στη Νίκη
Έγειρε στα μαλλιά σου το καλοκαίρι
με τις χρυσές αχτίδες του
με τα σφυρίγματα των πλοίων
να μπλέκονται ανάμεσα
και τα μελτέμια
να φουσκώνουν τ’ ανοιχτό πουκάμισο
με την αρμύρα της θάλασσας.
Έμειναν πίσω τα κλειστά παπούτσια
τα βαριά βιβλία
οι κουρασμένες νύχτες του χειμώνα.
Ταιριάξαμε πάνω στην πέτρα
τα πέλματα μας
δίχως πόνο, μόνο λαχτάρα
για το άγνωστο του βυθού
για το φιλί του ηλιοβασιλέματος
για κείνο το χάδι το απαλό
κάτω απ’ το άρωμα του γιασεμιού.
Μιλάει η θάλασσα
κρύβει λέξεις μικρές
όμοιες κογχύλια
πάνω στ’ αλμυρά σου χείλη
να ξεδιψάσουν με εικόνες
κι εγώ
μια θάλασσα νωχελική
φέρνω στα πόδια σου
να κοινωνήσουν τον έρωτα.
Μας συνοδεύουν
οι έρημοι σταθμοί που περάσαμε
κρύφτηκε η ψυχή μας
πίσω απ' τις ξύλινες
κλειδωμένες τους πόρτες
τις παλιές τους ιστορίες ντύθηκε
τους αμέτρητους αποχαιρετισμούς
κι η ζωή μας
η ζωή μας που στάθηκε
στις σκάλες της πόλης
μα δε ξαπόστασε
οι πέτρες στα πλακόστρωτα που βάδισε
γίνανε θρόισμα φύλλων
τρυφερές οι λέξεις
σ' ένα κατά βάθος
λυπημένο ποίημα.
Πολλές φορές τα βράδια
αντηχεί στα κλειστά δωμάτια
ο ήχος της μοναξιάς μας.
Βρίσκει στο πάτωμα
πεσμένες τις εποχές
τα κενά μας βλέμματα
τις λυπημένες μας μέρες.
Χτυπάει τους τοίχους συνθηματικά
σα κάποιος να προσμένει το χτύπο
να μετρά τις παύσεις του
να φυτέψει μέσα τους λέξεις
σα μικρές ανάσες.
Κρυβόμαστε απ’ τη μοναξιά
με κλωστές μας κρατάει
κι εμείς
μαριονέτες σ’ ένα ρόλο άγνωστο
μονότονο
πυρπολούμε την ψυχή μας
αφήνοντας σήματα καπνού
σ’ άγνωστους παραλήπτες.
Στέκουν οι λέξεις
παιδιά μικρά
στον ίσκιο ενός δέντρου
«Μαμά» φωνάζουν κλαίγοντας
κι ο ουρανός γιομίζει σύγνεφα
βρέχοντας
σβήνουν τα σχολικά μας λευκώματα
τα γράμματα της νιότης
τα τωρινά μας τραγούδια.
Πάντοτε πεινασμένοι
βαδίζουμε τις νύχτες
και διψασμένοι
για λίγη τρυφερότητα.