Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016
Οι σκοπιές των στρατιωτών
Σάββατο 29 Μαρτίου 2014
Ύπνος βαθύς
Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013
Υποδόρια Λύπη
Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013
Το «σ’ αγαπώ»
Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012
Σ’ αγαπώ
Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012
T’ ανοιχτό παράθυρο
Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012
Παλιές αμαρτίες
Σάββατο 14 Ιουλίου 2012
Φοβούμαι τις νύχτες
Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012
Tα σουξέ του Σαββατοκύριακου
Δευτέρα 7 Μαΐου 2012
Υγρασία βαθιά
Τετάρτη 2 Μαΐου 2012
Η ξύλινη πόρτα
Παρασκευή 6 Απριλίου 2012
Απόψε πάλι
Κυριακή 1 Απριλίου 2012
Oι τόποι μας
όλο πέτρες και δάκρυα
λιγοστεύουμε μέρα τη μέρα
εκλείπουμε
κι είναι ο χρόνος αδίστακτος
μας κομματιάζει
μόνο η σιωπή θυμάται τα ίχνη μας
κι ο άνεμος…
Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012
Τόσα χρόνια
Τόσα χρόνια, φίλε
μουχλιασμένες διαταγές και διατάξτε
αφηνιασμένα προσκλητήρια και θέατρο
υποκρισία σε κακέκτυπο
πρόχειρα βαμμένες ελπίδες
κι ένα όπλο παρά πόδα
βούλιαξαν τα βήματα
και μαζί τους
ένας κόσμος ολόκληρος που δεν έζησε
και που δε θα ζήσει ποτέ…
Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012
Οι γύρω δρόμοι
Άρχισαν να νυχτώνουν οι δρόμοι γύρω απ’ το σπίτι
κι ήταν ακόμα δώδεκα το μεσημέρι
το ακουστικό του τηλεφώνου ήταν κατεβασμένο
κανείς δεν μπορούσε να μας μιλήσει
επ’ έξω ακούγονταν το χτύπημα ενός μπαστουνιού
όποιος κι αν ήταν ξεμάκρυνε πια
στο μέσα δωμάτιο
η πόρτα ήταν μισάνοιχτη
μέσα στην ησυχία του παράδοξου
ακούσαμε ένα κλάμα παιδικό
ήταν οι λέξεις μας
τα μάτια μας
τα χέρια μας
που έκλαιγαν
προδομένα απ’ το ανέκφραστο
μιας ολόκληρης εποχής.
Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011
Γιορτινές υποσχέσεις
κάτου από αναμμένα φώτα και χαρούμενες μουσικές
κι ας γνώριζες από παιδί τους μύθους
κι ας γνώριζες πως μόνο στους τέσσερις τοίχους της ψυχής σου
εκείνο το βρέφος θα μπορούσε να έχει γεννηθεί…
Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011
Τα πλοία του χειμώνα
Από τα παιδικά μου παραμύθια ως σήμερα
μπερδεύω τους δράκους με τους κακούς
και τους ανέμους με τις λιακάδες…
Στο λιμάνι ξεπροβοδούν τα μεγάλα πλοία
οι μανάδες, οι γυναίκες, οι αδελφές
λίγο πιο πίσω οι ερωμένες
κι απ’ τα μπαλκόνια
έχοντας το κεφάλι στραμμένο
πότε στην ανοιχτή θάλασσα
πότε στα πιο βαθιά τ’ ουρανού
γυναίκες μαυροφορεμένες
κουνώντας ένα μαντίλι λευκό
να εξευμενίσουν τη θάλασσα του Χειμώνα.
Και φεύγουν τα πλοία
κι αλλάζουν οι εικόνες μέσα στα μάτια
τα όνειρα αλλάζουν και τα τραγούδια τα νυχτερινά
στην κουπαστή και στα υγρά αμπάρια
και χορεύουν τα κύματα
τα κατάρτια μαζί τους
οι λέξεις στα χείλη και στα γράμματα τα μουσκεμένα.
Και σαν έρχονται πίσω
δένουν πάλι δυνατά οι καδένες στα ντόκ
και ξεπροβάλουν σ’ εκείνο το τσούρμο των γυναικών
πρόσωπα, με μόνη διαφορά μεταξύ τους
το χρώμα των ματιών
με ίδιο το μπέρδεμα των μαλλιών με τ’ αλάτι
ίδιο το φάγωμα της αρμύρας στο ρούχο
ίδιο το ράγισμα του κορμιού από το κύμα.
…κι εκείνος ο δράκος των παιδικών παραμυθιών
έρχεται πάντα και μου μιλάει
«δεν ήμουν εγώ που έριξα τα κάστρα
τότε, στα οχτώ σου χρόνια
μήτε που βούλιαξα τα πλοία τα πειρατικά σου
λίγο μετά…»
και ποιόν να πιστέψω πια
έχει τόσο βρέξει εδώ
που γίνηκαν θάλασσες οι σκέψεις
και πήραν πάλι μακριά τα καράβια.
Σάββατο 3 Απριλίου 2010
Δωσ' μου μια ελπίδα...
από εκείνα που ήλιο κρύβουν κι ελπίδα
και σ’ ένα χέρι απαλό ένα λουλούδι κόκκινο βάλε
ή έναν ώριμο καρπό απ’ τη γη
κι από της θάλασσας τα πλάτη
ένα κύμα αλλιώτικο…
Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009
Κ’ είναι πάλι αργά τις νύχτες
Τα βράδια κατηφορίζω ξυπόλυτος δρόμους πλατιούς
δείχνουν να χωρούν μέσα τους υποσχέσεις περασμένες
μένουν όμως έξω από αυτούς
κι άλλες φορές, ταξιδεύω
έχοντας τα μάτια της ψυχής πάντοτε ανοιχτά…
Είναι μακρινά τα ταξίδια
κανείς επιβάτης δε θα πει που κατέβηκα
γιατί απλά όλοι ξεχνούμε
θυμούμαστε το φθινόπωρο, το χειμώνα
μα τίποτε έξω από αυτό
το χιόνι, τη βροχή
όχι το πότε και το που.
Κ’ είναι πάλι αργά τις νύχτες
που αντικρίζω τα χνάρια μου πάνω στο χιόνι
εκεί που τα σύγνεφα αφουγκράζονται τον ήμερο ύπνο
κι χρόνος το απέραντο σιωπηλό λευκό.
Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009
Κοιμάσαι, κι έχεις έναν πόνο, λες
Κοιμάσαι, κι έχεις έναν πόνο, λες, στα όνειρα σου.
Γέρνω ανάμεσα σ’ εκείνον και σε σένα.
Γέρνω ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ όσα θυμάσαι.
Έχω χάσει το χαμόγελο μου.
Με συναντώ τα πρωινά του Σαββάτου στην λαϊκή
παιδί μικρό μ’ ένα ποδήλατο που έχουν ξεφουσκώσει τα λάστιχα του.
Μισό το παιγνίδι
και μισώ τις άδειες απο εκείνο σελίδες των καλοκαιρινών ημερολογίων.
Μαθαίνω ξανά την αλφαβήτα
προσπαθώ να κατανοήσω πώς γίνεται
εικοσιτέσσερα γράμματα να με κλείνουν σ’ εν’ άδειο δωμάτιο
να συνθέτουν λέξεις κλειδιά
όπως «Μοναξιά»
που ανοίγουν για να μπεις
αφήνοντας κλειδωμένη την έξοδο.
Παιδί μικρό είμαι
με μια σάκα ριγμένη στον ώμο
δεν έμαθα ακόμα
πόσο δύσκολο είναι να ξεστομίσεις κάποιες λέξεις
πώς δύσκολο είναι να ακούσεις κάποιες άλλες.
Κοιμούμαι, κι έχω έναν πόνο στα όνειρα μου.
Έχω χάσει το χαμόγελο, τις φωτογραφίες που χαμογελώ
τα παιδικά μου παιγνίδια τα έχω χαρίσει.
Κοιμάσαι, κι έχεις έναν πόνο λες στα όνειρα σου.
Ήθελα να ‘μαι ένα παιδί στα ανοιχτά σου χέρια μα
δε θυμούμαι πια πώς να κάνω κάτι τέτοιο.