Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2020

Μέρα Κυριακή

Οι νύχτες που με ταξίδευαν
τώρα σιωπαίνουν
ανεξόφλητοι λογαριασμοί
πλάι σε σημειώσεις που δεν αγγίζω.

Δεν ξέρω πια τι φέρνει ο καιρός
τρέχω στις γειτονιές
πάνω απ’ τα φτερά των πουλιών

- μέχρι τις τρείς το ξημέρωμα
τραγουδούσαν εψές
παράδοξο τέτοια εποχή -

από μπαλκόνι σε μπαλκόνι
μέρα Κυριακή
της λιτανείας του Αγίου Στεφάνου.

Θα ξαποστάσω πλάι στη θάλασσα
σ’ ένα φανάρι του Αιγαίου
ν’ αγναντεύω τα παλιά ταξίδια
μ’ ένα εισιτήριο φθαρμένο απ’ την αρμύρα.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2020

Αν χάσαμε τόσους πολέμους

Αν χάσαμε τόσους πολέμους
είναι απ’ τη σκόνη που τύλιξε τη ζωή μας
όχι απ’ τα δάκρυα

είναι που κουρασθήκαμε περιμένοντας
που έσκισε τα ρούχα μας ο χρόνος
που δεν τρέξαμε όταν έπρεπε

τώρα, στα παλιά μας βιβλία
σελιδοδείκτες απόμειναν σε λευκές σελίδες

ζωή δίχως μνήμη
θάνατος δίχως μνήμη

κ’ οι πόλεμοι εδώ
δικοί μας
για πάντα χαμένοι.

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2020

Μεγαλώσαμε φίλε

Πέρασαν κιόλας 25 χρόνια.
Μεγαλώσαμε φίλε.
Σκαλίζω πότε πότε τις παλιές φωτογραφίες.
Αμούστακα παιδιά, άλλοτε χαμογελαστά κι άλλοτε πάλι με βλέμμα αγριεμένο απ’ την εκπαίδευση.
Μεγαλώσαμε.
Μ’ αδιέξοδες πολλές φορές διαταγές, με απουσίες πολυήμερες από την οικογένεια, και με γιορτές που χάθηκαν ανάμεσα στα βήματα μιας περιπόλου κι ενός «Αλτ τις ει;»
Κανονισμοί, αναφορές, τιμωρίες για κάτι απ’ τα πολλά που σ’ ενόχλησε κι αντέδρασες.
Άνθρωποι που γνωρίσαμε και μείναμε κοντά, άλλοι που θάφτηκαν στις αποθήκες με τα σκάρτα, σκονισμένα υλικά.
Αυτοί οι τελευταίοι, οι τοξικοί, από χόμπι μας έκαναν τη ζωή δύσκολη.
Αντάμωσα κι εγώ κάποιους από αυτούς, μου χρωστούν το χαμόγελο που δεν έχω πιά.
Αλλάξαμε και τόπους πολλούς, δέσαμε σε κάποιο λιμάνι, άλλοι επέστρεψαν στα γνώριμα.
Θυμούμαι τους πιο πολλούς από εμάς, κάποιοι μας άφησαν, άλλοι απλά έφυγαν.

Ο Γιώργος Κ., ο Στέργιος Τ., ο Πέτρος Χ., ο Γιώργος Μ., ο ο Τάσος Π. που μοιραζόμασταν, το πάνω εγώ το κάτω εκείνος κρεβάτι στη Ροδόπολη, ο Στέργιος Λ. που υποδεχθήκαμε τον ερχομό του ’96 σε μια σκοπιά στις Κεχριές, ο Σταύρος Α. που φεύγοντας από Κομοτηνή μου έκανε έναν ιδιαίτερο αποχαιρετισμό και τον ευχαριστώ, ο Μένιος Τ. που συνεργασθήκαμε όμορφα στη Σάμο, ο Βασίλης Κ. που άλλαξε πλεύση πιά, ήταν οι δικοί μου, ας πούμε, άνθρωποι, έστω για λίγο, έστω για κάτι.

Άλλοτε δρόμοι παράλληλοι, άλλοτε κάπου τέμνονταν.
Δε λέω πολλά, όχι ακόμα.

Ο κυρ Νίκος, υπολοχαγός τότε, σκεπτόμενος κάποτε μεγαλόφωνα σε μια συζήτηση για τον στρατό, κοιτάζοντας το βουνό του Χορτιάτη, είπε: «πως μας ξεγέλασαν έτσι, περάσαμε μια ζωή μ’ ένα ψέμα».
Κ’ ήμουν στην αρχή ακόμα.
Μου άλλαξε την κοσμοθεωρία.
Θέλησα να ζήσω έξω από αυτό.
Σ’ ένα μεγάλο βαθμό το κατάφερα.
Βρίσκομαι στη στιγμή εκείνη που τα όπλα έχουν πια βαρύνει, και τ’ άρβυλα πονάνε τα πόδια.
Εύχομαι μονάχα ν’ αντέξω…

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2020

«Παλιέ μου φίλε, τι γυρεύεις;»

Θα πάρω πάλι το τρένο, βραδινό, για Διδυμότειχο.
Οι ενοχές μου όλες εκεί, απλωμένες κατά μήκος της γραμμής, μέχρι τέλους.
Χρόνια που λείπω, χρόνια που έπαψα ν’ ανασαίνω εκείνον τον αέρα, τον μπλεγμένο με τ’ άρωμα των νερών του ποταμού, με τα κομμένα στον κάμπο τριφύλλια, τα καλαμπόκια και τα λιόσπορα.
Διψά η ψυχή μου για μια βόλτα τελευταία με τις ρόδες ενός κάρου να σχίζουν την γαλήνη του απογεύματος στον κάμπο.

Λένε, πως κάποτε, κάποιος, συνάντησε έναν άγιο εκεί.

Ψηλαφώ με τις άκρες των δαχτύλων να βρω κάποιο άγγιγμα παλιό.
Ξεπροβάλουν εικόνες, και ήχοι, ψήγματα απ’ ένα μακρινό παρελθόν.
Στήριγμα γερό, κι ίσως για όσους έμειναν σημασία καμία να μην έχει, για εμάς που φύγαμε όμως, καταφύγιο στο γύρισμα του καιρού...

Ο ήλιος πάντα μεγάλος, ίδιο μεγάλο και το φεγγάρι, και τα μάτια που κοιτάζω μένουν πάντοτε παιδικά και διψασμένα διαρκώς για εικόνες και χρώματα.

Στέκουμαι στην άκρη του μπαλκονιού, του τότε, του στενού, μ’ εκείνα τα θαλασσιά του κάγκελα – μου είναι ξένο όπως μοιάζει τώρα – από την άκρη του βλέπω το παλιό χωριό στην άλλη όχθη του ποταμού, τα σπίτια των θείων μου, νομίζω πως θ’ ακούσω κάποιον να μιλάει χωρίς να μπορώ να τον δω, όμως κανείς δεν ακούγεται.

«Παλιέ μου φίλε, τι γυρεύεις;»

Ακριβώς όπως το γράφει ο ποιητής.
Τι γυρεύεις;
Όλα έχουν αλλάξει εκτός από τις δικές σου αναμνήσεις.
Δεν παγώνει ο χρόνος ν’ αρχίσουν όλα εκεί που τ’ άφησες πριν χρόνια.

Οι άνθρωποι φεύγουν, αλλάζουν, γυρεύουν άλλα λιμάνια, άλλους ήχους ν’ ακούσουν, άλλα χέρια να κρατήσουν.
Όπως εσύ.
Τι γυρεύεις εκτός από τις παλιές σου αναμνήσεις;

Το σπίτι άλλαξε, τα έπιπλα δόθηκαν, τα εργαλεία πετάχτηκαν, οι κτήτορες του μας άφησαν, οι άνθρωποι γύρω είτε λιγοστέψαν είτε άλλαξαν.

«Παλιέ μου φίλε, τι γυρεύεις;»

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2020

Τα θέλω μας

Μεταμορφώνουν τα θέλω μας οι νύχτες
ρίχνονται σαν πόθοι στα ξέστρωτα κρεβάτια
για να συρθούν κατάκοπα με το ξημέρωμα
και να χαθούν στις πιο σκονισμένες μας λέξεις.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2020

Κυριακές

Τις Κυριακές, μετά την εκκλησία
πετάνε λυπημένα τα πουλιά
θαρρείς γνωρίζουνε για τα μνημόσυνα
θαρρείς και τα βαραίνει το στάρι
που με τη γλύκα του κατακαίει την ψυχή.


Οροπέδιο, τεύχος 22, Χειμώνας 2019

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2020

Ο καιρός μας

Ξεχάσαμε την οσμή των ανθρώπων
μαθαίνουμε πάλι το βλέμμα να κοιτάμε
υποψιαζόμαστε το χαμόγελο
στρογγυλεύουμε τις άκρες των λέξεων
τώρα που δύσκολα ακούγονται
να μην πονάνε
κι απομένουμε
με την ελπίδα της απόδρασης
κάθε που σφυρίζει ένα τρένο
στον αντικρινό σταθμό.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2020

Κόκκινα φώτα

Κόκκινα τα φώτα που ξεχωρίζουν
- όταν έχουν οι δρόμοι πάψει τις φωνές τους -
απ’ τα έρημα θαρρείς σπίτια
που κρύβουν τη μοναξιά τους
στο φως της μέρας.

Και μαντεύεις τα πεσμένα στο πάτωμα ρούχα
τα ίχνη όζας στο τραπεζάκι
τη μισάνοιχτη πόρτα της ντουλάπας
τα φαντεζί της ρούχα

κι εκείνο που πάντα σου διαφεύγει
είναι τα δάκρυα στο πάτωμα πλάι στα ρούχα
ο πόνος κάτω απ’ τα ίχνη στο τραπεζάκι
η απελπισία
κάτω απ’ τα στρας που λάμπουν στα φώτα.

Κόκκινα τα φώτα που ξεχωρίζουν
όταν νυχτώνει μέσα μας η ανθρωπιά.

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2020

Τι τρανός χορός θα γένει...

Είναι τα χρόνια πολλά που έχουν περάσει, είναι και οι μέρες τέτοιες, ξημερώνει της Αγίας Παρασκευής, παραμονή του Αγίου Παντελεήμονα.
Μεγάλη η γιορτή μας.
Όταν γιορτάζει ο τόπος σου, λένε, γιορτάζει κ’ η ψυχή σου.
Κι εμείς, αυτά τα φύλλα τα σκόρπια στις άκρες του κόσμου που γύριζε ο αγέρας κείνα τα καλοκαίρια και τα μάζευε, σ’ εκείνη την κουκίδα γης που υπάρχουν ακόμα οι ρίζες μας, γιορτάζαμε.
Μ’ εκείνη της παιδική μας αθωότητα, μ’ εκείνη τη δίψα να σημαδέψουμε νούμερα στο ημερολόγιο, 26-27 Ιουλίου, 6 και 15 Αυγούστου.
Ν’ ανάψουμε κερί, ν’ αφήσουμε την ψυχή μας να προσευχηθεί, να γυρίσουμε πάλι στο παιχνίδι, κι όχι ότι μας έλειψε καθόλου αυτό το τελευταίο.
Γέμιζαν οι ταβέρνες, τα καφενεία, η πλατεία, άφτιαχτη ακόμα τότε, με κόσμο.
Ντυμένοι τα καλά τους, οι πιο μεγάλοι κι οι πιο μικροί, άλλοι στο γλέντι, άλλοι στα παιχνίδια, άλλοι στη μεγάλη βόλτα από τη μια στην άλλη άκρη του χωριού και πίσω.
Και τα μπαλκόνια φωτισμένα, σα να χαίρουνταν κι αυτά για τη μεγάλη γιορτή.
Έρχονταν κ’ οι φίλοι απ’ το διπλανό χωριό, πηγαίναμε κι εμείς με τη σειρά μας.
Και δώσε χορός, και δώσε φαγιά, και δώσε γέλια, και δώσε…

Τώρα, πόρτες κλειστές.
Αυλές βουβές θαμμένες στ’ αγριόχορτα, θαρρείς μεγαλώνοντας πνίγουν και τη μνήμη μας…
Λίγα κεριά αναμμένα στο χώμα.
Οι τάφοι πολλοί.
Λυπημένα πια τα πανηγύρια.

Φταίνε τα χρόνια που περνούν;
Φταίει που αλλάξαμε όσα βρήκαμε και πια δεν βρίσκουν σπίτι οι αναμνήσεις;
Φταίει που μέσα μας αλλάξαμε πριν απ’ αυτά και κρύφτηκαν απ’ τ’ αγριόχορτα όσα ζήσαμε;
Ποιος θα μπορέσει να το πει;

Χρόνια μας πολλά, φύλλα πουλιά των Ψαθάδων που πάντα θα μας ενώνει…


Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2020

Πικρό σαράκι

Τις νύχτες, αλυχτάει μέσα μας το πικρό σαράκι
τρώει τα σωθικά, τρώει όσα χόρτασαν την ψυχή μας.
Ο καιρός, κουρασμένος απ’ τις τόσες καταιγίδες
σέρνει μέσα τους έναν πόνο βουβό, μεγάλο
κατάλοιπο μιας προσευχής ανολοκλήρωτης.

Θα ξυπνήσουμε πάλι γυμνοί, κρυμμένοι
στα καθαρά και σιδερωμένα ρούχα μας.
Μα κάθε πρωί, θα τρίζει μέσα μας η ελπίδα
όπως τα παράθυρα των σπιτιών
που δεν απόμεινε κανείς μέσα τους για να μιλήσουν.

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2020

Μητέρα

Πεινούσαμε πολύ τις νύχτες
πάνω στα χάρτινα καράβια μας
καθώς λύναμε κάβους για άλλα λιμάνια.

Κι ερχόταν η μητέρα
βαστώντας ένα ποτήρι γάλα
κι ένα χαμόγελο νυχτερινό
που έμοιαζε με το πιο μακρινό ταξίδι.

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2020

Θα ναυαγήσουμε κάποτε

Θα ναυαγήσουμε κάποτε
σε μια ξέρα ή σ’ ένα όνειρο
– ποιος γνωρίζει να πει –
Θα έρχονται κύματα πότε θυμωμένα
πότε ντυμένα το γαλήνιο πρόσωπό τους
να πάρουν μακριά σκέψεις και λόγια
βλέμματα που δεν τόλμησαν να χαθούν
μήτε μια στιγμή στο βάθος του ορίζοντα.

Και το τοπίο πάντοτε ίδιο
σα να μην τ’ άλλαξε ο χρόνος
να μην τ’ άλλαξε η ψυχή όταν χάνονταν
ή όταν γελούσε, κάποτε.
Λίγα δέντρα, σε μιαν άκρη η θάλασσα
ένα σπίτι γδαρμένο απ’ την αρμύρα και τον άνεμο
ένα πηγάδι
που κάποτε πιστέψαμε στεγνό.

Κι εμείς
τι να ζητήσαμε τάχα παραπάνω;

Λίγο ήλιο στα μουσκεμένα ρούχα μας
οι αχτίδες του πρωινού
να λάμψουν στα κουρασμένα μάτια
κι ο άνεμος να ‘χει μέσα του
τη φρεσκάδα της ταξιδευμένης θάλασσας
εκείνης που δεν ξαπόστασε
που συντρόφευσε πλοία πολλά στο ατέλειωτο ταξίδι τους.

Δοκιμάσαμε τη ζωή
μας διαπέρασε την οσμή του θανάτου
είχαν και τα δυο αρμύρα μέσα τους
όχι θαλασσινή.

Κ’ η γραμμή στο βάθος του ορίζοντα θολή
ξεγελά το βλέμμα
μετρά λάθος τις αποστάσεις.

Γίναμε άραγε κάποτε νησιά
δίχως να καταλάβουμε
πως οι αποστάσεις μεγαλώνουν;
Δίχως να νιώσουμε τη θάλασσα μέσα μας
να βυθίζει τους δρόμους;

Κι εμείς
τι να ζητήσαμε τάχα παραπάνω
τι να θελήσαμε να κρατήσουμε κρυφό
στα διψασμένα χέρια μας
κι εκείνα πρόδωσαν την ανάγκη;

Θα ναυαγήσουμε κάποτε
κι ένα ξωκλήσι
θα μνημονεύει το πέρασμα μας
μια πεταλούδα που πριν χαθεί
θα έχει ρίξει λίγο από το χρώμα της
στη σκοτεινή νύχτα.

Τρίτη, 19 Μαΐου 2020

Είμαστε τόσο θλιμμένοι...

Κατά βάθος, είμαστε τόσο θλιμμένοι

αδιαφορούμε
για τους προθαλάμους των νοσοκομείων
εκεί που κάποιος πεθαίνει περιμένοντας

κοιτάζουμε με δήθεν έκπληξη
το ξεκίνημα των πολέμων
έπειτα με συμπάθεια στη μνήμη των νεκρών
ενδιάμεσα τρώμε

έξω βρέχει, πάντοτε βρέχει
και τα μάτια μας, αδιόρατα δακρυσμένα
θολώνουν όπως τα τζάμια

μένουμε με τις ερωτήσεις μας
«τι κάνεις;» «πως είσαι;»
δεν ακούμε τις απαντήσεις
σχεδόν αδιαφορούμε γι’ αυτές

λίγο, μας ζωντανεύει η μουσική
πανηγυρτζίδικη
ξυπνάει τα πιο άγρια μας ένστικτα
την επιθυμία να κυριεύσουμε
ξεφτιλίζουμε κάθε επιθυμία με το μεθύσι

σωπαίνουμε
όταν κάποιος μιλά
φανερώνει τις αδυναμίες του
στην εποχή των λιονταριών
δε φανερώνεις αδυναμίες

έπειτα κοιμόμαστε
έχοντας αυτή τη θλίψη στα μάτια
τη μάθαμε τόσο καλά
και στον καθρέφτη μας
μοιάζει ευτυχία.

Σάββατο, 16 Μαΐου 2020

Μουσκεμένες διαταγές

Θα μας κοιτάζουν οι ναύτες
στα βαθιά νερά, πλάι στις άγκυρες
να φθάνουμε στο τέλος της διαδρομής
ντυμένοι τα όμορφά μας ρούχα
με τα χρυσά κουμπιά μας
τα όπλα που μας κούρασαν
τα στρατιωτικά σακίδια
τις μουσκεμένες διαταγές.

Είναι σιωπηλός ο βυθός
δε θυμάσαι λίγο μετά
ποιο το λιμάνι που άφησες
ποιο το λιμάνι που πήγαινες
μόνο το φεγγάρι από ψηλά
πασχίζει να φωτίσει το σκοτάδι.

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2020

Το φως στο καντήλι


Μας στοιχειώνει ο χτύπος του ρολογιού
τα βήματα στις σκάλες καθώς σβήνουν
οι μοναχικές μέρες.

Θα κρατήσουμε χαμηλά τα φώτα
να μας κρατήσουν συντροφιά οι σκιές
πριν λιγοστέψει το φως στο καντήλι.

Τρίτη, 28 Απριλίου 2020

Άνω Πόλη


Μα εμείς, θα περπατήσουμε ξανά
τα γέρικα στενά της Άνω Πόλης
θα ξαποστάσουμε στον άγιο των Μπεκτασήδων
και στο Τσινάρι για κρασί
να θυμηθούμε τις παλιές στιγμές
και τα τραγούδια

έπειτα η βροχή να καθαρίσει
ότι τα δάκρυα φύλαξαν στα μάτια μας
έναν παλιό καημό
μια επιθυμία ταξιδιού
μια στάση άλλη
στα καθημερινά μας δρομολόγια

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2020

Κακή σοδειά


Φίδια κουλουριάζονται στις έρημες στέγες μας
ο ουρανός βροχερός, δε θυμάται
μήτε τις προσευχές μας μήτε τον κόπο
να στεγνώσει η σοδειά στο χωράφι
θα ‘ναι πάλι γλυφό φέτος το νερό
θα ‘ναι λειψό στις στέρνες και στα ποτήρια μας
και το ψωμί δίχως τη σπιρτάδα
μιας ελάχιστης ευτυχίας
κι ο μύλος ρημαγμένος απ’ τη βροχή…

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2020

Παράξενη εποχή


Ζούμε μια εποχή που δεν είχαμε ποτέ φανταστεί, όχι πόλεμο, η κοινωνία μας δοκιμάστηκε σε πολλούς πολέμους κι έμαθε να επιβιώνει, να ανθίζει ξανά.
Δεν ξέρω να την ονομάσω.

Είναι η εποχή που θα πρέπει να γνωρίσουμε, αληθινά, τον άνθρωπο μέσα μας.
Όσα μας κράτησαν μακριά από αυτό έχουν πιά πάψει ή έστω έχουν υπερκεραστεί από κάτι άλλο πιο δυνατό, πιο αναγκαίο, την επιβίωση.
Πρέπει έπειτα να μάθουμε τον γείτονα, αυτόν που μέχρι εχθές του κρατούσαμε κλειστή την πόρτα, τον κακολογούσαμε πιθανόν, μαλώναμε μαζί του.
Αυτός μας έμεινε, μ’ αυτόν μπορούμε έστω από το μπαλκόνι να μιλάμε.

Κλείσαν οι εκκλησίες μας.
Πιστεύοντες και μη, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό κλονίσθηκαν.
Αλλάζει κατά κάποιο τρόπο η καθημερινότητα μας, άρα και η ζωή μας.
Ας το δούμε ως δοκιμασία, δεν ωφελούν ούτε οι κατάρες, ούτε οι βρισιές.

«Η βασιλεία του Θεού ειναι μέσα σου και γύρω σου.
Οχι σε κτιρια απο ξύλο και πέτρα.
Σπάσε ένα κομμάτι ξύλο και είμαι εκεί.
Σήκωσε μια πέτρα και θα με βρείτε.»

Ο Θεός είναι μέσα μας, είναι η πίστη και η δύναμη μας.
Δεν είναι οι εικόνες, εικόνες έχουμε και στο σπίτι – και πόσοι άραγε από εμάς έχουν ακόμα εικονοστάσι – δεν είναι το κερί, έχουμε εξάλλου και το καντηλάκι στο εικόνισμα μπροστά.
Θεός είναι η αγάπη.
Ας κοινωνήσουμε λοιπόν, αυτό το Πάσχα, της ανάγκη του συνανθρώπου μας, ας ανάβουμε μαζί του αυτόν τον Γολγοθά, απαλλαγμένοι καθώς είμαστε από κάθε κοσμικότητα, όχι από λύπηση για αυτόν αλλά από αγάπη, από συμπόνια.
Όπως το έγραψα και παραπάνω, ας μάθουμε εμάς κι ας μάθουμε τον δίπλα από εμάς ή αν θέλετε ας μάθε εμάς μέσα από τον δίπλα μας.

Θα περάσει.
Κι όταν όλα θα έχουν αρχίσει να παίρνουν τον δρόμο τους, ας πάρουν ένα δρόμο νέο, ομορφότερο.
Ας είναι αυτό η συγγνώμη που θα έπρεπε να ζητάμε πριν πάμε να κοινωνήσουμε ή πριν κοιτάξουμε τον άλλο στα μάτια.
Δεν είναι για όλους εύκολες οι λέξεις.

Δοκιμασία είναι και θα περάσει.
Ας είμαστε δυνατοί για όσα θα ακολουθήσουν.

Ας ανοίξουμε την ψυχή μας να νιώσουμε το νόημα του Θείου δράματος κι ας οδηγηθούμε σε μια ανάσταση ουσιαστική.

Καλό Πάσχα, φίλοι μου.


Σάββατο, 21 Μαρτίου 2020

Μετακόμιση

Έρχεται κάποτε η ώρα
ν’ ανοίξουμε το κιβώτιο
π’ αφήσαμε τελευταίο στη μετακόμιση
με τις φωτογραφίες τις παιδικές μας
εκείνων που έφυγαν
εκείνων που μας πόνεσαν
τις φθαρμένες επιστολές τους
τις παλιές κασέτες με τις φωνές τους
- που όμως, πετάξαμε τα κασετόφωνα
και δεν ακούμε πια –

κι αλίμονο
μονάχα μπροστά τους
καταλαβαίνουμε τη γύμνια της ψυχής μας
απέναντι στο παρελθόν που μας ορίζει.

Οροπέδιο, Χειμώνας 2019, τεύχος 22

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2020

Πέρασαν τα χρόνια...


Πέρασαν τα χρόνια και μαζί τους έσυραν τη ζωή μας πάνω στα κύματα.
Τι θυμάσαι, τι πραγματικά συγκράτησες στα κλειστά σου χέρια απ’ όλο αυτό το ταξίδι;
Οι δρόμοι μας διαφορετικοί, σταθμοί που μόνο οι ταξιδιώτες τους είναι γραφτό ν’ ανταμώνουν, ποτέ οι ίδιοι.

Θυμάσαι που κάποτε ανοίγαμε πανιά;
«Για τα νησιά τα Φώκλαντ» φωνάζαμε κ’ οι θάλασσες ανοίγονταν μπροστά μας απέραντες, μαγικές και σιωπηλές συνάμα.
Και φεύγαμε, δίχως αποσκευές, τι να τις κάναμε τις αποσκευές οκτώ χρονών παιδιά;
Και φτάσαμε ψηλά, εκεί που μόνο οι άνεμοι χωρίζουν την ψυχή από το σώμα.
Κ’ ήμασταν κάποτε χέρι χέρι πιασμένοι.

Στα πιο μεγάλα ταξίδια υπάρχει πάντα μια βαριά αποσκευή που σε βγάζει σ’ έν’ άλλο λιμάνι.
Θαρρείς και πρέπει να φθάσεις εκεί, να παραδόσεις εκείνο που σου ορίσθηκε κι έπειτα να ξεμακρύνεις έχοντας όμως πια έναν άλλο προορισμό χαραγμένο στους χάρτες σου.
Όσο να κλείσεις τα μάτια, να τ’ ανοίξεις, τόσο θέλει η ζωή για να σε βγάλει αλλού.
Μία ν’ απλώσεις το χέρι να κόψεις τον άνεμο κι άλλαξαν όλα.

Μπορείς ακόμη να βγάλεις το κεφάλι απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο του τρένου καθώς εκείνο καλπάζει φθάνοντας στον τελευταίο για εμάς σταθμό;
Θυμάσαι τι χρώμα είχαν τα σπίτια που χαιρετούσαμε καθώς έφευγε το ίδιο εκείνο τρένο και μαζί του το καλοκαίρι;

Κάποτε φοβούνται κ’ οι αναμνήσεις, όταν όλα έχουν αλλάξει, όταν έχεις αποχαιρετήσει τους ανθρώπους για ένα επόμενο ή τελευταίο ταξίδι, τότε, φοβούνται κ’ οι αναμνήσεις.

Κλείσε κάποια στιγμή τα μάτια κι αναλογίσου.

Πότε σώπασες;
Πότε έκοψες τις ρίζες που σε κράτησαν δυνατό στους ανέμους;
Πότε έκλεισες τους πομπούς κι ένας βόμβος ραγίζει την γαλήνη του απογεύματος από την ανοιχτή συχνότητα της ψυχής μας;

Θυμήσου με πόσο κόπο χτίζονται εκείνα που μένουν στον χρόνο και πως μοιάζουν εκείνα που ράγισαν σε μια στιγμή.

*** *** ***

Θα μετρηθούμε πάλι με τον άνεμο, αρχές Φλεβάρη βλέπεις και κρατάει καλά ο χειμώνας.
Ακούς τα βήματα των φύλλων απέναντι στο πάρκο;
Θυμίζουν τα χαμηλά σπίτια που στέκουν και περιμένουν, με την ταράτσα και το πλυσταριό τους ακόμα ανέπαφα, τους παλιούς νοικάρηδες, τα παλιά γέλια και τα παιχνίδια, τ’ αγνάντι καθώς περνούν ψιθυρίζοντας τα γερασμένα τρένα.
Αν έκλεισες στα χέρια τότε τον ήχο τους, τώρα είναι τραγούδι.
Μια μπαλάντα γλυκιά για όσους ταξίδεψαν και δε γύρισαν, για εκείνους που επέστρεψαν, για τα λόγια που χάθηκαν στη λήθη το χρόνου καθώς έπαψαν οι αποχαιρετισμοί.

Φύλαξες την εικόνα του παλιού σχολείου;
Του γυμνασίου με τις μικρές αίθουσες και την δυο δρασκελιές αυλή του;
Δεν είναι οι χώροι που μας στένευαν, οι ψυχές και τα όνειρα ήταν που ξεχείλιζαν.
Ρημάζει τώρα, ζωή που αφέθηκε στη λησμονιά.
Κ’ η γειτονιά, με τα χαμόσπιτα και τα όνειρα της, υπάρχει ακόμα.
Η μνήμη και τα όνειρα την κρατάνε, πώς ονειρεύεσαι αν δεν θυμάσαι;
Κι ας άλλαξαν τα ονόματα στις πινακίδες, τα πάρκα ας βρήκαν άλλο τρόπο να διασκεδάζουν τα παιδιά τους.

Είναι και κάποια τρένα που πέφτουν, καθώς κουρασμένα πηγαίνουν στον τελευταίο τους προορισμό και κανείς δεν ακούει το πέσιμο τους.

Κάποτε κουτσό, χαρτάκια, παιχνίδι με καπάκια, φυσοκάλαμα, ψεύτικα λεφτά και μπίλιες.
Ντύθηκαν άλλο ρούχο οι παλιές αλάνες.
Μα εμείς τις είχαμε μετρήσει με τα ρούχα που λερώναμε στο παιχνίδι, κάποτε με τους καυγάδες μας, κι άλλοτε μ’ ένα μικρό πράσινο ποδήλατο.
Το θυμάσαι εκείνο το ποδήλατο;
Κι ένα μαγαζί σε δρόμο αδιέξοδο.
Κι αλήθεια, με τον καιρό το κατάλαβα, πως αδιέξοδοι είναι μονάχα οι δρόμοι.

Ο ήχος της μελλόντικας υπάρχει ακόμα στα παιδικά μου ακούσματα, σ’ ένα σπίτι μ’ ενυδρείο, με σικ στους τοίχους, κι αγάπη, πάνω απ’ όλα, όπως κι όλα τα σπίτια.
Ήταν από εκεί που ξεκινούσαν τα ταξίδια.
Εκεί που τελείωναν.

Είναι ακόμα ανοιχτό το φως.
Περιμένει ένα χέρι παιδικό να πατήσει τον διακόπτη.
Ίσως τότε μονάχα, φανερωθεί από εκείνη την ντουλάπα σπιτάκι, ένα όνειρο μεγάλο και μας συνεπάρει.