Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σημάδια Ποίησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σημάδια Ποίησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Οι σκοπιές των στρατιωτών

Τα σιωπηλά πρόσωπα των αγίων
μοιάζουν με τις βροχερές σκοπιές των στρατιωτών
πίσω απ’ το συρματόπλεγμα.
 
Προσευχή κάθε πρωί και μετάνοια
με κάθε σκέψη
σε κάθε τηλεφώνημα
πάνω από μια φωτογραφία.
 
Κι αναβλίζουν αγίασμα οι παλιές μνήμες
τα πρόσωπα που πίσω μας περιμένουν
τυλιγμένα το παλιό
ξένο πια, πρόσωπο μας.
 
 
"Κύμα" Περιοδικό Λόγου και Τέχνης. Τέυχος 1

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Ύπνος βαθύς

Λυγίζουν μέσα μας οι νύχτες
καταπίνουν τα μικρά μεγάλα μας θέλω
παίζουν για λίγο με το περαστικό φως των αυτοκινήτων
κι αφήνονται σ’ έναν ύπνο βαθύ.

Ανοίγουν τότε οι σελίδες των παλιών ημερολογίων
βγαίνουν οι μορφές οι παιδικές μας
μας κοιτάζουν στα μάτια.
Δεν βρίσκουν τίποτε να πούνε.
Ο πιο σκληρός θάνατος είναι εκείνος της σιωπής.
Και σιωπούν.

Μια σιωπή βαθιά
που βαλσαμώνει κάθε μας κίνηση επόμενη.

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

Υποδόρια Λύπη

Βαθαίνουμε ολοένα στη σιωπή
σεπτά, κατανυκτικά
σα μια παράξενη ανάγκη να μας οδηγεί.

Κι ερημώνουμε τις γωνιές των δρόμων
αφήνουμε σπασμένα τα παράθυρα
ρημαγμένες τις λέξεις.

Χανόμαστε στα έκδοχα μιας λύπης υποδόριας
υπνωτισμένοι θαρρείς
από ένα παιδικό, τελευταίο μας όνειρο.

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ, και καθώς γέρνει απάνω σου το φεγγαρόφωτο
απ’ τα στήθια μου βγαίνει μια γλυκιά, σα τραγούδι, φωνούλα
και μαρτυράει όσα δε μπορώ να σου φωνάξω.
Σ’ αγαπώ, κι είσαι στις άκρες της ψυχής μου
δύο μικρά ξέφτια ουρανού π’ ανοίγουν σα φτερά πουλιού
και μακριά με παίρνεις απ’ όσα με πονούν.

Κι έμαθα απ’ την αρχή να γράφω τις λέξεις
να μουσκεύουν καθώς σου μιλούν
να ερωτεύονται
να σ’ ερωτεύονται
και πάντοτε σε σένα παραδομένες
να ψηλαφούν το εφηβικό τους σώμα.

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

T’ ανοιχτό παράθυρο

Τα κορίτσια γέρναν πάνω στ’ ανοιχτό παράθυρο
ώσπου να πάρουν μέσα το κεφάλι
έγιναν γυναίκες.

Είχαν αντικρίσει
μια κορδέλα καθώς ταξίδευε πάνω στις ηλιαχτίδες.
Ξέχασαν να κλείσουν τα μάτια.

Έκλεψε τα νιάτα η κορδέλα
ερωτοτρόπησαν μαζί της οι ηλιαχτίδες
χάθηκαν τα κοριτσίστικα χρόνια
στην πιο νοσταλγική ώρα του απογεύματος.

Εν’ ανοιχτό βιβλίο μονάχα
ζωγράφιζε στα περιθώρια του
τα επιφωνήματα στο αντίκρισμα του καθρέφτη.
Έπειτα
Γύρισε τις σελίδες του κι αυτό.

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Παλιές αμαρτίες

Κλείνουν απότομα οι νύχτες
τα βαριά θυρόφυλλα τους
ξενυχτισμένοι ταξιδιώτες
αργοσαλεύουν νυσταγμένοι
στα βαριά τους τιμόνια
κι οι δρόμοι γυμνοί
θαρρείς καταπίνουν διαβάτες
αυτοκίνητα κι αποστάσεις.

Ξημερώνει αργά
κι όλα, σιωπηλά, προσμένουν τη βροχή
να ξεπλύνει κάθε αμαρτία παλιά.

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Φοβούμαι τις νύχτες

Ανοίγουμε τα φτερά μας
μαρμάρινα,
κι άλλοτε ανάλαφρα.
Πετούμε απ’ άκρη σ’ άκρη
μετρούμε τις μέρες, τις σκέψεις,
τις υποσχέσεις.
Στο κομοδίνο το ξυπνητήρι ερημώνει τον χρόνο
νυχτώνει ολοένα.
Φοβούμαι τις νύχτες
φοβάσαι κι εσύ
όχι μην έρθω και είμαι κάποιος άλλος.

Είναι η πόρτα παλιά
ξύλινη
θαρρείς ξηλώνεται καθώς την ανοίγεις
απομένει βουβή
είναι ο ψίθυρος μονάχα ενός πιάνου
που αφήνει δισταχτικά ο αγέρας ανάμεσα στα θυρόφυλλα
παρασέρνει τα βήματα ο ψίθυρος
ανοίγουν μικρές αυλακιές στο σκονισμένο πάτωμα.

Η σκέψη με συντηρεί
είναι τα πέταγμα πάνω απ’ τον κόσμο
η βροχή μου ξεπλένει όσα πονάνε
η θάλασσα κρατά όσα χαμογελάνε.
Τραγουδώ
κι έχουν τα πανιά φουσκώσει
κι έχουν στον ουρανό ανέβει τα πουλιά
και μας παρασέρνουν.

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

Tα σουξέ του Σαββατοκύριακου

Ξυπνούμε σ’ ένα κλειστό δωμάτιο
αφήνουμε τη δίψα μας πάνω στους τοίχους
στα πατώματα τους βουβούς βόγκους μας
 ξεπουλάνε τη ζωή μας στο παζάρι της Πέμπτης
της Τρίτης, της Παρασκευής
σε κάθε γειτονιά, με κάθε ευκαιρία
κι εμείς διψούμε
ολοένα περισσότερο διψούμε
παρά τις πορείες και τι διαδηλώσεις
παρά τις αμφισβητήσεις και τους ξυλοδαρμούς.
Κι είναι που ζήσαμε μ’ ανοιχτά τα χαρτιά μας
μ’ ανοιχτά τα παράθυρα της ψυχής
κι έκλεψαν ψευτοεπαναστάτες τα συνθήματα μας
και λέρωσαν τους τοίχους και τις ζωές μας.

Ψάχνουμε ακόμα τον Σαββόπουλο της γενιάς μας
την Γώγου και τον Άσημο μας
γιατί έχουμε – αλίμονο – ξεμείνει
με τα σουξέ του Σαββατοκύριακου από την Λαϊκή κατηφόρα.

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Υγρασία βαθιά

Έχουν τα μάτια μου μιαν υγρασία βαθιά
ζούνε μέσα τους χίλιες εικόνες φθινοπωρινές
τόσες ακόμα άλλων εποχών

καθώς βραδιάζει, αντιφεγγίζει η θάλασσα τ’ αστέρια
φωτίζουν τα μικρά βήματα μου

καθώς κλείνουν οι πόρτες και τα φώτα σβήνουν
θυμώνουν οι βροχές στις κόγχες ματιών
κι ακατάπαυστα κλαίνε.

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Η ξύλινη πόρτα

Τα βαριά κλειδιά της ξύλινης πόρτας
έχουν από χρόνια χαθεί
σκιές απ’ έξω περιπολούν
κτυπώντας συγχρονισμένα τα βήματα τους
μέσα
ένα μικρό παιδί, χαμογελαστό σχεδόν
κοιτάζει τ’ αστέρια
κι ονειρεύεται…

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Απόψε πάλι

Απόψε πάλι
μιαν ομίχλη κλέβει τις μορφές πλάι μου
ήχους γυμνούς αφήνει πάνω στις πέτρες
βήματα αβέβαια.

Και θα σιωπήσουν φοβισμένα τα λόγια
δίχως ν’ ανταμώσουν εκείνους  που χάθηκαν
πριν τις βροχές κι επιστρέφοντας
έσυραν άλλες βροχές πίσω τους.

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Oι τόποι μας

Γυμνοί οι τόποι μας
όλο πέτρες και δάκρυα

λιγοστεύουμε μέρα τη μέρα
εκλείπουμε

κι είναι ο χρόνος αδίστακτος
μας κομματιάζει

μόνο η σιωπή θυμάται τα ίχνη μας
κι ο άνεμος…

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Τόσα χρόνια

Τόσα χρόνια, φίλε

μουχλιασμένες διαταγές και διατάξτε

αφηνιασμένα προσκλητήρια και θέατρο

υποκρισία σε κακέκτυπο


πρόχειρα βαμμένες ελπίδες

κι ένα όπλο παρά πόδα


βούλιαξαν τα βήματα

και μαζί τους

ένας κόσμος ολόκληρος που δεν έζησε

και που δε θα ζήσει ποτέ…

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Οι γύρω δρόμοι

Άρχισαν να νυχτώνουν οι δρόμοι γύρω απ’ το σπίτι

κι ήταν ακόμα δώδεκα το μεσημέρι

το ακουστικό του τηλεφώνου ήταν κατεβασμένο

κανείς δεν μπορούσε να μας μιλήσει

επ’ έξω ακούγονταν το χτύπημα ενός μπαστουνιού

όποιος κι αν ήταν ξεμάκρυνε πια

στο μέσα δωμάτιο

η πόρτα ήταν μισάνοιχτη

μέσα στην ησυχία του παράδοξου

ακούσαμε ένα κλάμα παιδικό

ήταν οι λέξεις μας

τα μάτια μας

τα χέρια μας

που έκλαιγαν

προδομένα απ’ το ανέκφραστο

μιας ολόκληρης εποχής.

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Γιορτινές υποσχέσεις

Φεύγουν σα πλοία οι παλιές γιορτινές υποσχέσεις
κάτου από αναμμένα φώτα και χαρούμενες μουσικές

κι ας γνώριζες από παιδί τους μύθους
κι ας γνώριζες πως μόνο στους τέσσερις τοίχους της ψυχής σου
εκείνο το βρέφος θα μπορούσε να έχει γεννηθεί…

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Τα πλοία του χειμώνα

Από τα παιδικά μου παραμύθια ως σήμερα

μπερδεύω τους δράκους με τους κακούς

και τους ανέμους με τις λιακάδες…

 

 

Στο λιμάνι ξεπροβοδούν τα μεγάλα πλοία

οι μανάδες, οι γυναίκες, οι αδελφές

λίγο πιο πίσω οι ερωμένες

κι απ’ τα μπαλκόνια

έχοντας το κεφάλι στραμμένο

πότε στην ανοιχτή θάλασσα

πότε στα πιο βαθιά τ’ ουρανού

γυναίκες μαυροφορεμένες

κουνώντας ένα μαντίλι λευκό

να εξευμενίσουν τη θάλασσα του Χειμώνα.

 

Και φεύγουν τα πλοία

κι αλλάζουν οι εικόνες μέσα στα μάτια

τα όνειρα αλλάζουν και τα τραγούδια τα νυχτερινά

στην κουπαστή και στα υγρά αμπάρια

και χορεύουν τα κύματα

τα κατάρτια μαζί τους

οι λέξεις στα χείλη και στα γράμματα τα μουσκεμένα.

 

Και σαν έρχονται πίσω

δένουν πάλι δυνατά οι καδένες στα ντόκ

και ξεπροβάλουν σ’ εκείνο το τσούρμο των γυναικών

πρόσωπα, με μόνη διαφορά μεταξύ τους

το χρώμα των ματιών

με ίδιο το μπέρδεμα των μαλλιών με τ’ αλάτι

ίδιο το φάγωμα της αρμύρας στο ρούχο

ίδιο το ράγισμα του κορμιού από το κύμα.

 

 

…κι εκείνος ο δράκος των παιδικών παραμυθιών

έρχεται πάντα και μου μιλάει

«δεν ήμουν εγώ που έριξα τα κάστρα

τότε, στα οχτώ σου χρόνια

μήτε που βούλιαξα τα πλοία τα πειρατικά σου

λίγο μετά…»

και ποιόν να πιστέψω πια

έχει τόσο βρέξει εδώ

που γίνηκαν θάλασσες οι σκέψεις

και πήραν πάλι μακριά τα καράβια.

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Δωσ' μου μια ελπίδα...

Δώσε μου μόνο ένα βλέμμα παιδικό

από εκείνα που ήλιο κρύβουν κι ελπίδα

και σ’ ένα χέρι απαλό ένα λουλούδι κόκκινο βάλε

ή έναν ώριμο καρπό απ’ τη γη

κι από της θάλασσας τα πλάτη

ένα κύμα αλλιώτικο…

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009

Κ’ είναι πάλι αργά τις νύχτες

Τα βράδια κατηφορίζω ξυπόλυτος δρόμους πλατιούς

δείχνουν να χωρούν μέσα τους υποσχέσεις περασμένες

μένουν όμως έξω από αυτούς

κι άλλες φορές, ταξιδεύω

έχοντας τα μάτια της ψυχής πάντοτε ανοιχτά…

 

Είναι μακρινά τα ταξίδια

κανείς επιβάτης δε θα πει που κατέβηκα

γιατί απλά όλοι ξεχνούμε

θυμούμαστε το φθινόπωρο, το χειμώνα

μα τίποτε έξω από αυτό

το χιόνι, τη βροχή

όχι το πότε και το που.

 

Κ’ είναι πάλι αργά τις νύχτες

που αντικρίζω τα χνάρια μου πάνω στο χιόνι

εκεί που τα σύγνεφα αφουγκράζονται τον ήμερο ύπνο

κι χρόνος το απέραντο σιωπηλό λευκό.

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

Κοιμάσαι, κι έχεις έναν πόνο, λες

Κοιμάσαι, κι έχεις έναν πόνο, λες, στα όνειρα σου.

Γέρνω ανάμεσα σ’ εκείνον και σε σένα.

Γέρνω ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ όσα θυμάσαι.

  

Έχω χάσει το χαμόγελο μου.

 

Με συναντώ τα πρωινά του Σαββάτου στην λαϊκή

παιδί μικρό μ’ ένα ποδήλατο που έχουν ξεφουσκώσει τα λάστιχα του.

Μισό το παιγνίδι

και μισώ τις άδειες απο εκείνο σελίδες των καλοκαιρινών ημερολογίων.

 

Μαθαίνω ξανά την αλφαβήτα

προσπαθώ να κατανοήσω πώς γίνεται

εικοσιτέσσερα γράμματα να με κλείνουν σ’ εν’ άδειο δωμάτιο

να συνθέτουν λέξεις κλειδιά

όπως «Μοναξιά»

που ανοίγουν για να μπεις

αφήνοντας κλειδωμένη την έξοδο.

 

Παιδί μικρό είμαι

με μια σάκα ριγμένη στον ώμο

δεν έμαθα ακόμα

πόσο δύσκολο είναι να ξεστομίσεις κάποιες λέξεις

πώς δύσκολο είναι να ακούσεις κάποιες άλλες.

 

Κοιμούμαι, κι έχω έναν πόνο στα όνειρα μου.

Έχω χάσει το χαμόγελο, τις φωτογραφίες που χαμογελώ

τα παιδικά μου παιγνίδια τα έχω χαρίσει.

 

Κοιμάσαι, κι έχεις έναν πόνο λες στα όνειρα σου.

 

Ήθελα να ‘μαι ένα παιδί στα ανοιχτά σου χέρια μα

δε θυμούμαι πια πώς να κάνω κάτι τέτοιο.