε «Ὡς ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται…»