Χορεύουν τα τρένα στις γραμμές τους, χορεύουν και ταξιδεύουν, και φτάνουν στους μακρινούς τους προορισμούς.
Άλλοτε με δάκρυα χαράς στα μάτια, άλλοτε λύπης, άλλοτε με σκέψεις που ζυμώθηκαν στο ταξίδι.
Γεμίζουν μνήμες τα τρένα, χνάρια επιβατών που πάλι θα ταξιδέψουν.
Κι όλο ταξιδεύουν τα τρένα, όλο ταξιδεύουν.
Μία φορά μονάχα, δε φθάνουν σ’ εκείνο τον μακρινό τους προορισμό.
Λιώνουν στις γραμμές εκείνα τα τρένα, κεράκια που θα σβήσουν παίρνοντας μαζί τους το φως.
Λιώνουν μαζί τους οι λέξεις των ανθρώπων, τα χνάρια, οι ψυχές τους.
Λιώνουν μαζί τους και οι ζωές εκείνων που έμειναν πίσω στο σταθμό αποχαιρετώντας.
Λιώνουν οι ψυχές μας, όχι απ’ το χέρι που έπραξε, από τα μάτια λιώνουν, που έκλεισαν για να μη δουν.
Χορεύουν τα τρένα στον δικό τους σκοπό.
Χορεύουν καθώς χάνονται στο σκοτάδι.
Χορεύουν πριν χαθεί το τραγούδι τους στη σιωπή.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μονόπρακτα σε μι ελάσσονα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μονόπρακτα σε μι ελάσσονα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 2 Μαρτίου 2023
Τετάρτη 18 Μαΐου 2022
Βρεγμένο το φεγγάρι επιστρέφει...
Βρεγμένο το φεγγάρι επιστρέφει μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στα μαλλιά του. Πίσω απ’ τις γρίλιες μετρά τη βροχή κι αφήνει τα χάρτινα καραβάκια του να ταξιδέψουν ως την απέναντι γωνιά. Δε θυμάται πια τα ονόματα των δρόμων, έτσι εκείνα ταξιδεύουν στο άγνωστο.
Οι περασμένες μας λέξεις σκέκουνται στις άκρες των βιβλίων, φοβούνται τη βροχή, φοβούνται μη χαθούν κι εκείνες στο άγνωστο κλεισμένες σ’ ένα μπουκάλι.
Κοίταξε πως κλαίει το φεγγάρι…
Κοίταξε πως κλαίει ο ουρανός…
Μια υπόσχεση λησμονιάς θα μας συντροφεύει στο αποψινό ταξίδι, κι ίσως αυτό να είναι το εισιτήριο για να επιστρέψουμε στην παιδική μας αθωότητα…
Οι περασμένες μας λέξεις σκέκουνται στις άκρες των βιβλίων, φοβούνται τη βροχή, φοβούνται μη χαθούν κι εκείνες στο άγνωστο κλεισμένες σ’ ένα μπουκάλι.
Κοίταξε πως κλαίει το φεγγάρι…
Κοίταξε πως κλαίει ο ουρανός…
Μια υπόσχεση λησμονιάς θα μας συντροφεύει στο αποψινό ταξίδι, κι ίσως αυτό να είναι το εισιτήριο για να επιστρέψουμε στην παιδική μας αθωότητα…
Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2022
Τελευταία εξομολόγηση
Τι θυμάσαι από τον σκληρό ήλιο του καλοκαιριού
και τι απ’ το χιόνι που πάγωσε τις ψυχές μας;
Λησμονήσαμε τα ονόματα των ανέμων
το χρώμα των σύγνεφων στον ουρανό
τις φωνές των πουλιών πριν το φθινοπωρινό τους ταξίδι.
Εκείνο το μαχαίρι μονάχα, δεμένο στο πόδι καθώς είναι
στάζει ακόμα λέξεις από την τελευταία μας εξομολόγηση.
Τρίτη 14 Μαρτίου 2017
Τα ρολόγια των τοίχων
Τα σπασμένα ρολόγια στους
τοίχου
μετρούν μίαν απόσταση σιωπηλή
κλείνουν τα μάτια κι ονειρεύονται
κλείνουν τα μάτια και εισβάλουν
στις κλειδωμένες κάμαρες
στις κλειδωμένες ζωές μας.
Τα σπασμένα ρολόγια στους τοίχου
έχουν το βλέμμα του κουρασμένου ταξιδιώτη
που γίνηκε η μικρή του διαδρομή.
μετρούν μίαν απόσταση σιωπηλή
κλείνουν τα μάτια κι ονειρεύονται
κλείνουν τα μάτια και εισβάλουν
στις κλειδωμένες κάμαρες
στις κλειδωμένες ζωές μας.
Τα σπασμένα ρολόγια στους τοίχου
έχουν το βλέμμα του κουρασμένου ταξιδιώτη
που γίνηκε η μικρή του διαδρομή.
Κυριακή 24 Μαΐου 2009
Ε, τι ονειρεύεσαι πάλι;
Παρατηρούσε το καθρέφτισμα του προσώπου της πάνω στα γαλήνια νερά της λίμνης.
Σε μια στιγμή, άπλωσε το χέρι και βύθισε ένα της δάχτυλο στο νερό.
Ένας κυματισμός απαλός έκανε το νερό να χορέψει για λίγο.
Μερικά νούφαρα πιο κάτω ανέβηκαν το ένα στο σβέρκο του άλλο, ακούσθηκε ένας μικρός ψίθυρος, σα να μην ξύπνησαν, σαν μόλις για λίγο να άνοιξαν τα μάτια κι έπειτα έκρυψαν κάτω από τα βλέφαρα την στιγμιαία απεικόνιση της γειτονιάς τους, κοιμήθηκαν πάλι.
Κοίταξε βαθιά μέσα στο νερό, είδε λίγες πέτρες μαζεμένες σε μια γωνιά να κάνουν παιγνίδια μ’ ένα μικρό ψαράκι, δύο βούρλα συζητούσαν για εκείνον τον άνεμο που πέρασε το πρωί και χάλασε το τραγούδι τους.
Πάνω στα βραχάκια κάθουνταν ένα παιδί «δε θα ‘ναι πάνω από δώδεκα» σκέφτηκε.
Εκείνο κοίταζε το φεγγάρι που ανέβαινε ολοένα στον ουρανό.
Δεν είχε σκοτεινιάσει ακόμα.
Θυμήθηκε την ανοιχτή θάλασσα.
Μόλις εχθές ήταν εκεί.
Την γνώριζε από τις διηγήσεις των υπολοίπων.
Τα μεγάλα κύματα, τα πλοία τα φορτηγά, τα οχηματαγωγά, τα επιβατηγά…
Για τις φωνές τις παιδικές στα καταστρώματα που χάνουνταν με τη σειρά τους στο ξαλάφρωμα των σκέψεων από τον άνεμο.
Μήτε και σε ποτάμι είχε βρεθεί ποτέ, στάθηκε πολλές φορές στο πλάι μα την γεύση του νερού του, την αίσθηση του πάνω στο σώμα της, τα ρομαντικά τραγούδια από λέγονται στην κοίτη του, ποτέ δεν τα έζησε.
Και να που τώρα αυτή την μια, την ελάχιστη στιγμή είναι εκεί ώστε να την απολαύσει.
«Ε, τι ονειρεύεσαι πάλι;» άκουσε τη φωνή πλάι της.
Έστρεψε το βλέμμα κι αντίκρισε την μικρή της αδερφή.
«Αν δε βουτήξεις, θα αργήσει να νυχτώσει πάνω στα νερά» ψέλλισε πάλι εκείνη «ακούς εκεί, μια φεγγαραχτίδα που ονειρεύεται…» γέλασε αχνά και βούτηξε στα νερά, σκοτείνιασαν εκείνα στο σημείο που βούτηξε.
Παραδίπλα, μια δέσμη απογευματινό φως φώτιζε ακόμα τον βυθό.
«Τα πιο όμορφα είναι εκείνα που μόνο για λίγο μπορείς να τα ζήσεις μα τα φυλάς όσο θα ζεις στην ψυχή σου, κι όσο εκεί μέσα θα τα έχεις εκείνα με την ίδια πάντοτε ομορφιά θα στολίζουν τα δωμάτια που μένουν, γιατί θα εξακολουθούν να ζουν» σκέφτηκε μεγαλόφωνα.
Μια κουκουβάγια που άκουσε την σκέψη από το κλαδί της συμφώνησε αφήνοντας δύο ήχους δυνατούς να βγουν από το μισάνοιχτο στόμα της.
Ακούσθηκε η συγνώμη της κι αμέσως μετά έσβησε κι εκείνη η τελευταία δέσμη φωτός αφήνοντας στα πλάσματα της νύχτας τα νερά του ποταμού…
Σε μια στιγμή, άπλωσε το χέρι και βύθισε ένα της δάχτυλο στο νερό.
Ένας κυματισμός απαλός έκανε το νερό να χορέψει για λίγο.
Μερικά νούφαρα πιο κάτω ανέβηκαν το ένα στο σβέρκο του άλλο, ακούσθηκε ένας μικρός ψίθυρος, σα να μην ξύπνησαν, σαν μόλις για λίγο να άνοιξαν τα μάτια κι έπειτα έκρυψαν κάτω από τα βλέφαρα την στιγμιαία απεικόνιση της γειτονιάς τους, κοιμήθηκαν πάλι.
Κοίταξε βαθιά μέσα στο νερό, είδε λίγες πέτρες μαζεμένες σε μια γωνιά να κάνουν παιγνίδια μ’ ένα μικρό ψαράκι, δύο βούρλα συζητούσαν για εκείνον τον άνεμο που πέρασε το πρωί και χάλασε το τραγούδι τους.
Πάνω στα βραχάκια κάθουνταν ένα παιδί «δε θα ‘ναι πάνω από δώδεκα» σκέφτηκε.
Εκείνο κοίταζε το φεγγάρι που ανέβαινε ολοένα στον ουρανό.
Δεν είχε σκοτεινιάσει ακόμα.
Θυμήθηκε την ανοιχτή θάλασσα.
Μόλις εχθές ήταν εκεί.
Την γνώριζε από τις διηγήσεις των υπολοίπων.
Τα μεγάλα κύματα, τα πλοία τα φορτηγά, τα οχηματαγωγά, τα επιβατηγά…
Για τις φωνές τις παιδικές στα καταστρώματα που χάνουνταν με τη σειρά τους στο ξαλάφρωμα των σκέψεων από τον άνεμο.
Μήτε και σε ποτάμι είχε βρεθεί ποτέ, στάθηκε πολλές φορές στο πλάι μα την γεύση του νερού του, την αίσθηση του πάνω στο σώμα της, τα ρομαντικά τραγούδια από λέγονται στην κοίτη του, ποτέ δεν τα έζησε.
Και να που τώρα αυτή την μια, την ελάχιστη στιγμή είναι εκεί ώστε να την απολαύσει.
«Ε, τι ονειρεύεσαι πάλι;» άκουσε τη φωνή πλάι της.
Έστρεψε το βλέμμα κι αντίκρισε την μικρή της αδερφή.
«Αν δε βουτήξεις, θα αργήσει να νυχτώσει πάνω στα νερά» ψέλλισε πάλι εκείνη «ακούς εκεί, μια φεγγαραχτίδα που ονειρεύεται…» γέλασε αχνά και βούτηξε στα νερά, σκοτείνιασαν εκείνα στο σημείο που βούτηξε.
Παραδίπλα, μια δέσμη απογευματινό φως φώτιζε ακόμα τον βυθό.
«Τα πιο όμορφα είναι εκείνα που μόνο για λίγο μπορείς να τα ζήσεις μα τα φυλάς όσο θα ζεις στην ψυχή σου, κι όσο εκεί μέσα θα τα έχεις εκείνα με την ίδια πάντοτε ομορφιά θα στολίζουν τα δωμάτια που μένουν, γιατί θα εξακολουθούν να ζουν» σκέφτηκε μεγαλόφωνα.
Μια κουκουβάγια που άκουσε την σκέψη από το κλαδί της συμφώνησε αφήνοντας δύο ήχους δυνατούς να βγουν από το μισάνοιχτο στόμα της.
Ακούσθηκε η συγνώμη της κι αμέσως μετά έσβησε κι εκείνη η τελευταία δέσμη φωτός αφήνοντας στα πλάσματα της νύχτας τα νερά του ποταμού…
Τρίτη 28 Απριλίου 2009
Χάνεται το άγγιγμα στο σκοτάδι
Πέφτει σκοτάδι.
Από τα σπλάχνα της νύχτας ακούγεται το περπάτημα κάποιου.
Δεν κοιτάζει κανείς.
Κάπου δεξιά υπάρχει σταματημένο ένα μικρό αυτοκίνητο, μια κοπέλα με μαγιό κάθεται στη θέση του οδηγού.
Ετοιμάζεται να φύγει.
Φεύγει.
Σε μια αφίσα κοιτάζει το πρόγραμμα συναυλιών του καλοκαιριού.
- Που διάθεση, ψιθυρίζει.
Κατηφορίζει προς τη θάλασσα, στο σημείο απ’ όπου πριν λίγο είχε φύγει η κοπέλα.
Αγγίζει την θάλασσα.
Χάνεται το άγγιγμα στο σκοτάδι.
Αργότερα θα φανερωθεί ένα μουδιασμένο φεγγάρι πίσω απ’ το απέναντι βουνό.
Βρίσκονταν πριν λίγο εκεί.
Το σπίτι απόμεινε με φώτα αναμμένα, δεν είναι κανείς πια μέσα.
Το κοιτάζει από εκεί που βρίσκεται.
Η κοπέλα επιστρέφει.
Έχει ντυθεί.
- Σε πρόσμενα, λέει αφήνοντας απαλά πίσω του την φωνή της να τον αγκαλιάσει.
- Δεν κατάφερα να φύγω νωρίτερα. Ας κατέβουμε ως την πλατεία.
Γνέφει καταφατικά.
Προχωράνε.
Έναν δρόμο πριν την πλατεία γέρνει το κεφάλι του, την φιλά στα χείλη.
Εκείνη αποσβολωμένη τον κοιτάζει.
Ρωτάει με το βλέμμα της «γιατί;»
- Θα φύγω, έπρεπε κάποτε να το μάθεις.
Το αλάτι έχει σφίξει τα χείλη.
Έμεινε εκεί να κοιτάζει το σκοτάδι που τον κατάπιε.
Ο ήχος των βημάτων ίσως και να ήταν δικός του.
Ποιος γνωρίζει να πει.
Τα σκοτάδια κρύβουν πάντα την μικρή τους αλήθεια…
Από τα σπλάχνα της νύχτας ακούγεται το περπάτημα κάποιου.
Δεν κοιτάζει κανείς.
Κάπου δεξιά υπάρχει σταματημένο ένα μικρό αυτοκίνητο, μια κοπέλα με μαγιό κάθεται στη θέση του οδηγού.
Ετοιμάζεται να φύγει.
Φεύγει.
Σε μια αφίσα κοιτάζει το πρόγραμμα συναυλιών του καλοκαιριού.
- Που διάθεση, ψιθυρίζει.
Κατηφορίζει προς τη θάλασσα, στο σημείο απ’ όπου πριν λίγο είχε φύγει η κοπέλα.
Αγγίζει την θάλασσα.
Χάνεται το άγγιγμα στο σκοτάδι.
Αργότερα θα φανερωθεί ένα μουδιασμένο φεγγάρι πίσω απ’ το απέναντι βουνό.
Βρίσκονταν πριν λίγο εκεί.
Το σπίτι απόμεινε με φώτα αναμμένα, δεν είναι κανείς πια μέσα.
Το κοιτάζει από εκεί που βρίσκεται.
Η κοπέλα επιστρέφει.
Έχει ντυθεί.
- Σε πρόσμενα, λέει αφήνοντας απαλά πίσω του την φωνή της να τον αγκαλιάσει.
- Δεν κατάφερα να φύγω νωρίτερα. Ας κατέβουμε ως την πλατεία.
Γνέφει καταφατικά.
Προχωράνε.
Έναν δρόμο πριν την πλατεία γέρνει το κεφάλι του, την φιλά στα χείλη.
Εκείνη αποσβολωμένη τον κοιτάζει.
Ρωτάει με το βλέμμα της «γιατί;»
- Θα φύγω, έπρεπε κάποτε να το μάθεις.
Το αλάτι έχει σφίξει τα χείλη.
Έμεινε εκεί να κοιτάζει το σκοτάδι που τον κατάπιε.
Ο ήχος των βημάτων ίσως και να ήταν δικός του.
Ποιος γνωρίζει να πει.
Τα σκοτάδια κρύβουν πάντα την μικρή τους αλήθεια…
Παρασκευή 3 Απριλίου 2009
Κάθε απόγευμα τον παίρνει το παράπονο
Κάθε απόγευμα τον παίρνει το παράπονο.
Βγαίνει στο μπαλκόνι κι αγναντεύει το Λιβυκό.
Κρεμνά στον πίλο τση καρέκλας το καππότο του, σέρνει απ’ το κελύφι την λύρα, κάθεται και μοιρολογά τον έρωντα…
Δεν έχω στη χαρά Θεό
να μ’ αποχαιρετίσει
μον’ έχω θάνατο οχτρό
να με προϋπαντήσει
αν ‘κούσεις αναφιλητά
θε να ‘ναι μάνας δάκρυ
απού ζητά συγχώρεση
στου ουρανού την άκρη
πέψε μάνα του Θεού
πως έχει κάμει λάθος
να μη με πάρει ο καιρός
μα του έρωντα το πάθος.
Έχει αφημένο ένα ποτήρι με ρακί σ’ ένα τρίταβλο σκαμνί, κάποτε και λίγη αγκινάρα να μερώνει το κάψιμο στο μπέτη.
Πλάι ντου μιαν φωτογραφία, ένα δαχτυλίδι χρυσό κι ένα γιασεμί λευκό οσάν το λευκό στσι άκρες των μαθιών τζη.
Καμιά φορά μονάχα, έτσι καθώς το κύμα ανασκαλίζει τα σπλάχνα τση θάλασσας και δροσίζει τ’ ακροθαλάσσι, μοιάζει η μνήμη να λαμπιρίζει πάνου στα αλμυρόνερα πριν τα πιεί το χώμα.
Γλυκαίνει την φωνή τζη η λύρα, γλυκαίνει εκείνος την δική ντου φωνή.
Τραγουδά θαρρείς και τση μιλεί.
Θαρρείς κι αντίκρυ ντου στέκουν τα μάθια τζη και τον ξανοίγουν.
Άνε ξανοίξεις τ’ ουρανού
τα πλάτη θ’ αντικρίσεις
πόση αγάπη σου φυλώ
και τότε θα δακρύσεις
κι αν απ’ τσι άκρες τ’ ουρανού
μου ζαλιστείς και πέσεις
κύμα θα γίνω του γιαλού
ποτέ να μην πονέσεις
να κάμω αγκάλη το νερό
ν’ αφήσω σου ένα δάκρυ
να σου γιατρεύγει την ψυχή
να διώχνει σου τα πάθη
ανε ποτέ σου χαριστείς
του πόνου και μαυρίσεις
πέψε μου βιόλα απόκριση
για να ‘ρθω και ν’ ανθίσεις
θα ‘χω στα χέρια μου χρυσό
σμύρνα μα και λιβάνι
μιαν ευλογία στην ψυχή
που μόν’ η αγάπη βάνει
έχω κι αστέρι φωτεινό
τον δρόμο να μου δείχνει
για των μαθιών σου τσι αυλές
π’ όλο το φως του ρίχνει.
Κι αν τραγουδεί τον έρωντα κι αν κάποτε το παράπονο του ορίζει τσι στράτες, ένα κατέχει και κάθε που ακούνε να τον παινέυουν εκείνο πέμπει ως απάντηση.
Μη τσι ζηλεύγεις τσι αετούς
περήφανοι που στέκουν
έχουν σεβντά λαβωματιές
που μόνο αυτοί κατέχουν.
Να ‘σαστε καλά και να καλοστρατίζετε πάντα.
Παρεάκια συναντά κιανείς ανα την Ελλάδα.
Οι Κρήτες που είχα την χαρά να γνωρίσω με κάθισαν απέναντί τους και μ’ αγκάλιασαν σαν αδελφό.
Τα παρεάκια τους βγάζουν εκείνο που λένε «πίεση».
Είτε μιλούνε για χαρά είτε για λύπη, εκείνη η πίεση είναι που θα σου βάλει τα βήματα στα πόδια και θα χορέψεις.
Μ’ ένα μαντολίνο, ένα βιολί ή μια λύρα ανοίγουν οι ψυχές και όλα τα τραπέζια γίνονται ένα.
Μιλούν οι ψυχές κι ας την φωνή την βγάζουν τα χείλη…
Είχα την χαρά να ξημερώσω με πολλά παρεάκια, όχι όμως τόσα ώστε να νιώθει η ψυχή πως δεν χρειάζεται άλλα.
Αν είναι ποτέ δυνατό κάτι τέτοιο.
Για τα Ανώγεια τι να πω…
Οι κατέχοντες θα συμφωνίσουν πως ότι κιανείς και να πεί θα είναι μικρό και φτωχό.
«Τ' Ανώγεια τραγουδούν» λοιπόν από το cd του Ζαχάρης Φασουλάς
Τραγουδούν οι: Ν. Αεράκης, Γ. Βρέντζος, Ν. Βρέντζος, Μ. Καλλέργης, Γ. Καλομοίρης, Μ. Μανουράς, Β. Ξυλούρης, Ν, Ξυλούρης, Δ. Πασπαράκης, Δ. Σκουλάς, Μ. Σκουλάς
Βγαίνει στο μπαλκόνι κι αγναντεύει το Λιβυκό.
Κρεμνά στον πίλο τση καρέκλας το καππότο του, σέρνει απ’ το κελύφι την λύρα, κάθεται και μοιρολογά τον έρωντα…
Δεν έχω στη χαρά Θεό
να μ’ αποχαιρετίσει
μον’ έχω θάνατο οχτρό
να με προϋπαντήσει
αν ‘κούσεις αναφιλητά
θε να ‘ναι μάνας δάκρυ
απού ζητά συγχώρεση
στου ουρανού την άκρη
πέψε μάνα του Θεού
πως έχει κάμει λάθος
να μη με πάρει ο καιρός
μα του έρωντα το πάθος.
Έχει αφημένο ένα ποτήρι με ρακί σ’ ένα τρίταβλο σκαμνί, κάποτε και λίγη αγκινάρα να μερώνει το κάψιμο στο μπέτη.
Πλάι ντου μιαν φωτογραφία, ένα δαχτυλίδι χρυσό κι ένα γιασεμί λευκό οσάν το λευκό στσι άκρες των μαθιών τζη.
Καμιά φορά μονάχα, έτσι καθώς το κύμα ανασκαλίζει τα σπλάχνα τση θάλασσας και δροσίζει τ’ ακροθαλάσσι, μοιάζει η μνήμη να λαμπιρίζει πάνου στα αλμυρόνερα πριν τα πιεί το χώμα.
Γλυκαίνει την φωνή τζη η λύρα, γλυκαίνει εκείνος την δική ντου φωνή.
Τραγουδά θαρρείς και τση μιλεί.
Θαρρείς κι αντίκρυ ντου στέκουν τα μάθια τζη και τον ξανοίγουν.
Άνε ξανοίξεις τ’ ουρανού
τα πλάτη θ’ αντικρίσεις
πόση αγάπη σου φυλώ
και τότε θα δακρύσεις
κι αν απ’ τσι άκρες τ’ ουρανού
μου ζαλιστείς και πέσεις
κύμα θα γίνω του γιαλού
ποτέ να μην πονέσεις
να κάμω αγκάλη το νερό
ν’ αφήσω σου ένα δάκρυ
να σου γιατρεύγει την ψυχή
να διώχνει σου τα πάθη
ανε ποτέ σου χαριστείς
του πόνου και μαυρίσεις
πέψε μου βιόλα απόκριση
για να ‘ρθω και ν’ ανθίσεις
θα ‘χω στα χέρια μου χρυσό
σμύρνα μα και λιβάνι
μιαν ευλογία στην ψυχή
που μόν’ η αγάπη βάνει
έχω κι αστέρι φωτεινό
τον δρόμο να μου δείχνει
για των μαθιών σου τσι αυλές
π’ όλο το φως του ρίχνει.
Κι αν τραγουδεί τον έρωντα κι αν κάποτε το παράπονο του ορίζει τσι στράτες, ένα κατέχει και κάθε που ακούνε να τον παινέυουν εκείνο πέμπει ως απάντηση.
Μη τσι ζηλεύγεις τσι αετούς
περήφανοι που στέκουν
έχουν σεβντά λαβωματιές
που μόνο αυτοί κατέχουν.
Να ‘σαστε καλά και να καλοστρατίζετε πάντα.
Παρεάκια συναντά κιανείς ανα την Ελλάδα.
Οι Κρήτες που είχα την χαρά να γνωρίσω με κάθισαν απέναντί τους και μ’ αγκάλιασαν σαν αδελφό.
Τα παρεάκια τους βγάζουν εκείνο που λένε «πίεση».
Είτε μιλούνε για χαρά είτε για λύπη, εκείνη η πίεση είναι που θα σου βάλει τα βήματα στα πόδια και θα χορέψεις.
Μ’ ένα μαντολίνο, ένα βιολί ή μια λύρα ανοίγουν οι ψυχές και όλα τα τραπέζια γίνονται ένα.
Μιλούν οι ψυχές κι ας την φωνή την βγάζουν τα χείλη…
Είχα την χαρά να ξημερώσω με πολλά παρεάκια, όχι όμως τόσα ώστε να νιώθει η ψυχή πως δεν χρειάζεται άλλα.
Αν είναι ποτέ δυνατό κάτι τέτοιο.
Για τα Ανώγεια τι να πω…
Οι κατέχοντες θα συμφωνίσουν πως ότι κιανείς και να πεί θα είναι μικρό και φτωχό.
«Τ' Ανώγεια τραγουδούν» λοιπόν από το cd του Ζαχάρης Φασουλάς
Τραγουδούν οι: Ν. Αεράκης, Γ. Βρέντζος, Ν. Βρέντζος, Μ. Καλλέργης, Γ. Καλομοίρης, Μ. Μανουράς, Β. Ξυλούρης, Ν, Ξυλούρης, Δ. Πασπαράκης, Δ. Σκουλάς, Μ. Σκουλάς
Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009
Ο θάνατος του σκηνοθέτη...
Ξεχνώ. Διαρκώς ξεχνώ.
Με κατηγορούν ότι αρνούμαι να θυμάμαι.
Δεν είναι αυτό.
Είναι που δεν μπορώ πια να θυμάμαι.
Αφήνω στο τραπέζι ένα σημείωμα.
«Πράξεις ημέρας επόμενης»
σαν έργο του Μπόστ
μονόπρακτο θεατρικό
ρόλος ένας:
ΕΓΩ
Χτυπώ μια πόρτα.
Δεν ανοίγει.
Κάθουμαι στο πλατύσκαλο και περιμένω.
Ανοίγω μια τσάντα που έχω φορεμένη στην πλάτη.
Πρώτα την βγάζω κι έπειτα την ανοίγω.
Υπάρχουν σκέψεις ριγμένες μέσα.
Φύλλα σημειωματάριου που δε θυμήθηκα να βάλω σε σειρά και να δέσω.
Τραβώ ένα.
«Λέξις διά την σωτηρία της ψυχής»
ΕΛΠΙΖΩ
Σκέφτουμαι τώρα πως έπρεπε να είχα γράψει απλά
ΥΠΑΡΧΩ
Επόμενη σελίδα.
«Σημείωμα προς την εργοδοσία»
Κύριε Διευθυντά (ή μήπως έπρεπε να γράψω «Αξιότιμε Κύριε Διευθυντά», ούτως ή άλλος ποτέ δεν τον πήγα, στο στομάχι μου κάθονταν)
Λοιπόν
Κύριε Διευθυντά
είναι καιρός τώρα που διαπιστώνω την δημιουργία ενός κλίματος ως προς το πρόσωπο μου στο οποίο θα μπορούσα να προσδώσω τον χαρακτηρισμό ακόμα και πρόστυχο. Και τούτο διότι παρά τις προσπάθειες που καταβάλω ώστε η επιχείρηση εις την οποία εργάζομαι επί δεκαπενταετίας μη λαμβάνοντας υπόψη την σύμβαση οκταώρου που έχομε συνάψει, και εργαζόμενος πλέον αυτού δίχως περαιτέρω αξιώσεις, δια την καλή λειτουργία και ευημερία αυτής βρίσκομαι απέναντι σε έναν πόλεμο εντυπώσεων και συκοφαντίας που σκοπό έχουν να με βλάψουν.
Δια τούτο σας αποστέλλω την παραίτηση μου.»
Άλλη σελίδα.
Ακούγονται ήχοι τακουνιών στα σκαλοπάτια, δεν την βγάζω.
Είναι η κοπέλα του πάνω ορόφου.
Αυτήν την θυμάμαι…
…κι ας η ομορφιά της με κάνει και ξεχνάω…
Χτυπάει το τηλέφωνο.
- Δεν αργώ. Να μου ανοίξουν περιμένω κι έρχομαι.
Αλήθεια, τι θέλω εδώ;
Στέκουμαι στο πλατύσκαλο.
Όμορφα.
Έξω από μια πόρτα κλειστή.
Πάλι όμορφα.
Κάτι πρέπει να θέλω.
Δε θυμούμαι.
Κι όμως κάπου το είχα σημειώσει…
Η ώρα περνάει.
Δεν φοράω ρολόι, το καταλαβαίνω από το φως του ήλιου που εισβάλει από το παράθυρο της σκάλας.
(Φωνάζει και ο σκηνοθέτης.
Φασίστας μια ζωή.
Θα παίξεις έτσι, θα παίξεις αλλιώς.
Θα παίξεις αυτό, θα παίξεις εκείνο.
- Βάλε κι αυτό!!!
- Μα μου είναι στενό…
- Έχουμε καιρό μέχρι την παράσταση, θα αδυνατήσεις!!!
- ΕΓΩ;;;;
Αγαπητέ κύριε σκηνοθέτα, σας ενημερώνω πως φεύγω από την παράσταση σας.
Ναι.
Δύο ημέρες πριν την πρόβα τζενεράλε, έτσι δεν την λέτε;
Μισό λεπτό να κατέβω κι από το παλκοσένικο σας.
Με κατηγορούν ότι αρνούμαι να θυμάμαι.
Δεν είναι αυτό.
Είναι που δεν μπορώ πια να θυμάμαι.
Αφήνω στο τραπέζι ένα σημείωμα.
«Πράξεις ημέρας επόμενης»
σαν έργο του Μπόστ
μονόπρακτο θεατρικό
ρόλος ένας:
ΕΓΩ
Χτυπώ μια πόρτα.
Δεν ανοίγει.
Κάθουμαι στο πλατύσκαλο και περιμένω.
Ανοίγω μια τσάντα που έχω φορεμένη στην πλάτη.
Πρώτα την βγάζω κι έπειτα την ανοίγω.
Υπάρχουν σκέψεις ριγμένες μέσα.
Φύλλα σημειωματάριου που δε θυμήθηκα να βάλω σε σειρά και να δέσω.
Τραβώ ένα.
«Λέξις διά την σωτηρία της ψυχής»
ΕΛΠΙΖΩ
Σκέφτουμαι τώρα πως έπρεπε να είχα γράψει απλά
ΥΠΑΡΧΩ
Επόμενη σελίδα.
«Σημείωμα προς την εργοδοσία»
Κύριε Διευθυντά (ή μήπως έπρεπε να γράψω «Αξιότιμε Κύριε Διευθυντά», ούτως ή άλλος ποτέ δεν τον πήγα, στο στομάχι μου κάθονταν)
Λοιπόν
Κύριε Διευθυντά
είναι καιρός τώρα που διαπιστώνω την δημιουργία ενός κλίματος ως προς το πρόσωπο μου στο οποίο θα μπορούσα να προσδώσω τον χαρακτηρισμό ακόμα και πρόστυχο. Και τούτο διότι παρά τις προσπάθειες που καταβάλω ώστε η επιχείρηση εις την οποία εργάζομαι επί δεκαπενταετίας μη λαμβάνοντας υπόψη την σύμβαση οκταώρου που έχομε συνάψει, και εργαζόμενος πλέον αυτού δίχως περαιτέρω αξιώσεις, δια την καλή λειτουργία και ευημερία αυτής βρίσκομαι απέναντι σε έναν πόλεμο εντυπώσεων και συκοφαντίας που σκοπό έχουν να με βλάψουν.
Δια τούτο σας αποστέλλω την παραίτηση μου.»
Άλλη σελίδα.
Ακούγονται ήχοι τακουνιών στα σκαλοπάτια, δεν την βγάζω.
Είναι η κοπέλα του πάνω ορόφου.
Αυτήν την θυμάμαι…
…κι ας η ομορφιά της με κάνει και ξεχνάω…
Χτυπάει το τηλέφωνο.
- Δεν αργώ. Να μου ανοίξουν περιμένω κι έρχομαι.
Αλήθεια, τι θέλω εδώ;
Στέκουμαι στο πλατύσκαλο.
Όμορφα.
Έξω από μια πόρτα κλειστή.
Πάλι όμορφα.
Κάτι πρέπει να θέλω.
Δε θυμούμαι.
Κι όμως κάπου το είχα σημειώσει…
Η ώρα περνάει.
Δεν φοράω ρολόι, το καταλαβαίνω από το φως του ήλιου που εισβάλει από το παράθυρο της σκάλας.
(Φωνάζει και ο σκηνοθέτης.
Φασίστας μια ζωή.
Θα παίξεις έτσι, θα παίξεις αλλιώς.
Θα παίξεις αυτό, θα παίξεις εκείνο.
- Βάλε κι αυτό!!!
- Μα μου είναι στενό…
- Έχουμε καιρό μέχρι την παράσταση, θα αδυνατήσεις!!!
- ΕΓΩ;;;;
Αγαπητέ κύριε σκηνοθέτα, σας ενημερώνω πως φεύγω από την παράσταση σας.
Ναι.
Δύο ημέρες πριν την πρόβα τζενεράλε, έτσι δεν την λέτε;
Μισό λεπτό να κατέβω κι από το παλκοσένικο σας.
- Ξέχασα μια ζακέτα.
- Ναι, με κάτι αριθμούς στην πλάτη.
- Μέσα στο συρτάρι άφησα κι ένα πιστόλι.
- Για ποίον; Μα για ποιόν άλλον, για τον σκηνοθέτη...
Τώρα, που άρχισα να θυμάμαι…
- Ναι, με κάτι αριθμούς στην πλάτη.
- Μέσα στο συρτάρι άφησα κι ένα πιστόλι.
- Για ποίον; Μα για ποιόν άλλον, για τον σκηνοθέτη...
Τώρα, που άρχισα να θυμάμαι…
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)