Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ήχος Πλάγιος. Μόνος…. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ήχος Πλάγιος. Μόνος…. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Απο την παρουσίαση στον πολυχώρο της Άγκυρας

Είναι κάποια βράδια που έχεις κοντά σου πολλούς από εκείνος που αγαπάς και γνωρίζεις κι ακόμα περισσότερους από εκείνους που δεν γνωρίζεις από κοντά μα τους αγαπάς.
Μ’ εκείνη την αγάπη που δεν προσμένει κάποιο αντάλλαγμα για να δοθεί κι αντίθετα αναζητεί δρόμους ώστε κάποτε να φανερωθεί.

Ήταν εκεί ακόμα και η βροχή.
Μας αγκάλιασε λίγο πριν την έναρξη για να μας οδηγήσει ίσως στο κλίμα εκείνο που έπρεπε για να απλωθεί η ποίηση στον χώρο.
Υπό το φως των κεριών έπειτα από κάποια στιγμή, έτσι του έπρεπε άλλωστε, και με την μελωδία της βροχής.

Το χειροκρότημα σας ζεστό για την Ελένη Γκίκα και τον Δημήτρη Βαρβαρήγο που μίλησαν για την συλλογή, ζεστό και για τον Γρηγόρη Χαλιακόπουλο που μίλησε και συντόνισε την παρουσίαση.
Η Μαρίνα Γκάτσου και ο Νικόλας Τελλίδης με τις αισθαντικές τους φωνές μας έβαλαν στην ψυχή της συλλογής αφήνοντας μας ανοιχτό το εισιτήριο του ταξιδιού προς όποιο νοσταλγούμε προορισμό.
Και κάπου εκεί, ήρθε η βροχή να παραδώσει το σκήπτρο της μουσικού αγκαλιάσματος του χώρου στον Γιάννη Νανόπουλο.

Το να πω ένα ευχαριστώ είναι πολύ λίγο.
Όπως είπα και στο πολυχώρο της Άγκυρας, έγινα αποδέκτης της μεγάλης αγάπης σας τόσο πριν τόσο και μετά την έκδοση της ποιητικής συλλογής.
Γνώρισα ανθρώπους πολύτιμους από εδώ μέσα όχι για να μπορέσει να πουληθεί ένα βιβλίο αλλά για να μπορέσει η ψυχή να πάει παρακάτω.
Σας ευχαριστώ από καρδιάς όλους.

Σάββατο 7 Μαρτίου 2009

Ο Ήχος Πλάγιος. Μόνος… στον πολυχώρο της Άγκυρας

Οι εκδόσεις ΜΠΑΡΤΖΟΥΛΙΑΝΟΣ σας προσκαλούν
με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ποίησης

στον πολυχώρο ΑΓΚΥΡΑ,
την Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009 στις 19:00
Σόλωνος 124 & Εμμανουήλ Μπενάκη (Εξάρχεια),

στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής
του Ιωάννη Τσιουράκη
με τίτλο
Ήχος Πλάγιος. Μόνος…

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Ελένη Γκίκα, συγγραφέας – κριτικός λογοτεχνίας
Δημήτρης Βαρβαρήγος, συγγραφέας
Γρηγόρης Χαλιακόπουλος, συγγραφέας

Αποσπάσματα της συλλογής θα διαβάσουν οι:
Μαρίνα Γκάτσου
Νικόλας Τελλίδης

Μουσική θα παίξει ο Γιάννης Νανόπουλος.


Εκδόσεις Ηλίας Μπαρτζουλιάνος Σοφοκλέους 5, Αθήνα 10559,
τηλ. 2103835421, 6977306160

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Ο «Ήχος Πλάγιος. Μόνος…» στο Πολυβιβλιοπωλείο Μαλλιάρης Παιδεία – Ανατόλια

Οι εκδόσεις Ηλίας Μπαρτζουλιάνος
και το βιβλιοπωλείο Μαλλιάρης Παιδεία
σας προσκαλούν
στην παρουσίαση της συλλογής ποιημάτων
του Ιωάννη Τσιουράκη
με τίτλο
«Ήχος Πλάγιος. Μόνος…»


Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Τόλης Νικηφόρου, ποιητής – συγγραφέας

Κατερίνα Καριζώνη, ποιήτρια – συγγραφέας


Ποιήματα και κείμενα της συλλογής θα διαβάσει
η Κυβέλη Δραγούμη, ηθοποιός


Η παρουσίαση θα γίνει την Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008 και ώρα 19:00
στον χώρο του Πολυβιβλιοπωλείου Μαλλιάρης Παιδεία – Ανατόλια.
Δ. Γούναρη 39, τηλ. 2310277113, Θεσσαλονίκη


Εκδόσεις Ηλίας Μπαρτζουλιάνος
Σοφοκλέους 5, Αθήνα 10559, τηλ. 2103835421, 6977306160


Κυριακή 8 Ιουνίου 2008

Ηχος πλάγιος. Μόνος... από έναν ποιητή

Η πολυγραφότατη συγγραφέας – ποιήτρια - δημοσιογράφος – κριτικός βιβλίων κυρία Ελένη Γκίκα, μου πρόσφερε βήμα μέσα από το δίστηλο αφιέρωμα του Έθνος Άουτ στο Έθνος της Κυριακής 08 Ιουνίου 2008 το www.blog… και την ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό.

Τον συναντάμε στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.hxosplagiosmonos.blogspot.com/, το όνομα της ιστοσελίδας του «Ήχος, πλάγιος. Μόνος...» όπως κι ο τίτλος του βιβλίου του που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μπαρτζουλιάνος». Ο Ιωάννης Τσιουράκης γράφει ως επί το πλείστον ποίηση. Αντιγράφουμε από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

«Οι ήχοι, λέω, όταν πλαγιάσουν πολύ από τον άνεμο παύουν να είναι ήχοι. Γίνονται μικρά κορδόνια, να μπορούν τα παιδιά να κρατούν τα κόκκινά τους μπαλόνια στο Λούνα Παρκ. Να κρατούν το πλαστικό φορτηγάκι τους καθώς τρέχουν στον δρόμο... Να συγκρατούν ένα παπούτσι επάνω στο πόδι, καθώς εκείνο βρίσκεται σε γρήγορο βηματισμό. Κι εγώ πλάγιασα».

Και όσο για το μπλογκ, βεβαίως ο λόγος και πάλι στον ίδιο:

«Ήταν περίπου έναν χρόνο πριν, μια εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης και μια γνωριμία με τα μπλογκ.
Αρχικά με επιφύλαξη για τον νέο τρόπο επικοινωνίας.
Περιήγηση και μελέτη.
Λίγο μετά γεννήθηκε ο «Ήχος Πλάγιος. Μόνος...».
Τίτλος χαρισμένος από κάποιες εικόνες της ψυχής που δεν βρήκαν ποτέ τους καμβά να ζωγραφιστούν, μα μια λέξη ελάχιστη για να περιγραφούν.
Περίοδος με αλλαγές, μία από αυτές η επιστροφή στην πόλη της Θεσσαλονίκης με αποσκευές σχεδόν άδειες πια από εικόνες δικές της.
Μια νέα ανάγκη εσωτερικού μονολόγου, μια ανάγκη επικοινωνίας με νέα πρόσωπα.
Νιώθω, ιδιαίτερα τώρα, πως ήταν η ιδανική στιγμή για ανοίγματα.
Αρχικά με ποιήματα δημοσιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά, έπειτα με κείμενα αφημένα στο πέλαγος της ψυχής, μήπως και γαληνέψουν κάποτε τα κύματά της.
Αν τα καταφέρνουν τελικά δεν γνωρίζω να πω, νιώθω πως κάποτε οι πλεύσεις των καραβιών αλλάζουν, μακραίνοντας κι ομορφαίνοντας έτσι το ταξίδι.
Άλλωστε είναι ταξίδι οι λέξεις, είτε ένας τις διαβάζει είτε πολλοί.
Βρέθηκαν λοιπόν κι οι πρώτοι συνταξιδιώτες, έπειτα κι άλλοι κι άλλοι... Ταξίδι που συνοδεύθηκε με συζητήσεις τόσο μέσα στα μπλογκ όσο και σε χώρους πιο ιδιωτικούς.
Ήρθαν και οι γνωριμίες με τα πρόσωπα πίσω από τα μπλογκ.
Άνθρωποι με όνειρα, με πάθη, με αγωνίες, με προβλήματα, όμορφοι άνθρωποι.
Φορές πολλές βρέθηκα σ' ένα μπαλκόνι ή έστω περβάζι της ψυχής να κοιτάζω εκείνον τον ουρανό που κάποτε μου έλειπε, ίσως γιατί επιθυμία παλιά ήταν τούτες οι λέξεις να διαβαστούν, οι εικόνες τους να γεννήσουν άλλες εικόνες σ' εκείνους που θα συμπορευθούν, οι ήχοι τους να αλλάξουν λίγο τον ρυθμό της κυμάτων της ψυχής που είπα και πριν.
Έτσι καθώς κοίταζα κι ακόμα κοιτάζω τούτο τον ουρανό στο σημείο εκείνο του ορίζοντα που το μάτι μπερδεύει ουρανό και θάλασσα βλέπω και μερικά καράβια να ταξιδεύουν, πότε έρχονται και πότε φεύγουν.
Εκείνα τα τελευταία, σαν στρέφουν το πρόσωπό τους πίσω οι ταξιδευτές, διακρίνω το λαμπύρισμα στα μάτια από ένα ελάχιστο δάκρυ, έχουν κι ένα χαμόγελο στα χείλη σαν τα παιδιά που γνωρίζουν πως το παιχνίδι δεν τέλειωσε κι ας πάει η μέρα, νύχτωσε πια και πρέπει να μαζευτούν στο σπίτι με μάγουλα κοκκινισμένα από το τρέξιμο στην αλάνα.
Το κέρδος κατά βάθος είναι αυτό.
Η γνώση πως τίποτε δεν τελειώνει, πως τίποτε δεν παύει να ταξιδεύει ακόμα κι αν κάποτε δέσει στο λιμάνι τ απάνεμο, ακόμα κι όταν όλα τριγύρω σιωπούν ή απομακρύνονται και στέκεται μόνο στην άκρη κάποιου βράχου που ο άνεμος αγκαλιάσει στο πέρασμά του...».


http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11619&subid=2&tag=10737&pubid=1100485

Τρίτη 27 Μαΐου 2008

Ήχος Πλάγιος. Μόνος…


Ιωάννης Τσιουράκης

Ήχος Πλάγιος. Μόνος…

ISBN: 978-960-89745-9-3

Εκδόσεις: Μπαρτζουλιάνος
Επιμέλεια έκδοσης: Ηλίας Μπαρτζουλιάνος
Ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Κατερίνα Κωνσταντοπούλου
Σχέδιο εξωφύλλου: Δημήτρης Γεωργάς

(απο το οπισθόφυλλο)
Οι Ήχοι, λέω, όταν πλαγιάσουν πολύ από τον άνεμο, παύουν να είναι ήχοι.
Γίνονται μικρά κορδόνια να μπορούν τα παιδιά να κρατούν τα κόκκινα τους μπαλόνια στο Λουνα Παρκ.
Να κρατούν το πλαστικό φορτηγάκι τους καθώς τρέχουν στον δρόμο...
Να συγκρατούν ένα παπούτσι επάνω στο πόδι καθώς εκείνο βρίσκεται σε γρήγορο βηματισμό.
Κι εγώ πλάγιασα.

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2007

Ανάγκη

Καταλήγω πάντα
σε μια νύχτα πανσέληνη
σιωπηλός
να κυοφορώ τους δικούς σου πόνους
τις δικές σου αγωνίες
μετά κι εσύ τις δικές μου.
Τόση η ανάγκη μας.

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2007

Η αγάπη πάει με κουπιά*

Κούρνιασε στα χέρια μου η σιωπή.
Μου ραγίζει τα μάτια, μου σφραγίζει τα χείλη.

Έμαθα πλάι στον άνεμο να ζω, πια δε με παρασέρνει.
Πια δε μου σταματά τα βήματα στο βρεγμένο χώμα του Φθινοπώρου.
Στέκουμαι στην άκρη του πελάγου, ημέρες σκίζω χάρτινες υποσχέσεις, τις ρίχνω στις ρωγμές του ανέμου.
Καθώς σκορπίζονται, παίρνει βάφεται χρώμα κίτρινο ο ουρανός, σταχτοκόκκινο η θάλασσα.

Ίσως, όταν η φωνή σου σκίσει στα δύο τον ουρανό, το ένα κομμάτι μείνει αιώνια στο σκοτάδι και τ’ άλλο στο φως.

Έχω φυλάξει πλάι στα όνειρα ένα χαμόγελο τρυφερό.
Έχω φυλάξει κι ένα μικρό βαρκάκι με κουπιά, "η αγάπη πάει με κουπιά", λένε.
Μονάχα έτσι ταξιδεύουν γαλήνια τα όνειρα.



από το βιβλίο: Ιωάννης Τσιουράκης, Ήχος Πλάγιος. Μόνος…




*Ο τίτλος του κειμένου είναι από το ομότιτλο τραγούδι του Θανάση Πλαταμώνα,
σε ερμηνεία του Παντελή Θεοχαρίδη και μουσική του Ευγένιου Δερμιτάσογλου.

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2007

Κι άραγε, με συγχώρεσες ποτέ;

Έγειρες στην άκρη του γκρεμού.

«Κοίταξε!», μου είπες, δείχνοντας μου ένα φεγγάρι κρεμασμένο από ένα κλαράκι στην άκρη του βράχου.

Έκανα να πιάσω το φεγγάρι από το χέρι, να το βγάλω ψηλά μα εκείνο τραβήχτηκε.

«Φοβούνται και τα φεγγάρια τελικά» σκέφτηκα.

Κι έτσι όπως ήμουν πεσμένος στη γη σε είδα ψηλά ν’ ανεβαίνεις σαν άστρο.


Κι άραγε, με συγχώρεσες ποτέ που σου μιλούσα με παραβολές;




από το βιβλίο: Ιωάννης Τσιουράκης, Ήχος Πλάγιος. Μόνος…

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2007

Τι τάχα ν’ αποχαιρετούσα;

Κρατώ με μιαν αλυσίδα το πέλαγο, κρατώ ένα όνειρο και ταξιδεύω.
Τώρα που φύγανε οι παραθεριστές του καλοκαιριού κι απέμειναν οι ταξιδευτές του Σεπτέμβρη, μ’ ένα ψάθινο καπέλο στο χέρι και το αεράκι τ’ απαλό στα μαλλιά.

Οι πιο τρυφερές σκέψεις παίρνουν ένα ξύλινο καθισματάκι και στρογγυλοκάθονται στην ψυχή.
Προσμένουν κέρασμα γλυκό του κουταλιού και δροσερό πηγής νερό.
Προσμένουν έναν λόγο τρυφερό που καθώς όμως φθάνει σέρνει πίσω του τη λύπη.

Πήρα τα βήματά μου.
Στάθηκα πάνω στον καταπέλτη του πλοίου σαν γι’ αποχαιρετισμό.
Κι αλίμονο, τι τάχα ν’ αποχαιρετούσα;


 
από το βιβλίο: Ιωάννης Τσιουράκης, Ήχος Πλάγιος. Μόνος…

Τρίτη 21 Αυγούστου 2007

Κλείνουν άραγε οι κύκλοι των ποιητών...

Ένα τρένο φέρνει κοντά ότι αγαπάμε, έπειτα πάλι μακριά το ταξιδεύει.
Ένα φιλί στον σταθμό αποχαιρετιστήριο, ένα δάκρυ ψυχής, μυστικό καθώς λένε.

Πες μου, τι απομένει πίσω από το σφύριγμά του, πίσω από την πόρτα που καθώς κλείνει υψώνει τοίχους ανάμεσα στα λόγια;

Ταξιδεύω μ’ εκείνη την στάση την γνώριμη.
Το κεφάλι ακουμπισμένο στο τζάμι και οι εικόνες να διαδέχονται η μία την άλλη…
Και τα μάτια κάποτε κλείνουν.

Κλείνουν άραγε οι κύκλοι των ποιητών, αναρωτιέμαι;

Μονάχα τα μάτια, κλείνοντας αφήνουν μία υπόσχεση για ένα ταξίδι επόμενο.
Τρέμουν τα χέρια στα όνειρα, το μυαλό ξεχνά την ορθογραφία των λέξεων.
Τάχα πως γράφεται η λέξη "ζωή".
Κ’ ίσως κατά τύχη να μένουν τα γράμματα στη σωστή τους θέση.

Κρατώ ένα παιδί από το χέρι σε τούτο το ταξίδι.
Κάθεται στο κάθισμα του διαδρόμου.
Ανεβαίνει στην αγκαλιά μου, κολλάει το πρόσωπο στο τζάμι και κοιτάζει την θάλασσα, κοιτάζει τους κάμπους, κοιτάζει το ηλιοβασίλεμα.
Μικρά και αθώα πάντοτε τα παιδιά, κοιτάζουν μόνο τα γνήσια πράγματα, τα όμορφα.

Απλώνω τα χέρια και καθώς νυχτώνει ζωγραφίζω επάνω στο τζάμι.
Βουτώ το χέρι στον ήλιο κι απλώνω το χρώμα του στη γη.
Κάμπος ξανθός απλώνεται.
Βουτιά κάνω στα βαθιά της θάλασσας και βγαίνοντας, σταγόνες ρίχνω στον σχεδόν νυχτερινό ουρανό, πάλι γαλανός γίνεται.

«Σ’ αγαπώ» μου λέει το παιδί.
Κι αλήθεια, σκέπτομαι, με πόσο χρώματα ζωγραφίζεται άραγε η μια τέτοια λέξη σ’ έναν χρόνο τόσο ραγισμένο;



από το βιβλίο: Ιωάννης Τσιουράκης, Ήχος Πλάγιος. Μόνος…

Κυριακή 1 Ιουλίου 2007

Γίνε...

Γίνε ένα μικρό πεφταστέρι στην αγκαλιά μου
εν’ απαλό θρόισμα στους ήχους της ψυχής
γίνε ο γιορτινός κήπος να σιγάσω τις κραυγές μου
να γλυκοκοιμίσω ό,τι αγαπώ.
Κι όταν βραδιάσει
σαν άρωμα θα κυλήσω από τα μάτια στα χείλη
από τα χείλη στους πόνους της ψυχής
θα σ’ αγκαλιάσω.
Κι όταν όλα θα γίνουν σα σιωπή τρυφερή
θα χαθώ
να νιώσω μια φορά εσύ να μ’ αναζητάς.

Πέμπτη 31 Μαΐου 2007

Τα βήματά σου...

Οι Ήχοι, λέω, όταν πλαγιάσουν πολύ από τον άνεμο, παύουν να είναι ήχοι.
Γίνονται μικρά κορδόνια να μπορούν τα παιδιά να κρατούν τα κόκκινα τους μπαλόνια στο Λουνα Παρκ.
Να κρατούν το πλαστικό φορτηγάκι τους καθώς τρέχουν στον δρόμο...
Να συγκρατούν ένα παπούτσι επάνω στο πόδι καθώς εκείνο βρίσκεται σε γρήγορο βηματισμό.
Κι εγώ πλάγιασα.

Βρίσκεσαι απέναντι μου.
Έχεις εκείνο το χαμόγελο ντυμένο στην ψυχή.
Καθρεφτίζεται επάνω στα χείλη.
Κοιτάζεις άραγε χαμηλά ή έτσι χαμηλά καθώς είμαι θα πρέπει να δονήσω τις πλάκες του πεζοδρομίου που βαδίζεις για να με κοιτάξεις;
Παίρνω γεμίζω τον χώρο των ιχνών που αφήνεις στις ίδιες πλάκες να μάθω την έκταση του πέλματός σου μήπως και καταλάβω πόση έκταση καταλαμβάνεις στην ψυχή μου.
Μα με τι μπορείς την έκταση μιας ψυχής να μετρήσεις;
Κ’ ίσως με τίποτα.
Έτσι γι’ αρχή, βαστώ μονάχα τα βήματά σου…
 


από το βιβλίο: Ιωάννης Τσιουράκης, Ήχος Πλάγιος. Μόνος…

Πέμπτη 10 Μαΐου 2007

Οι γυναίκες που αγάπησα

Οι γυναίκες που αγάπησα
είχαν χρώμα λυπημένο στα μάτια.
Κόβαν κομμάτια, μοίραζαν έναν σκοτεινό ουρανό
με κάθε τους βλέμμα.

Λύγιζαν ξερόχορτα θαρρείς από το πέρασμα τ’ αγέρα.
Έμαθα να λυγώ μαζί τους.
Ταξίδεψα έχοντας το πρόσωπό τους οδηγό
μ’ έβγαλε στην ανοιχτή θάλασσα.

Τα καράβια που ταξίδεψα δεν έδεσαν
πήρε να βρέχει ο σκοτεινός ουρανός.
Απέμειναν φώτα κυκλάμινα
στην άκρη του πελάγου όσα ένιωσα.

Άφηναν την αίσθηση του θυμωμένου χρόνου.
Μπορούν άραγε να ξεμακραίνουν το ίδιο οι σκέψεις
σε δύο χρόνια
το ίδιο σε δυο λεπτά;

Επέστρεφαν σιωπηλές απ’ τα μακρινά τους ταξίδια
μ’ άθικτες αποσκευές
με λίγο αρισμαρί κρατημένο
στις σελίδες κάποιου τσακισμένου βιβλίου.
Στ’ αφτιά τους ηχούσε ο πόνος των πελμάτων
στον κοφτερό βράχο.
Ψαλίδισα τις εικόνες τους.
Έπλασα έναν διαφορετικό κόσμο μα φάνταζε ξένος
ίσως για τούτο ξαπόστασαν τόσο λίγο.

Έριξαν εκείνες τις ίδιες αποσκευές στην πλάτη.
Ξεμάκρυναν.
Ξέφτισαν τα ίχνη επάνω στον βράχο.
Γίνονται επίμονα τα κύματα καθώς χειμωνιάζει.

Το βλέμμα τους απέμεινε να τριγυρίζει μέσα στις λέξεις,
Έτσι γνώρισαν οι λέξεις την ερημιά.
.

από το βιβλίο: Ιωάννης Τσιουράκης, Ήχος Πλάγιος. Μόνος…

Σάββατο 5 Μαΐου 2007

Όμορφα και χαμηλά τα σπίτια

Το πέλαγο τ’ αγριεμένο στα στήθη μου οδηγεί τα βήματά μου σ’ έν’ άγνωστο προορισμό.
Κοιτάζοντας μονάχα τα ίχνη καταλαβαίνεις το πώς το γιατί και το πού.

Είχα χρόνια πολλά να νιώσω το άγγιγμα της βροχής Σεπτέμβρη μήνα, μούσκεψε η ψυχή μου, μα δε μαλάκωσε.
Ψάχνει ακόμα τους δρόμους για να φύγει, απ’ ανάγκη, ίσως και για να κρυφθεί.
Όπου και να πάω πια θα ζητώ την φυγή.
Όταν δεν έχεις λόγους επιστροφής ή λόγους παραμονής σ’ έναν τόπο δεν πρέπει να μένεις μα κι αν φύγεις δεν πρέπει να επιστρέφεις.
Ξένη πόλη είναι τώρα τούτη η πόλη, με ξέχασε όπως την ξέχασα κι εγώ.
Το μόνο που μοιάζει ακόμα οικείο είναι η βόλτα δίπλα στη θάλασσα μόνο που κι αυτό πονάει, στα δέκα μέτρα στέκουμαι μακριά και την κοιτάζω.
Θυμούμαι την καθημερινή περαντζάδα δίπλα στη θάλασσα στο νησί, άρωμα νησιού κι όνειρα π’ απλώνονταν στα κύματα.
Φεύγοντας από εδώ τίποτε δεν μνημόνευσα, τίποτε δεν πεθύμησα σα να μην έζησα μήτε για μια στιγμή εδώ, σα να μη μ’ έβγαλε ποτέ ένα δρομολόγιο περαστικό μ’ αυτοκίνητο ή τρένο.
Είχα χρόνια πολλά να περπατήσω στους δρόμους που κάποτε βάδιζα καθημερινά – δεν τους αγάπησα, δεν τους πεθύμησα – ξέχασαν κι αυτοί τα βήματά μου.
Ονειρεύθηκα του νησιού τα σοκάκια, τα βροχερά σαρανταήμερα, τα σιωπηλά της βράδια, τα βράδια με τεκίλα και κρασί…
Είπα να κλέψω λιγάκι απ' το χώμα του να ‘χω μαζί μου, πήρα μόνο αναμνήσεις κοντά μου κι ενοχές.
Πολλές ενοχές…
Πήρα τ’ αρώματα των λουλουδιών, της ρίγανης στη Μουρτιά, του νερού τον ήχο στο Ποτάμι.
Το χειροκρότημα μιας παράστασης θεατρικής.
Είχα κλείσει σ’ ένα χαρτί λίγες λέξεις για τον καθένα.
Είναι από εκείνες που φέρνουν δάκρυα.
Δεν έχει σημασία πιά τι έλεγαν.

Όμορφα και χαμηλά τα σπίτια που ζήτησα να ζήσω.
Δεν αξιώθηκα ακόμα.
Ένα με τη γή, ένα με τον Θεό.
Ένα με της ψυχής τα κύματα που μ’ έφεραν εκεί για λίγο και με πήραν πάλι μακριά.



από το βιβλίο: Ιωάννης Τσιουράκης, Ήχος Πλάγιος. Μόνος…

Δευτέρα 30 Απριλίου 2007

Έρημα Σπίτια

«Η καμπάνα της πλώρης εκτύπησε αλλαγή βάρδιας. Εγώ τώρα δε νυστάζω καθόλου…»
Νίκος Καββαδίας «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη»



i

Φεύγουν μακριά τα καράβια,
παίρνοντας γέλια κ’ εικόνες μαζί
στο ταξίδι της λησμονιάς τους.


ii

Άκουσα τη θάλασσα να σπάει
στην πέτρα της ψυχής.
Απόμακρος ήχος.

Τούτο το πλοίο έχει κρυμμένους τους νεκρούς ναυτικούς του.
Στις κουκέτες
στρωμένα σεντόνια καινούρια
αφημένα δίχως αναμνήσεις στο χρόνο.


iii

Είχα τη δύναμη ν’ ακούω
όλο τούτο τον καιρό.
Τώρα που μιλώ ποιος μ’ ακούει;

Γυμνώνω τις λέξεις,
παίρνει γδύνεται η ψυχή μου.
Κανείς δεν ακούει.

Μπερδεύεται η ηχώ της φωνής
στης άγκυρας την αλυσίδα.


iv

Ερημώνουν οι αναμνήσεις
όταν δε βρίσκουν προορισμό.
Όσες είχα δε βρήκαν.
Τα λιμάνια που ζήτησα
είχαν το χρώμα τ’ ουρανού στα μάτια
όπου πλησίασα
μια φωτιά πυρπολούσε τους κάβους.
Δεν έδεσα.


v

Γέρασαν ακατοίκητα τα σπίτια μου.

Τα παράθυρα χάθηκαν
κοιτάζοντας τον βαθύ ουρανό.


vi

Φως εκ φωτός η ζωή μου.

Με ληστεύουν ακόμα οι νύχτες
κι ας έσβησα...


vii

Πως ρωτάς τα όνειρά μου;

Μήτε τα βήματά μου θέλησες να μάθεις
να με φωνάξεις
όταν περνούσα απέναντι.
Και τώρα,
Έρχεσαι σωτήρας να με σώσεις...


viii

Σε μια αίθουσα αναμονής άδεια
μια ζωή.

Δε θα σε ντύσω τώρα
με ρούχα επίσημα κι αρώματα
να σ’ απορρίψω
λέγοντας δεν είσαι ‘συ που γνώρισα.

Δεν καλλωπίζω ποτέ την ερημιά.

Απόπλους Τεύχος 35 - 36. Σάμος, Νοέμβριος 2006

 
από το βιβλίο: Ιωάννης Τσιουράκης, Ήχος Πλάγιος. Μόνος…

Ο καιρός της επιστροφής

i

Ίσως ήρθε η ώρα να ζητήσω συγνώμη
γιατί κάποτε έκλεψα
το ρούχο της χαραυγής
να σκεπάσω το βρόμικο κορμί μου.
Τιμωρήθηκα γι’ αυτό.
Έζησα χρόνια βουτηγμένος
στη λάσπη
παγωμένος απ’ τις βροχές
της ψυχής μου.
Έζησα
κυνηγημένος και σιωπηλός
γιατί είχα φωνάξει
ή τουλάχιστον πίστεψα έτσι
αλλά ήχος κανένας δεν βγήκε
κι αντίλαλος πάλι κανείς.

Έτσι τώρα ξυπνώ
με δάκρυα τα πρωινά
αναζητώντας ένα σώμα
ξένο για ζεστασιά.


ii

Επέλεξα τη σιωπή
να μην ηχώ σε δρόμους σκοτεινούς
να μην παραμιλώ
τ’ όνομά σου να μη φωνάζω.
Επέλεξα τη σιωπή
μήπως κερδίσω κάποτε
την βασιλεία των ουρανών.


iii

Με πίστεψα καλότυχο κάποτε
έγειρα στην άκρη του γκρεμού
ένα λουλούδι να κόψω να προσφέρω
έκλεισα τα μάτια τραβώντας το
έχασα το φως μου
έφτασα τυφλός στο προσκεφάλι σου
άπλωσα τα χέρια να στο προσφέρω
έχασα τα χέρια μου
δεν έγραψα άλλο τίποτα πια
μου έμεινε η ικανότητα να μιλάω
έκανα μια καληνύχτα να σου πω
μα δε βγήκε παρά ένας λυγμός.


iv

Σ’ ένα σταθμό ό,τι ζήσαμε
σκέψεις ιδρωμένες
κούρασαν την ψυχή
κι έφυγα μαζί σου
με εισιτήριο δανικό
γιατί, ξέχασες, είπες
πως θα ερχόμουν κι εγώ μαζί..


v

Χρόνια που πέρασα στην νεκρική ησυχία
και χάθηκαν
χρόνια που στάθηκα στην άκρη του γκρεμού
κι έμαθα τον ήχο του κύματος επάνω στον βράχο
μετρώντας την απόσταση για τον βυθό.
Χρόνια που άφησα στη λύπη να χαθούν
και τώρα επιστρέφουν
πιο λυπημένα
κι άηχα
να συλλέξουν ό,τι σκόρπισε ο άνεμος
κι όσα η ζωή δεν κράτησε.


vi

Η απέραντη θάλασσα στην τρομαχτική μου σιωπή
απέναντι
και γυμνή
σαν την αλήθεια των ματιών σου
κι εν’ αντίο τελευταίο
που ‘φερε τούτο το μεγάλο ταξίδι.


vii

Πέρασα χρόνια πολλά να σ’ αγαπώ
κι άλλα τόσα να σε προσμένω
έγινες σύννεφο στα μάτια
κι όλο βρέχει στα όνειρά μου
και σε προσμένω
όπως το πουλί την άνοιξη
για να πετάξω.


viii

Ο καιρός της επιστροφής, δε θα ‘ρθει ποτέ.
Σφράγισε τις πόρτες η ερημιά.
Μπαγιάτεψε ο αέρας.
Μούχλιασε.
Φίλησε ο καιρός μάτια που κλείσαν
κι άφησε ένα τριαντάφυλλο,
μαραμένο σχεδόν
πάνω στο σκουριασμένο μάρμαρο.


ix

Για ν’ ανταμώσεις την ερημιά
ντύνεσαι πόρνη και βγαίνεις στον δρόμο
ξεπουλιέσαι
κι επιστρέφεις λυπημένη στο πατρικό σου σπίτι
έτοιμη
ν’ αποδεχθείς τον πρωινό σου θάνατο.


x

Έτσι που άλλαξες τ’ όνομά σου
με τι όνομα να σε γυρέψω
που χάθηκες,
κι έσβησες πίσω σου τα πάντα;


xi

Προχώρησες στην άδεια μου ζωή
με βήματα που έβαλα στα πόδια σου
κ’ ύστερα ξεστράτισες.


Απόπλους Τεύχος 35 - 36. Σάμος, Φεβρουάριος 2006


από το βιβλίο: Ιωάννης Τσιουράκης, Ήχος Πλάγιος. Μόνος…

Η παραβολή του ασώτου

i

Μου κλέβεις τον ήλιο
δίχως φως πορεύομαι τις νύχτες
σκοντάφτω στους ήχους
στης σιωπής τα περβάζια
στις ρυτίδες της μοναξιάς
που κρύβω στα μάτια
Μου κλέβεις τον ήλιο
δε βλέπω να ζωγραφίσω τη μορφή σου
βάζω στα μάτια σου των αγγέλων το χρώμα
στα μαλλιά σου, της ανατολής
Σκύβω να σ’ αγγίξω
μα έτσι που πορεύομαι δίχως φως
πέφτω στης ψυχής σου τις θάλασσες.

Λίγο να ναυαγήσω!
Μου επιτρέπεις;


ii

Δίχως συντροφιά κοιμούμαι
όταν φυσάει το αποκλείω κι αυτό.
Μου ‘χες πει πως φοβάσαι
Κι άρχισα να ζω με τον δικό σου φόβο.


iii

Στις άκρες των νυχιών σου να φτάσω
πληγές ν’ ανοίγω στο σώμα σου
το αίμα σου να νιώθω στο κορμί μου

Να που ο έρωτας λοιπόν
μ’ έκανε να δείχνω αιμοδιψής


iv

Έχω εν’ άγγιγμα να δώσω
και που δεν ξέρω.

Λίγο να στρέψεις το κεφάλι σου
ν’ αγγίξω τούτα τα χείλη!


v

Διαβάζω για εσένα στου ήλιου το κοίταγμα
λέξεις που χώρεσαν το φως.
Ας είχα λίγο σκοτάδι
στα δωμάτια που επιστρέφεις τα βράδια
τουλάχιστον να σε κοιτάζω στα μάτια.


vi

Άλλαξαν πορεία τα χνάρια μας
έγιναν βότσαλα παρασυρμένα από το κύμα.
Η άγρια θάλασσα.

Της ψυχής τα φεγγάρια μου λιγόστεψαν.
Κι όταν κοιτώ το γαλάζιο τ’ ουρανού
μοιάζει με σπασμένο παιδικό παιγνίδι.


vii

Ύστερα θυμήθηκα την παραβολή του ασώτου.
Έφυγα.

Επιστρέφοντας βρήκα την πόρτα κλειδωμένη.


viii

Φόρεσες και το ένδυμα της αποστασίας
έκοψες κοντά αγορίστικα τα μαλλιά σου
θέλησες ν’ αλλάξεις
κι έγινε ο κόσμος σου όλος
μια προδοσία.

Ό,τι αγάπησα σ’ εσένα άλλαξες
Και τίποτα πια δεν αντέχω.


ix

Ύστερα, ο κόσμος μου ολόκληρος
έγινε ένα φλεγόμενο πουλί.
Από δωμάτιο σε δωμάτιο
πήρε φωτιά η ψυχή μου.


x

Το άρωμα σου
περνάει στις μέρες του μικρού μου καλοκαιριού.

Σε σκέφτομαι διαρκώς.
Σα να περνάς από τον βραδινό μου ύπνο,
σα να ήσουν από πάντα η μικρή μου αγαπημένη.
Έχω την αίσθηση σου στο σώμα μου.

Τα χνάρια του έρωτά σου.

Και να που τώρα θέλω λίγο ακόμα από εσένα,
να πιω από του στήθους σου τις πηγές,
απ’ τις θάλασσες των χειλιών σου,
ν’ αγγίξω τον ιδρώτα του κορμιού σου.

Θα σ’ επιθυμώ όλο τούτο το καλοκαίρι.


xi

Σε νοσταλγώ με το πάθος, απόψε,
του μελλοθανάτου
μ’ ένα λουλούδι στο χέρι
με τη γεύση του ονόματός σου στα χείλη
για καλημέρα.


xii

Έχω μια οφειλή στον θάνατο.
Για τούτο σκοτώνω κάθε βράδυ.

Για τούτο σκοτώνομαι.

Απόπλους Τεύχος 33 – 34. Σάμος, Χειμώνας – Άνοιξη 2005
.
από το βιβλίο: Ιωάννης Τσιουράκης, Ήχος Πλάγιος. Μόνος…

Κυριακή 29 Απριλίου 2007

Χώρος που ξέμεινε από χρόνο

i

να σ’ ανακαλύπτω σ’ αδιέξοδα στενά
σε πλοία πυρπολημένα
σε θυροκολλημένες απαγορεύσεις να σε βλέπω
σε κενές θέσεις λεωφορείων
άλλο δεν το αντέχω
να σε εισπνέω σαν αιθάλη
από φουγάρο βιομηχανίας καπνού


ii

τώρα που άλλο πια δεν παίρνει
σου μιλώ με λέξεις πυρακτωμένες
καίγομαι καθώς σου μιλάω

μα εσύ

γίνεσαι ηλιόλουστο πρωινό
μακριά από κάθε πυρκαγιά μου


iii

η ώρα του χωρισμού μας

σκηνή από σειρά της τηλεόρασης
που θα παιχτεί σ’ επανάληψη


iv

ικετεύεις
σε διάλογο αρχαίας τραγωδίας παραπέμπεις
δείχνεις να γνωρίζεις
πως ο απομηχανής θεός
δε θα φανεί


v

στην Αλίκη Μαμουλή
-που μου ‘πε κάποιο βράδυ
πως είναι ο καθρέφτης της ζωής της
δύο επί δύο η ζωή σου
χώρος που ξέμεινε από χρόνο

ό, τι μου ζήτησες σου πρόσφερα
και το ‘χασες σε μέρα βροχερή


vi

υποτάσσεσαι
σ’ ένα όνειρο της στιγμής

λυπάσαι,
όπως λυπούμουν εγώ πριν από καιρό
κι έμαθα να συλλαβίζω
ξανά το όνομά σου


vii

έμαθα υπό συνθήκες δύσκολες να σ’ αγαπώ
χρόνια που χάθηκαν σ’ επαναστάσεις

γερασμένη τώρα
ή πιο σωστά
υπό συνθηκολόγηση η κάθε σου λέξη
κι ας λες πως είσαι επαναστάτρια

ήσουν καρδιά μου
τώρα τα σήμαντρα
διατάσσουν στάση προσοχής


viii

οι νύχτες που ζήσαμε κοντά
μοιάζαν μ’ εκείνα τα ροζ πουλιά
που δείχνουν πότε πότε στα ντοκιμαντέρ

μόνο που τώρα είναι χειμώνας
κι έχουν μεταναστεύσει πια


ix

« για πάντα »
η λέξη που δεσπόζει στον έρωτα
στα κοκκινισμένα απ’ το παιγνίδι χείλη
στην ιδρωμένη από την επαφή πλάτη
στ’ ακροδάχτυλα που ανιχνεύουν
παντού το για πάντα
εκτός από τα μάτια
που φοβούνται πάντα το κοίταγμα


x

μη γδύνεσαι το ρούχο του έρωτα
μοιάζει φτωχό το υπέροχο κορμί σου
μικρά τα μάτια σου
που ταξίδευα τα καράβια μου
μη γδύνεσαι το ρούχο του έρωτα
κάνεις δύσκολη την πράξη
μίσθιο το άγγιγμα


xi

δεν ικέτευσα ποτέ την αγάπη σου

και δε μου το συγχώρησες


xii

παράφορα κουρασμένη επιστρέφεις
από τις νύχτες
της σαρκικής σου απόλαυσης
αμαρτωλή
αιώνια έφηβη κι αμαρτωλή
θαρρείς κι απόμεινε μονάχα
για τους νέους η αμαρτία
και κούρνιασες μέσα της

Απόπλους Τεύχος 31 – 32. Σάμος, Φθινόπωρο 2004
.
από το βιβλίο: Ιωάννης Τσιουράκης, Ήχος Πλάγιος. Μόνος…