Σάββατο, 11 Μαΐου 2019

Τελευταίο Ταξίδι

           της Γεωργίας


Μάνα
κοίταξε τα χέρια μου πως τρέμουν
νυχτώνει
μα το σκοτάδι δε θα με προλάβει

κοίταξε τα δέντρα πως χορεύουν
στ’ άγγιγμα τ’ απαλό του Μάη
πρώτη του μέρα σήμερα
τελευταία δική μου

να μου ‘χεις στη ντουλάπα τα ρούχα
τα παπούτσια ζευγάρια
το παράθυρο ανοιχτό το καλοκαίρι
και το παντζούρι κλειστό
στο πατρικό μας σπίτι

τώρα, τα χρώματα του δειλινού
λευκά πουκάμισα θα μοιάζουν
απλωμένα στα σχοινιά της αυλής

πες μου, Μάνα, αν ήρθαν φέτος χελιδόνια
αν φτιάξαν τις φωλιές τους στο μπαλκόνι
ζεσταίνει το βλέμμα το πέταγμα τους
κάνει να θρέφουν οι πληγές στα στήθη

Τετάρτη είναι
κι όλα στη μέση τα βρίσκει
καθώς τ’ αγκαλιάζει ο θάνατος

τις ώρες, τις μέρες που δε θα ‘ρθουν πια
τις λέξεις που δε βγαίνουν

κράτησε με από το χέρι, Μάνα
φίλησε με
σαν τότε που ήμουνα παιδί
που μου έβαζες ποδιά
και μ’ έστελνες σχολείο

οι λέξεις που μάθαμε
πονάνε πάντα στον αποχαιρετισμό

τα γράμματα να ‘χεις φυλαγμένα
που σου έγραφα από δω
η ζωή που θέλησα ν’ αλλάξω είναι
ο ουρανός, η γη μου
ο δρόμος που μας άνοιξα

η μνήμη μου

αν χάσουμε τη μνήμη, Μάνα
αν την πονέσουμε
θα ‘ναι σα να μας σκόρπισε
ένας άνεμος παγωμένος

έξω η ζωή
κοιτάζει τα φύλλα να λάμπουν στον ήλιο
έτσι πρέπει να είναι
όταν παύουν οι φόβοι
όταν οι πόνοι τελειώνουν που με θερίζουν

αν ήρθαν τελικά τα χελιδόνια
να μη τα διώξεις, Μάνα
θα μας θυμίζουν πάντα αυτόν τον Μάη
τον τελευταίο.

Αντίο Μάνα.