Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2021

Ο χειμώνας τούτος

Ο χειμώνας τούτος
μας φυλακίζει στους λεπτοδείκτες του
τραβά απότομα τα ζεστά σκεπάσματα
χτυπά τους τοίχους μ’ απόγνωση.

Τα βράδια, κάποιος τραγουδάει στη γειτονιά
κρύβει θάνατο η φωνή του
σχίζει στα δύο την ψυχή μου και τον χρόνο.

Τώρα, που μένουν κλειστά τα φώτα
ποια χαρά θα μας ξημερώσει
και ποια λύπη θα ξενυχτίσει τη σκέψη μας
σαν τους πεθαμένους;

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2021

Χρονος

Στεκόμαστε γυμνοί απέναντι στον χρόνο
Δίχως στολίδια, δίχως λέξεις περιττές.

Η ψυχή μόνη
Κι απέναντι τα βράχια του χρόνου.

Άλλοτε γίνονται σκαλοπάτι
άλλοτε μαχαίρι και μας κόβουν.

01. 01. 2021

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2020

Μέρα Κυριακή

Οι νύχτες που με ταξίδευαν
τώρα σιωπαίνουν
ανεξόφλητοι λογαριασμοί
πλάι σε σημειώσεις που δεν αγγίζω.

Δεν ξέρω πια τι φέρνει ο καιρός
τρέχω στις γειτονιές
πάνω απ’ τα φτερά των πουλιών

- μέχρι τις τρείς το ξημέρωμα
τραγουδούσαν εψές
παράδοξο τέτοια εποχή -

από μπαλκόνι σε μπαλκόνι
μέρα Κυριακή
της λιτανείας του Αγίου Στεφάνου.

Θα ξαποστάσω πλάι στη θάλασσα
σ’ ένα φανάρι του Αιγαίου
ν’ αγναντεύω τα παλιά ταξίδια
μ’ ένα εισιτήριο φθαρμένο απ’ την αρμύρα.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2020

Αν χάσαμε τόσους πολέμους

Αν χάσαμε τόσους πολέμους
είναι απ’ τη σκόνη που τύλιξε τη ζωή μας
όχι απ’ τα δάκρυα

είναι που κουρασθήκαμε περιμένοντας
που έσκισε τα ρούχα μας ο χρόνος
που δεν τρέξαμε όταν έπρεπε

τώρα, στα παλιά μας βιβλία
σελιδοδείκτες απόμειναν σε λευκές σελίδες

ζωή δίχως μνήμη
θάνατος δίχως μνήμη

κ’ οι πόλεμοι εδώ
δικοί μας
για πάντα χαμένοι.

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2020

Μεγαλώσαμε φίλε

Πέρασαν κιόλας 25 χρόνια.
Μεγαλώσαμε φίλε.
Σκαλίζω πότε πότε τις παλιές φωτογραφίες.
Αμούστακα παιδιά, άλλοτε χαμογελαστά κι άλλοτε πάλι με βλέμμα αγριεμένο απ’ την εκπαίδευση.
Μεγαλώσαμε.
Μ’ αδιέξοδες πολλές φορές διαταγές, με απουσίες πολυήμερες από την οικογένεια, και με γιορτές που χάθηκαν ανάμεσα στα βήματα μιας περιπόλου κι ενός «Αλτ τις ει;»
Κανονισμοί, αναφορές, τιμωρίες για κάτι απ’ τα πολλά που σ’ ενόχλησε κι αντέδρασες.
Άνθρωποι που γνωρίσαμε και μείναμε κοντά, άλλοι που θάφτηκαν στις αποθήκες με τα σκάρτα, σκονισμένα υλικά.
Αυτοί οι τελευταίοι, οι τοξικοί, από χόμπι μας έκαναν τη ζωή δύσκολη.
Αντάμωσα κι εγώ κάποιους από αυτούς, μου χρωστούν το χαμόγελο που δεν έχω πιά.
Αλλάξαμε και τόπους πολλούς, δέσαμε σε κάποιο λιμάνι, άλλοι επέστρεψαν στα γνώριμα.
Θυμούμαι τους πιο πολλούς από εμάς, κάποιοι μας άφησαν, άλλοι απλά έφυγαν.

Ο Γιώργος Κ., ο Στέργιος Τ., ο Πέτρος Χ., ο Γιώργος Μ., ο ο Τάσος Π. που μοιραζόμασταν, το πάνω εγώ το κάτω εκείνος κρεβάτι στη Ροδόπολη, ο Στέργιος Λ. που υποδεχθήκαμε τον ερχομό του ’96 σε μια σκοπιά στις Κεχριές, ο Σταύρος Α. που φεύγοντας από Κομοτηνή μου έκανε έναν ιδιαίτερο αποχαιρετισμό και τον ευχαριστώ, ο Μένιος Τ. που συνεργασθήκαμε όμορφα στη Σάμο, ο Βασίλης Κ. που άλλαξε πλεύση πιά, ήταν οι δικοί μου, ας πούμε, άνθρωποι, έστω για λίγο, έστω για κάτι.

Άλλοτε δρόμοι παράλληλοι, άλλοτε κάπου τέμνονταν.
Δε λέω πολλά, όχι ακόμα.

Ο κυρ Νίκος, υπολοχαγός τότε, σκεπτόμενος κάποτε μεγαλόφωνα σε μια συζήτηση για τον στρατό, κοιτάζοντας το βουνό του Χορτιάτη, είπε: «πως μας ξεγέλασαν έτσι, περάσαμε μια ζωή μ’ ένα ψέμα».
Κ’ ήμουν στην αρχή ακόμα.
Μου άλλαξε την κοσμοθεωρία.
Θέλησα να ζήσω έξω από αυτό.
Σ’ ένα μεγάλο βαθμό το κατάφερα.
Βρίσκομαι στη στιγμή εκείνη που τα όπλα έχουν πια βαρύνει, και τ’ άρβυλα πονάνε τα πόδια.
Εύχομαι μονάχα ν’ αντέξω…

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2020

«Παλιέ μου φίλε, τι γυρεύεις;»

Θα πάρω πάλι το τρένο, βραδινό, για Διδυμότειχο.
Οι ενοχές μου όλες εκεί, απλωμένες κατά μήκος της γραμμής, μέχρι τέλους.
Χρόνια που λείπω, χρόνια που έπαψα ν’ ανασαίνω εκείνον τον αέρα, τον μπλεγμένο με τ’ άρωμα των νερών του ποταμού, με τα κομμένα στον κάμπο τριφύλλια, τα καλαμπόκια και τα λιόσπορα.
Διψά η ψυχή μου για μια βόλτα τελευταία με τις ρόδες ενός κάρου να σχίζουν την γαλήνη του απογεύματος στον κάμπο.

Λένε, πως κάποτε, κάποιος, συνάντησε έναν άγιο εκεί.

Ψηλαφώ με τις άκρες των δαχτύλων να βρω κάποιο άγγιγμα παλιό.
Ξεπροβάλουν εικόνες, και ήχοι, ψήγματα απ’ ένα μακρινό παρελθόν.
Στήριγμα γερό, κι ίσως για όσους έμειναν σημασία καμία να μην έχει, για εμάς που φύγαμε όμως, καταφύγιο στο γύρισμα του καιρού...

Ο ήλιος πάντα μεγάλος, ίδιο μεγάλο και το φεγγάρι, και τα μάτια που κοιτάζω μένουν πάντοτε παιδικά και διψασμένα διαρκώς για εικόνες και χρώματα.

Στέκουμαι στην άκρη του μπαλκονιού, του τότε, του στενού, μ’ εκείνα τα θαλασσιά του κάγκελα – μου είναι ξένο όπως μοιάζει τώρα – από την άκρη του βλέπω το παλιό χωριό στην άλλη όχθη του ποταμού, τα σπίτια των θείων μου, νομίζω πως θ’ ακούσω κάποιον να μιλάει χωρίς να μπορώ να τον δω, όμως κανείς δεν ακούγεται.

«Παλιέ μου φίλε, τι γυρεύεις;»

Ακριβώς όπως το γράφει ο ποιητής.
Τι γυρεύεις;
Όλα έχουν αλλάξει εκτός από τις δικές σου αναμνήσεις.
Δεν παγώνει ο χρόνος ν’ αρχίσουν όλα εκεί που τ’ άφησες πριν χρόνια.

Οι άνθρωποι φεύγουν, αλλάζουν, γυρεύουν άλλα λιμάνια, άλλους ήχους ν’ ακούσουν, άλλα χέρια να κρατήσουν.
Όπως εσύ.
Τι γυρεύεις εκτός από τις παλιές σου αναμνήσεις;

Το σπίτι άλλαξε, τα έπιπλα δόθηκαν, τα εργαλεία πετάχτηκαν, οι κτήτορες του μας άφησαν, οι άνθρωποι γύρω είτε λιγοστέψαν είτε άλλαξαν.

«Παλιέ μου φίλε, τι γυρεύεις;»