Είμαι ένα είδωλο στην άκρη του καθρέφτη.
Χρόνια τώρα
περνάω ήσυχα τις τάξεις
δεν καταλαβαίνουν πως θορυβώ
πως τρύπες ανοίγω στους τοίχους για καρφιά
που θα σηκώσουν μια μέρα τον κόσμο.
Φοράω στοργικά τα παπούτσια μου
λασπώνω μαυροπίνακες
κουβέρτες ντυμένες με ημερομηνίες
καπέλα μεταλλικά.
Ακουμπώ τρυφερά στην ντουλάπα την καρδιά μου
καρδιοχτυπά ο σκόρος πλάι της καθώς αλλάζει.
Λέξεις ευλαβικές παραθέτω στα γράμματα
μα εκείνα δεν έχουν παραλήπτη κανέναν
ή έστω δε βρίσκεται κάποιος να τα παραλάβει.
Έτσι είναι.
Κάποτε θα με συλλάβουν
θα είναι παράνομη η λύπη
και διωκόμενοι οι λυπημένοι.
Έχω φυλαγμένα τα παιδικά παραμύθια
έχουν όλα τους αίσιο τέλος
κι εγώ, κρατημένο εκείνο το σπαθί στα χέρια το ματωμένο
από την καρδιά του δράκου.
Θα βραδιάσει νωρίς κι απόψε.
Θα ξεθωριάσει το είδωλο πάνω στον καθρέφτη.
Χρόνια τώρα βαδίζω σιωπηλός στα σκοτάδια
έχοντας εκείνο το βρόχινο δαχτυλίδι κάτω από το μαξιλάρι.
Για τούτο
έχω από καιρό ξεχάσει να κοιμάμαι…
από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Αίθουσα Αναμονής - Εισιτήρια