Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2023

της Εμμέλεια

Σωπαίνουμε τώρα
καθώς πια δε μιλάς
δε ψελλίζεις πια το «Happy Birthday to You»
τρέχεις μονάχα
με τα καινούργια σου παπούτσια
ν’ αγγίξεις το ουράνιο τόξο
σε τόπους που μόνο οι άγγελοι φθάνουν.

Πίσω απ’ το φως του φεγγαριού
νοικιασμένο σπίτι η ζωή μας
δίχως φως πια στα σκοτεινά του δωμάτια
δίχως στολίδια στις μέρες που θα έρθουν.

Κοιτάμε τώρα πια το ηλιοβασίλεμα
μ’ άλλα μάτια
μακριά απ’ τα δικά σου
και δίχως το γέλιο σου.

Στο βάθος του δρόμου
σ’ ένα ταξίδι δίχως αποσκευές
δίχως όνειρα
θ’ αποχαιρετίσουμε τα φύλλα της ψυχής σου
που σκόρπισαν
και πίσω πιά δε γυρίζουν.

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2022

Τα μάτια των παιδιών μας

Τις νύχτες γέρνει τα βλέφαρα μας το αίμα των ανθρώπων.
Τυφλοπατούμε ως να φθάσουμε στην άκρη του μικρού μας κόσμου, εκεί που «ξεπλένει» την ψυχή μας ο χρόνος.
Στις γωνιές των δρόμων, πολυβόλα μας σκοτώνουν.
Μας σκοτώνουν για το φύλο.
Μας σκοτώνουν για την καταγωγή.
Μας σκοτώνουν για τη διαφορετικότητα.
Για το χρώμα μας σκοτώνουν.
Για τη γλώσσα, για τις ιδέες, για τον τρόπο μας ν’ αντιλαμβανόμαστε τη ζωή.
Κι εμείς, μαριονέτες στο θέατρο τους, σκοτωνόμαστε για τις δικές τους ιδέες.
Σκοτωνόμαστε για τα δικά τους συμφέροντα.
Σκοτωνόμαστε για τους δικούς τους επεκτατισμούς.
Κι έπειτα, σε όμορφα διπλωμένες σημαίες, που δε ματώθηκαν για καμία ελευθερία, όμορφα γυαλισμένα μετάλλια μας θυμίζουν πως κάποτε ζήσαμε.
Και τα συντρίμμια των ζωών και των σπιτιών μας παντού, σε νικητές και νικημένους.
Κι ο φόβος του θανάτου στα μάτια των παιδιών μας.
Αυτόν το φόβο δεν τον ξεχνάς.
Δεν τον αφήνεις στην άκρη.
Σε στοιχειώνει.

Μια φορά, ας καταλάβουμε τη διαφορά να πεθαίνεις σ’ ένα λιβάδι κατάφυτο από πολύχρωμα λουλούδια και του να σκοτώνεσαι από μια σφαίρα γεμάτος τρόμο.

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2020

«Παλιέ μου φίλε, τι γυρεύεις;»

Θα πάρω πάλι το τρένο, βραδινό, για Διδυμότειχο.
Οι ενοχές μου όλες εκεί, απλωμένες κατά μήκος της γραμμής, μέχρι τέλους.
Χρόνια που λείπω, χρόνια που έπαψα ν’ ανασαίνω εκείνον τον αέρα, τον μπλεγμένο με τ’ άρωμα των νερών του ποταμού, με τα κομμένα στον κάμπο τριφύλλια, τα καλαμπόκια και τα λιόσπορα.
Διψά η ψυχή μου για μια βόλτα τελευταία με τις ρόδες ενός κάρου να σχίζουν την γαλήνη του απογεύματος στον κάμπο.

Λένε, πως κάποτε, κάποιος, συνάντησε έναν άγιο εκεί.

Ψηλαφώ με τις άκρες των δαχτύλων να βρω κάποιο άγγιγμα παλιό.
Ξεπροβάλουν εικόνες, και ήχοι, ψήγματα απ’ ένα μακρινό παρελθόν.
Στήριγμα γερό, κι ίσως για όσους έμειναν σημασία καμία να μην έχει, για εμάς που φύγαμε όμως, καταφύγιο στο γύρισμα του καιρού...

Ο ήλιος πάντα μεγάλος, ίδιο μεγάλο και το φεγγάρι, και τα μάτια που κοιτάζω μένουν πάντοτε παιδικά και διψασμένα διαρκώς για εικόνες και χρώματα.

Στέκουμαι στην άκρη του μπαλκονιού, του τότε, του στενού, μ’ εκείνα τα θαλασσιά του κάγκελα – μου είναι ξένο όπως μοιάζει τώρα – από την άκρη του βλέπω το παλιό χωριό στην άλλη όχθη του ποταμού, τα σπίτια των θείων μου, νομίζω πως θ’ ακούσω κάποιον να μιλάει χωρίς να μπορώ να τον δω, όμως κανείς δεν ακούγεται.

«Παλιέ μου φίλε, τι γυρεύεις;»

Ακριβώς όπως το γράφει ο ποιητής.
Τι γυρεύεις;
Όλα έχουν αλλάξει εκτός από τις δικές σου αναμνήσεις.
Δεν παγώνει ο χρόνος ν’ αρχίσουν όλα εκεί που τ’ άφησες πριν χρόνια.

Οι άνθρωποι φεύγουν, αλλάζουν, γυρεύουν άλλα λιμάνια, άλλους ήχους ν’ ακούσουν, άλλα χέρια να κρατήσουν.
Όπως εσύ.
Τι γυρεύεις εκτός από τις παλιές σου αναμνήσεις;

Το σπίτι άλλαξε, τα έπιπλα δόθηκαν, τα εργαλεία πετάχτηκαν, οι κτήτορες του μας άφησαν, οι άνθρωποι γύρω είτε λιγοστέψαν είτε άλλαξαν.

«Παλιέ μου φίλε, τι γυρεύεις;»

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Μητέρα

Πεινούσαμε πολύ τις νύχτες
πάνω στα χάρτινα καράβια μας
καθώς λύναμε κάβους για άλλα λιμάνια.

Κι ερχόταν η μητέρα
βαστώντας ένα ποτήρι γάλα
κι ένα χαμόγελο νυχτερινό
που έμοιαζε με το πιο μακρινό ταξίδι.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020

Πέρασαν τα χρόνια...

Πέρασαν τα χρόνια και μαζί τους έσυραν τη ζωή μας πάνω στα κύματα.
Τι θυμάσαι, τι πραγματικά συγκράτησες στα κλειστά σου χέρια απ’ όλο αυτό το ταξίδι;
Οι δρόμοι μας διαφορετικοί, σταθμοί που μόνο οι ταξιδιώτες τους είναι γραφτό ν’ ανταμώνουν, ποτέ οι ίδιοι.

Θυμάσαι που κάποτε ανοίγαμε πανιά;
«Για τα νησιά τα Φώκλαντ» φωνάζαμε κ’ οι θάλασσες ανοίγονταν μπροστά μας απέραντες, μαγικές και σιωπηλές συνάμα.
Και φεύγαμε, δίχως αποσκευές, τι να τις κάναμε τις αποσκευές οκτώ χρονών παιδιά;
Και φτάσαμε ψηλά, εκεί που μόνο οι άνεμοι χωρίζουν την ψυχή από το σώμα.
Κ’ ήμασταν κάποτε χέρι χέρι πιασμένοι.

Στα πιο μεγάλα ταξίδια υπάρχει πάντα μια βαριά αποσκευή που σε βγάζει σ’ έν’ άλλο λιμάνι.
Θαρρείς και πρέπει να φθάσεις εκεί, να παραδόσεις εκείνο που σου ορίσθηκε κι έπειτα να ξεμακρύνεις έχοντας όμως πια έναν άλλο προορισμό χαραγμένο στους χάρτες σου.
Όσο να κλείσεις τα μάτια, να τ’ ανοίξεις, τόσο θέλει η ζωή για να σε βγάλει αλλού.
Μία ν’ απλώσεις το χέρι να κόψεις τον άνεμο κι άλλαξαν όλα.

Μπορείς ακόμη να βγάλεις το κεφάλι απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο του τρένου καθώς εκείνο καλπάζει φθάνοντας στον τελευταίο για εμάς σταθμό;
Θυμάσαι τι χρώμα είχαν τα σπίτια που χαιρετούσαμε καθώς έφευγε το ίδιο εκείνο τρένο και μαζί του το καλοκαίρι;

Κάποτε φοβούνται κ’ οι αναμνήσεις, όταν όλα έχουν αλλάξει, όταν έχεις αποχαιρετήσει τους ανθρώπους για ένα επόμενο ή τελευταίο ταξίδι, τότε, φοβούνται κ’ οι αναμνήσεις.

Κλείσε κάποια στιγμή τα μάτια κι αναλογίσου.

Πότε σώπασες;
Πότε έκοψες τις ρίζες που σε κράτησαν δυνατό στους ανέμους;
Πότε έκλεισες τους πομπούς κι ένας βόμβος ραγίζει την γαλήνη του απογεύματος από την ανοιχτή συχνότητα της ψυχής μας;

Θυμήσου με πόσο κόπο χτίζονται εκείνα που μένουν στον χρόνο και πως μοιάζουν εκείνα που ράγισαν σε μια στιγμή.

*** *** ***

Θα μετρηθούμε πάλι με τον άνεμο, αρχές Φλεβάρη βλέπεις και κρατάει καλά ο χειμώνας.
Ακούς τα βήματα των φύλλων απέναντι στο πάρκο;
Θυμίζουν τα χαμηλά σπίτια που στέκουν και περιμένουν, με την ταράτσα και το πλυσταριό τους ακόμα ανέπαφα, τους παλιούς νοικάρηδες, τα παλιά γέλια και τα παιχνίδια, τ’ αγνάντι καθώς περνούν ψιθυρίζοντας τα γερασμένα τρένα.
Αν έκλεισες στα χέρια τότε τον ήχο τους, τώρα είναι τραγούδι.
Μια μπαλάντα γλυκιά για όσους ταξίδεψαν και δε γύρισαν, για εκείνους που επέστρεψαν, για τα λόγια που χάθηκαν στη λήθη το χρόνου καθώς έπαψαν οι αποχαιρετισμοί.

Φύλαξες την εικόνα του παλιού σχολείου;
Του γυμνασίου με τις μικρές αίθουσες και την δυο δρασκελιές αυλή του;
Δεν είναι οι χώροι που μας στένευαν, οι ψυχές και τα όνειρα ήταν που ξεχείλιζαν.
Ρημάζει τώρα, ζωή που αφέθηκε στη λησμονιά.
Κ’ η γειτονιά, με τα χαμόσπιτα και τα όνειρα της, υπάρχει ακόμα.
Η μνήμη και τα όνειρα την κρατάνε, πώς ονειρεύεσαι αν δεν θυμάσαι;
Κι ας άλλαξαν τα ονόματα στις πινακίδες, τα πάρκα ας βρήκαν άλλο τρόπο να διασκεδάζουν τα παιδιά τους.

Είναι και κάποια τρένα που πέφτουν, καθώς κουρασμένα πηγαίνουν στον τελευταίο τους προορισμό και κανείς δεν ακούει το πέσιμο τους.

Κάποτε κουτσό, χαρτάκια, παιχνίδι με καπάκια, φυσοκάλαμα, ψεύτικα λεφτά και μπίλιες.
Ντύθηκαν άλλο ρούχο οι παλιές αλάνες.
Μα εμείς τις είχαμε μετρήσει με τα ρούχα που λερώναμε στο παιχνίδι, κάποτε με τους καυγάδες μας, κι άλλοτε μ’ ένα μικρό πράσινο ποδήλατο.
Το θυμάσαι εκείνο το ποδήλατο;
Κι ένα μαγαζί σε δρόμο αδιέξοδο.
Κι αλήθεια, με τον καιρό το κατάλαβα, πως αδιέξοδοι είναι μονάχα οι δρόμοι.

Ο ήχος της μελλόντικας υπάρχει ακόμα στα παιδικά μου ακούσματα, σ’ ένα σπίτι μ’ ενυδρείο, με σικ στους τοίχους, κι αγάπη, πάνω απ’ όλα, όπως κι όλα τα σπίτια.
Ήταν από εκεί που ξεκινούσαν τα ταξίδια.
Εκεί που τελείωναν.

Είναι ακόμα ανοιχτό το φως.
Περιμένει ένα χέρι παιδικό να πατήσει τον διακόπτη.
Ίσως τότε μονάχα, φανερωθεί από εκείνη την ντουλάπα σπιτάκι, ένα όνειρο μεγάλο και μας συνεπάρει.

Τρίτη 27 Αυγούστου 2019

Ο ερωτευμένος βιολιστής

Αργά το βράδυ, πίσω απτα μεγάλα δέντρα του κήπου, φανερωνόταν ένας ερωτευμένος βιολιστής. Άπλωνε τις μουσικές του πάνω απ’ τις στέγες πλέκοντας έναν καινούργιο ουρανό γεμάτο νότες και χρώματα. Η ξαδέρφη στο απέναντι σπίτι, έβγαινε στο παράθυρο, άνοιγε τα χέρια της ψηλά στον ουρανό, θαρρείς να υποδεχθεί το φως της νέας ημέρας.
Ήταν Κυριακή, η εκκλησία τέλειωσε νωρίς, ήμουν μικρός και δε γνώριζα, έμαθα μετά πως εκείνος ο λευκοντυμένος στη λειτουργία που έμοιαζε με τον βιολιστή, ήταν άγγελος.
Η ξαδέρφη έφυγε, πίσω απ’ τις μαυροφόρες στέκουνταν ο βιολιστής, έπαιζε μια μελωδία που μύριζε βροχή.
Δεν έβρεξε εκείνο το βράδυ, μήτε το επόμενο, ο άγγελος μόνο χαμηλόφωνα έψαλε «Ὡς ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται…»

Σάββατο 11 Μαΐου 2019

Τελευταίο Ταξίδι

           της Γεωργίας


Μάνα
κοίταξε τα χέρια μου πως τρέμουν
νυχτώνει
μα το σκοτάδι δε θα με προλάβει

κοίταξε τα δέντρα πως χορεύουν
στ’ άγγιγμα τ’ απαλό του Μάη
πρώτη του μέρα σήμερα
τελευταία δική μου

να μου ‘χεις στη ντουλάπα τα ρούχα
τα παπούτσια ζευγάρια
το παράθυρο ανοιχτό το καλοκαίρι
και το παντζούρι κλειστό
στο πατρικό μας σπίτι

τώρα, τα χρώματα του δειλινού
λευκά πουκάμισα θα μοιάζουν
απλωμένα στα σχοινιά της αυλής

πες μου, Μάνα, αν ήρθαν φέτος χελιδόνια
αν φτιάξαν τις φωλιές τους στο μπαλκόνι
ζεσταίνει το βλέμμα το πέταγμα τους
κάνει να θρέφουν οι πληγές στα στήθη

Τετάρτη είναι
κι όλα στη μέση τα βρίσκει
καθώς τ’ αγκαλιάζει ο θάνατος

τις ώρες, τις μέρες που δε θα ‘ρθουν πια
τις λέξεις που δε βγαίνουν

κράτησε με από το χέρι, Μάνα
φίλησε με
σαν τότε που ήμουνα παιδί
που μου έβαζες ποδιά
και μ’ έστελνες σχολείο

οι λέξεις που μάθαμε
πονάνε πάντα στον αποχαιρετισμό

τα γράμματα να ‘χεις φυλαγμένα
που σου έγραφα από δω
η ζωή που θέλησα ν’ αλλάξω είναι
ο ουρανός, η γη μου
ο δρόμος που μας άνοιξα

η μνήμη μου

αν χάσουμε τη μνήμη, Μάνα
αν την πονέσουμε
θα ‘ναι σα να μας σκόρπισε
ένας άνεμος παγωμένος

έξω η ζωή
κοιτάζει τα φύλλα να λάμπουν στον ήλιο
έτσι πρέπει να είναι
όταν παύουν οι φόβοι
όταν οι πόνοι τελειώνουν που με θερίζουν

αν ήρθαν τελικά τα χελιδόνια
να μη τα διώξεις, Μάνα
θα μας θυμίζουν πάντα αυτόν τον Μάη
τον τελευταίο.

Αντίο Μάνα.

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Γιορτινή ατμόσφαιρα

Είχε πέσει η νύχτα 
κι όλα τα δωμάτια ντύθηκαν τα γιορτινά τους

μόνο το πλυσταριό που παίζαμε σαν ήμαστε παιδιά
 και κρύψαμε τα πρώτα μας φιλιά
- ρημαγμένο στο βάθος της αυλής -
απέμεινε σιωπηλό
όπως οι πιο μεγάλοι έρωτες.


Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Απο τα Λουτρά των Ψιθύρων ως την αδερφή του Μεγαλέξανδρου...

Ο ποταμός Έβρος άγγιξε τα όρια κινδύνου, από βραδύς ανατίναξαν τα αναχώματα η κατάσταση όμως παρέμεινε κρίσιμη, έτσι η απόφαση της επιστροφής υπήρξε ομόφωνη.
Ξεκινήσαμε με το πρώτο φως, μαζέψαμε συμπράγκαλα, αποχαιρετίσαμε αδέλφια, παππούδες και θείους, κι αφήσαμε τις ρόδες του αυτοκινήτου να μετρήσουν τα χιλιόμετρα της επιστροφής.
Ο κάμπος μέχρι και την πόλη της Αλεξανδρούπολης γίνηκε ένα με τον ποταμό, μια λιμνοθάλασσα που σε τρομάζει σα βλέπεις να μπαίνει στα σπίτια που εκκενώθηκαν βάζοντας δύο ρούχα σε μια βαλίτσα, πέντε βιβλία και μια προσευχή στην τσέπη την μέσα τους πανωφοριού, ν’ ακουμπάει με τον χτύπο της καρδιάς, πιο ψηλά να φθάνει, μήπως κι αγγίξει τον Θεό...
Μετρώντας, πότε τις σταγόνες της βροχής και πότε τους αμανέδες του ραδιοφώνου βγήκαμε στην Κομοτηνή.

Στέκει ταπεινή, κάτου από τη χιονισμένη οροσειρά της Ροδόπης τούτη την εποχή, προσμένοντας το απογευματινό χτύπημα της καμπάνας να σμίξει με τη φωνή του Μουεζίνη, μετρώντας τα βήματα των ταξιδευτών από την Αγία Πέτρα κι από μεγάλο λιμάνι της Συμβουλεύουσας, καθώς τη βγάζει από τον μεσημεριανό της ύπνο το «αλτ τι ‘συ» των στρατιωτών…
Στέκουμαι στο κάστρο κι ακούω τον θρήνο της Ελένης για το γιό που έχασε από τον ήχο του σπαθιού του Γαζή και της Sabriye που αποχαιρέτησε από τον ίδιο ήχο τον δικό της γιό.
Δάκρυα που σμίγουν ποτίζοντας τις εκτάσεις με τον καπνό και το βαμβάκι που γέρνουν από τον άνεμο και λικνίζονται από το τραγούδι του Λίσσου ποταμού.

Έζησα δύο χρόνια εδώ.
Έμαθα να σιγοτραγουδώ μα πιο πολύ ν’ ακούω εκείνο τον ρυθμό τον αργό, τον μεθυστικό της Ανατολής, εκείνης της Ανατολής που δεν έμαθα να μισώ καθώς αγνάντευα, παιδί ακόμα μικρό, το χωριό μας στον απέναντι κάμπο.
Πέρασαν οκτώ χρόνια από τότε, κι όλα είναι εδώ, ζωντανά.
Το χρώμα, το άρωμα, η γεύση, οι άνθρωποι…

Ένα μωσαϊκό αναμνήσεων σε συντρόφευσε στο ταξίδι μου τούτο από την αδερφή του Μεγαλέξανδρου ως τα «Λουτρά των Ψιθύρων» και πίσω…

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

Στον αριθμό 7 της οδού Αλκιβιάδου

Στον αριθμό 7 της οδού Αλκιβιάδου, έζησα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και μόνο για τέσσερα χρόνια.

Στο 7ο Δημοτικό Σχολείο φοίτησα για δύο χρόνια έχοντας ήδη περάσει τα τέσσερα προηγούμενα στο 86ο, με την ολοκλήρωση των σπουδών αυτών βρέθηκα στο 3ο Γυμνάσιο Αμπελοκήπων, το οποίο τελείωσα μένοντας ήδη τα δύο τελευταία σε άλλη γειτονιά.

Έμαθα να προσαρμόζομαι σε νέους τόπους, να γνωρίζω τους ανθρώπους τους, τις συνήθειες.

Ακόμη και σήμερα συχνά μετακομίζω, λόγω δουλειάς πια, όχι όμως από γειτονιά σε γειτονιά αλλά από πόλη σε πόλη.

 

Από τους δασκάλους ξάκρισε δύο η ψυχή μου, την κυρία Ξανθή και τον κύριο Βασίλη, από Κρήτη και Έβρο, στο 86ο Δημοτικό Σχολείο Θεσσαλονίκης και στο 7ο των Αμπελοκήπων αντίστοιχα.

Μου έμαθαν και οι δύο αριθμητική κι έπειτα μαθηματικά, τα αγάπησα τόσο που έμαθα να σκέφτομαι «μαθηματικά» - μη μου ζητήσετε να το εξηγήσω.

Στο Γυμνάσιο ήρθε η ρήξη, όχι μαζί τους μα με τον μαθηματικό.

Ερωτευμένος εκείνος με το πρόχειρο, άγνωστη για εμένα λέξη και η κατηγορία της αντιγραφής υπήρξε ο εύκολος δρόμος για εκείνον.

Ίσως στα στενά σύνορα του κόσμου του να είχε δίκιο, όμως τόσα χρόνια μετά κι έχω ακόμα την απορία του πως είναι δυνατή η αντιγραφή του αποτελέσματος όταν η άσκηση είναι εκτός βιβλίου κι εσύ βρίσκεσαι στον πίνακα…

Έχασα τον κόσμο μου όλο, τις προσθέσεις μου, τα κλάσματα, του αγνώστους χ και ψ μου, δώδεκα χρονών παιδί ήμουν και μου έπνιγαν την πιο μεγάλη μου αγάπη.

Τα υπόλοιπα χρόνια τα αφιέρωσα στο πείραγμα των συμμαθητών και στα διαλύματα, σκασιαρχεία δεν έκανα μήτε στο Λύκειο.

 

Πολύ αργότερα, παρακολουθώντας κάποιο μάθημα σε αίθουσα του Ιστορικού Αρχαιολογικού τμήματος του ΑΠΘ περιμένοντας την μικρότερη μου ξαδέρφη που σπούδαζε εκεί, κατάλαβα πως εκείνα τα χρόνια, άφησαν πολλές γνώσεις μέσα μου να υπάρχουν.

Ο κύριος Μυλωνάς, του μαθήματος της Ιστορίας, μας είχε μάθει πολλά περισσότερα από κάποιες χρονολογίες κι αν δεν το καταλαβαίναμε τότε, είχε φθάσει η στιγμή για αυτή μου την γνώση, κάποιοι ίσως ποτέ να μην το καταλάβουν.

Η θεολόγος, η κυρία Ναξάκη, ήταν η αδυναμία μου κι εγώ η δική της άλλωστε, κι ας με αδίκησε που δεν είχα αποστηθίσει τα βιβλία την Παλαιάς και Καινής Διαθήκης.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ το χτύπημα της βέρας του παράμεσου του δεξιού χεριού στο κάγκελο της σκάλας, ήχος που μας γνωστοποιούσε πως έπρεπε να βιαστούμε ώστε να καταλάβουμε τις θέσεις μας για την έναρξη του μαθήματος, κι ακόμα την παλαιά εκείνη κουδούνα με μορφή καμπάνας που κάποιες φορές σήμαινε με εκείνη την έναρξη του διαλύματος.

 

Μια βροχερή μέρα του περασμένου χειμώνα, θαρρώ πως την είδα να παλαντζάρει τα βήματα και τα μικροσκοπικά της γυαλιά προσπαθώντας να διασχίσει την οδό Τσιμισκή, δεν μπόρεσα να την πλησιάσω.

 

Θυμούμαι την καθηγήτρια των Γαλλικών, την κυρία Μηλλά, τους γυμναστές κυρίους Ντασκαγιάννη και Καμτσίκη.

Τον κύριο Πολιτίδη με το όμορφο γενάκι του.

 

Στην στρατιωτική παρέλαση της 25ης Μαρτίου στα 2001 στην πόλη της Κομοτηνής, συνάντησα τον κύριο Αθανασίου, μαθηματικός στα δύο τελευταία χρόνια, μόνο που η σχέση μου με το αντικείμενο διδασκαλίας του είχε πάψει να υφίσταται από καιρό.

.

Με την γεωγραφία τα πήγαινα σχετικά καλά.

Κυρία Καλπαχίδου, συγχωρέστε με που πια δε θυμούμαι τα ποτάμια, τα βουνά και τις θάλασσες, ταξίδεψα όμως στα περισσότερα από αυτά, κι αν και πάλι αδυνατώ να θυμηθώ τα ονόματα τους είναι γιατί έμαθε η ψυχή μου να φυλά την εικόνα τους, το αλάφιασμα των αισθήσεων στα στήθη, την γεύση, το άρωμα τους.

 

Για τούτη την διαδικασία της ψυχής μου, να κρατά δηλαδή εκείνα που την βοηθούνε να νιώθει πιο γεμάτη, μέρος ευθύνης φέρει η φιλόλογος μου, η κυρία Παρασκευή Τσιάκκα.

Με τα τότε μου μάτια θα έλεγα πως ήταν αυστηρή, με τα σημερινά μου όμως πως ήθελε κάτι να μας μάθει διαφορετικό από τα γραμμένα στα μεγάλα μας βιβλία.

Έμεινα άφωνος στην απάντηση του ερωτήματος που της απύφθηνα κάποια στιγμή για το αν πρέπει να αναλύουμε την ποίηση, ήταν ένα μεγαλόπρεπο Όχι που αποκωδικοποίησα χρόνια μετά.

Ίσως και λάθος να κάνω όμως όταν κάποιος μου λέει «εγώ, την ποίηση δεν την καταλαβαίνω» του απαντώ πως την ποίηση την αφήνεις μόνη της και λειτουργεί, φυλάς καλά ότι εκείνη σου αφήσει στο τέλος, μιαν εικόνα, ένα χρώμα, μια γεύση, μιαν αίσθηση αλλιώτικη από πριν, και κάθε φορά που θα επιλέγεις να πορευθείς με την ίδια ποίηση θα σε βγάζει κάπου αλλού.

Με τον τρόπο της, ομολογώ πως παρόμοιο δεν συνάντησα πουθενά από τότε, μου έδειξε τον δρόμο του γραψίματος, σα παιγνίδι ήταν, πως όμως να ονομάσεις παιγνίδι το σκάψιμο των λέξεων στην ψυχή;

 

Τις μέρες τις αποχαιρετιστήριες στη Σάμο, πέρασα το κατώφλι του Ιστορικού της Αρχείου όπου βιοπορίζονται ορισμένα μέλη της συντακτικής ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού του νησιού, του «Απόπλους».

Καθηγητής στο επάγγελμα ένας εξ αυτών και στην δυσφορία που ένιωσα καθώς με προσφωνούσε ποιητή, μου είπε «αν έχεις κάνει κάποιον να κλάψει με κάτι που έχεις γράψει τότε είσαι» την παραπάνω φράση του συνόδευσε με μια ιστορία.

«Νεοδιορισμένος καθηγητής στη Σάμο και είχα την τιμή να συνυπηρετώ με έναν μεγάλο άνθρωπο της εκπαίδευση του νησιού.

Σε μια μας συζήτηση και αντιλαμβανόμενος το όνειρο που είχα, μου είπε πως την παιδεία δεν μπορεί κανείς μας να την σώσει, σε έναν και μόνο άνθρωπο να δείξουμε τον δρόμο που πραγματικά θέλει να ακολουθήσει τότε έχουμε εκπληρώσει τον προορισμό μας.

Τώρα, τόσα χρόνια μετά καταλαβαίνω τι ήθελε να μου πει εκείνος ο άνθρωπος και πόσο δίκιο είχε τελικά.»

 

Και τούτο, παρότι καθηγητής δεν έγινα ποτέ, το πιστεύω.

Νιώθω λοιπόν, πως οι άνθρωποι που γνώρισα τότε ανήκουν σε τούτη την κατηγορία.

Αγόγγυστα από το δικό του μετερίζι ο καθένας προσέφερε εκείνα που τόσο καλά γνώριζε.

Το πόσα οφείλω σε όλους αυτούς ίσως ποτέ να μην το μάθω, σε όσους ανέφερα και στους ελάχιστους, δυστυχώς, του Λυκείου.

 

Μέσα από τούτο το «άψυχο» μέσο γνώρισα τον Νικηφόρο Τ.

Φίλο τον νιώθω πια κι ας είναι μεγάλα τα χρονικά διαστήματα που δε βρισκόμαστε.

Καθηγητής Γαλλικών σε εκείνο το Γυμνάσιο και με παρότρυνε πριν την παρουσίαση του Ήχου Πλάγιου εδώ, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, να πραγματοποιήσω μια επίσκεψη στο παλιό μου σχολείο.

Η χαρά μου είναι μεγάλη που βρήκα τους περισσότερους από εκείνους τους Ανθρώπους συγκεντρωμένους ακόμα εκεί, γεμάτοι χαμόγελα και αγάπη, δείγμα καθαρών ψυχών και τα δυο τους.

 

Είναι από τότε που ήθελα να γράψω κάτι για όλους αυτούς και δεν ήξερα τι, σήμερα απλά βοήθησε η μέρα, σήμερα το μυαλό είχε ανέβει στην χρονομηχανή του κι επέστρεψε.

 

Σας ευχαριστώ όλους σας για όσα μου δώσατε.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Δυο παραβολικά κείμενα και μια πραγματικότητα

Ι

Σαν ήμουνα παιδί, γνώρισα μια μικρούλα λεμονιά.
Κρατιόμασταν από το χέρι και τρέχαμε στους μαχαλάδες του χωριού και στις πλατείες.
Είχε ανθάκια, μικρά στολίδια στα μαλλιά της μα έτσι που, καθώς μικρό παιδί ήταν, απ’ αγκαλιά έμπαινε σ’ άλλη αγκαλιά, στόλιζαν εκείνα τα ρούχα της κι όπου εκείνα είχαν ακουμπήσει.
Ορφάνεψε από άνθη.
Σκλήρυναν τα χέρια της, τα πόδια, απέκτησε βλέμμα μελαγχολικό.
«Πρόσφερα τόσο απερίσκεπτα τα όμορφα μου δώρα» εξομολογήθηκε ένα βράδυ που δροσερό στα πόδια της έριχνα νερό.
Είδα εκείνο το βράδυ να δακρύζει το φεγγάρι στο νερό που είχα στα χέρια μου.


ΙΙ

Μια φορά, συνάντησα έναν γέροντα λυπημένο.
Εργάζονταν στις αλυκές απέναντι από το σπίτι.
Στα χέρια του είχε τα κοψίματα του αλατιού.
Δε γνώριζα το πρόσωπο του.
«Διψώ» μου είπε και ήταν η ώρα η πιο δύσκολη του μεσημεριού.
Τράβηξα απ’ τη ζώνη το παγούρι.
Δεν ακούμπησε στα χείλη, έριξε δύο γουλιές στην μέσα πλευρά του στήθους.
Είδε την απορία στα μάτια μου.

«Στο λίγο του ανέμου και του νερού, αρχίζει η ζωή» άφησε ξοπίσω του την φράση να ανασαίνει καθώς βυθίζονταν στο λευκό το χαμόγελο του.


ΙΙΙ

Θα ‘μουν κάπου είκοσι χρονών.
Στις στρατιωτικές αποσκευές κουβαλούσα τα βήματά μου.
Δίχως μεταμέλεια εκείνα λοξοπατούσαν στις ανηφοριές των βουνών και σε σκαλοπάτια στρατιωτικών θαλάμων που έζησα.

Απόγευμα Μαρτίου, λουσμένο από την αναζήτηση ενός λιποτάκτη.

Είδα την Παναγία να με κοιτάζει από το εικόνισμα της σε θάλαμο που μέτρησε διαφορετικά την ζωή του αμούστακος στρατιώτης και την έσβησε.

Συναντηθήκαμε ξανά, χρόνια μετά και μακριά από εκεί, στους δεύτερους χαιρετισμούς.
Άφησε πάνω μου το ίδιο λυπημένο βλέμμα.

Στα τριάντα τρία μου σήμερα, με βήματα αλλαγμένα και μάτια που κούρασαν φλόγες ριπής πυροβόλου όπλου, πυροδοτήσεις πυραύλων, κι εκρήξεις ναρκών.
Κρύβω ένα «ευχαριστώ» στις προσευχές μου κι ένα «σε παρακαλώ» κι ας σχεδόν όλες τις Κυριακές απέχω από την λειτουργία.

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2009

Μοιρολόϊ

Πριν κλείσουν τα ματάκια μου
τη μαύρη γη πριν δούνε
να διω φέρτε τις κόρες μου
εκεί στα ξένα πού ‘νε.

Φέρτε να δω τα ‘γγονια μου
κορμιά κυπαρισσένια
που ‘χουν κλαδιά πολύ ψηλά
καρδιά μαλαματένια.

Στα σκοτεινά κλειδώθηκα
κι έχω μεγάλη θλίψη
ψάχνει να βρει ο Θάνατος
σπίτι για να με κρύψει.

Μη με κοιτάς στα μάτια μου
Θάνατε πριν να γνωρίσω
αυτούς που ήρθαν να με δουν
πριν να τσ’ αφήσω πίσω.

Ένα ποτήρι με νερό
να πιω να ξεδιψάσω
αφού ζωή δεν το μπορώ
άλλο να την χορτάσω.

Σκοτείνιασαν τα μάτια μου
οι πέτρες τα ‘χουν κλείσει
κι όσα μου τα δάκρυα
το φως δε θα γυρίσει.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2009

Είναι η ώρα

Είναι η ώρα.
Πρέπει να έχεις φθάσει.
Το Παλικάρι να φιλήσεις Ομορφοκαπετάνισσα μου.

Πάνε τόσα χρόνια που έμεινες μόνη στο καράβι.
Έλυσες απόψε τους κάβους.
Κάτω απ’ το σπίτι ένα ακορντεόν παίζει μια μαζούρκα.
Δεν γνωρίζω αν μπορείς τον ήχο του να ακούσεις.

Έρχονται από μακριά για να σε δούνε.
Έρχονται από μακριά να σ’ αγκαλιάσουν.

Ξέρω πως είναι εκεί, να σε πάρει από το χέρι όταν θα φθάσεις.
Μια μια τις μνήμες θα τις λέτε και θα γελάτε.

Άλλα δεν έχω λόγια να σου πω…
Μονάχα αντίο, κι όσο σου μένει για να φθάσεις, να ‘ναι καλό το ταξίδι.

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008

Που πας τη νύχτα παλικάρι...

Δυσκολεύομαι πολύ να σου γράψω.
Ίσως και να φταίει που δεν σε φύλαξε καθόλου η παιδική μου μνήμη.

Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε.
Κάθισα βράδια κοιτάζοντας μια φωτογραφία με καπέλο στρατιωτικό και τα ινία ενός άλογου στο χέρι.

Γεννήθηκα λίγο πριν φύγεις.
Όταν ήρθαμε από το Βέλγιο και με είδες να περπατάω έκλαψες.
Βρισκόσουν από μέρες στο νοσοκομείο, ντυμένος εκείνο το θλιμμένο χρώμα που έχουν οι πιζάμες – για τούτο ίσως δεν μ’ άρεσαν ποτέ – περιμένοντας «απλά» τον χρόνο να περάσει.

Είναι φορές πολλές που ανακαλώ μέσα μου τη μνήμη.
Βλέπω πάλι εικόνες των παλιών σπιτιών.
Εικόνες εποχών περασμένων, πρόσωπα.
Δεν κατάφερα ποτέ ν’ ανασύρω μια εικόνα δική σου.
Μου γεννά μια έλλειψη τούτο.

Όλοι λένε πως είχες ένα χαμόγελο στα χείλη, βλέμμα λυπημένο, καρτερία στην ψυχή.
Πέρασες γαλήνια χρόνια δύσκολα.
Τον πόλεμο, το κυνηγητό, την αδικία, τις ανακρίσεις.

Μεγαλώνοντας καταλαβαίνω εντός μου πόσα δικά σου πράγματα κληρονόμησα.
Δεν δε γνώρισα.
Kληρονόμησα τ’ όνομα σου.
Συγχώρησε μου την αυθαιρεσία μα τούτο το όνομα ευωδιάζει αγιότητα.
Πράγματα δικά σου δεν έμειναν πολλά πίσω.
Λίγες φωτογραφίες, τρία κομμάτια μέταλλο από τα χρόνια που πέρασες στα ορυχεία του Στρατώνι.

Ένα μεσημέρι μου ‘πε η μητέρα πως όταν επιστρέφοντας στην Ελλάδα φθάσαμε στην κλινική, κόντευαν μεσάνυχτα.
Οι πόρτες ήταν κλειδωμένες.
Πετούσε πέτρες η μητέρα στο τζάμι να μας ακούσετε για να μπούμε.
Δάκρυσα όταν μου το είπε, όπως κι εσύ.

Είχες μιαν ήρεμη δύναμη στην ψυχή, στο βλέμμα σου το έβλεπε κάποιος.
Πράος, δίκαιος.
Με μιαν αγάπη φυλαγμένη για όλους.

Διάλεξα μια τέτοια μέρα να σου γράψω.
Έχει συυηφαστει με ήρωες τούτη η μέρα εντός μου, κι εγώ έτσι σ’ έμαθα.
Γιατί έτσι ήσουν.
Μου λείπεις.

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008

Οι αποχαιρετισμοί του καλοκαιριού

Ομολογώ πως πάντοτε μου άφηναν μια γεύση παράξενη τα καλοκαίρια.
Προσέμενα τον ερχομό τους για να συναντήσω ανθρώπους αγαπημένους από την άκρη του κόσμου, από μια τέτοια άκρη ήρθα κάποτε κι εγώ και δεν ξαναγύρισα.
Έμπαιναν με το ομορφότερο τους πρόσωπο.
Θυμούμαι παίρναμε το ΚΤΕΛ με την μητέρα και με ταξίδι μιας ώρας και κάτι φθάναμε στην παραλία, Επανομή – Αγία Τριάδα – Νέοι Επιβάτες οι τότε προορισμοί.
Κόσμος στο λεωφορείο, στριμωξίδι κι άγιος ο Θεός.
Ήταν και κάποιες βάρκες δεμένες στο ξύλινο μόλο που ανεβαίναμε για βουτιές για να καταλήξουν σε φωνές από τον καϊκτσή.
Όλα τούτα όμως ήταν απλά η αρχή του καλοκαιριού.
Λίγο μετά δάκρυα γέμιζαν τα μάτια από το κλείσιμο του σχολείου.
Φανατικός του διαβάσματος δεν υπήρξα ποτέ, μήτε και του σχολείου.
Θυμούμαι πως όταν μου ανακοίνωσαν στο σαλόνι του σπιτιού μας με μεγάλη χαρά πως από τον Σεπτέμβριο θα βρίσκομαι στο Δημοτικό έβαλα τα κλάματα όχι βέβαια από ευτυχία, είχα μόλις τελειώσει το Νηπιαγωγείο και ήταν μια χρονιά με πειράγματα, μουτζούρες πάνω στο μπλόκ ζωγραφικής, και πολλές φορές κλωτσιές από κάποιους που έμελε να γίνουν οι αιώνιοι αντίπαλοι.
Κάπου εκεί, στο μέσον εκείνης της πρώτης χρονιάς, κάτι έγινε και το λάτρεψα το σχολείο, δε θυμούμαι να πω τι ακριβώς, θυμούμαι όμως πως από τότε και με το που λάβαινε χώρα η τελευταία πράξη αποχαιρετισμού, μπουγέλο στις βρύσες και τις τουαλέτες του σχολείου, ένα δάκρυ μπλέκουνταν με τα νερά που κυλούσαν από τα μαλλιά.
Είναι μια αγάπη που για πρώτη φορά ίσως ομολογώ.
Ένας δύσκολος αποχαιρετισμός ήταν εκείνος της Τετάρτης δημοτικού.
Ήταν το καλοκαίρι της αλλαγής, όχι στην πολιτική ζωή της χώρας μα της ζωής μου.
Μια μετακόμιση σηματοδοτεί μια νέα αρχή.
Σπίτι στην άλλη άκρη της πόλης, η ηλικία μικρή, αποτέλεσμα ένα.
Αλλαγή παιχνιδιών, παρέας, σχολείου, συμπεριφοράς.
Θα επαναληφθεί μερικά καλοκαίρια αργότερα το ίδιο ακριβώς σκηνικό.
Εκεί όμως, λίγα χρόνια αργότερα θα είχα τον δυσκολότερο αποχαιρετισμό.
Ήταν η τελευταία ημέρα του Γυμνασίου, θεατρική και μουσική παράσταση στο θέατρο του Δημαρχείου.
Καθόμουν με την Γεωργία και την Ιωάννα.
Κάποια στιγμή η Γεωργία ενώ χαιρετούσε την καθηγήτρια των Γαλλικών σωριάστηκε στο πάτωμα.
Ανακοπή είπαν οι γιατροί και τότε προσθέθηκε άλλη μια λέξη στο λεξιλόγιο μου.
Πέρασαν κι άλλο τα χρόνια, τέλειωσε και το λύκειο.
Παράξενο εκείνο το συναίσθημα, δεν έχω καταφέρει ακόμα να το περιγράψω, η χαρά του καλοκαιριού, το τέλος της σχολικής ζωής, η επαγγελματική για κάποιους, η φοιτητική για κάποιους άλλους σταδιοδρομία και η αναμονή για τη στρατιωτική θητεία.

Παρέα με όλους αυτούς τους αποχαιρετισμούς ήταν και οι άλλοι, εκείνοι με τους αγαπημένους ανθρώπους από του κόσμου τις άκρες.
Στην Ελλάδα κλείνουν νωρίς τα σχολεία, τούτο είχε ως αποτέλεσμα να βρισκόμαστε με τον αδελφό μου πρώτοι απ’ όλους στο χωριό με εξαίρεση εκείνους που έμεναν μόνιμα εκεί.
Κατέφθαναν έπειτα τα ξαδέρφια από την Αμερική, οι συγχωριανοί από τον Καναδά, κ’ ύστερα τα ξαδέρφια από την Γερμανία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, οι φίλοι από την Γαλλία.
Χώρες και γλώσσες μαζεμένες σ’ ένα χωριό, μ’ ένα παιγνίδι, με μια φωνή.
Βόλεϊ στην εξώπορτα του σχολείου και μακριά γαϊδούρα, ποδόσφαιρο στ’ αλώνια κι άλλα πόσα.
Το πρώτο κομβόι ξεκινούσε δύο το πολύ τρεις ημέρες μετά τον Δεκαπενταύγουστο για την Κεντρική Ευρώπη.
Γερμανία, μέσω της παλιάς Γιουγκοσλαβίας κ’ ίσως επειδή έπαψε να υπάρχει το παλιά και μαζί με εκείνο και η Γιουγκοσλαβία, χάραξε άλλη διαδρομή ο διαβήτης στον χάρτη, ταξίδι ως την Πάτρα πλοίο για Ιταλία κι από εκεί άνετο ταξίδι στην autobahn μέχρι επάνω.
Στάσεις επόμενες από δρόμους διαφορετικούς ήταν η Γαλλία, το Βέλγιο κ’ η Ολλανδία.
Τελευταίοι έφευγαν οι πολλοί μακρινοί, οι της Αμερικής.
Αλεξανδρούπολη - Αθήνα με πτήση συνήθως απογευματινή κι από εκεί με άλλη για το σπίτι, νύχτα εκεί μέρα εδώ 10 ώρες διαφορά, δύσκολη προσαρμογή.
Όλοι αυτοί οι αποχαιρετισμοί συνοδεύονταν από πολλά δάκρια και το παράπονο των μικρών παιδιών.
Το δικό μας δηλαδή που επιθυμία μας μεγάλη ήταν να ήμαστε όλο τον καιρό μαζί.
Περνώντας τα χρόνια καταλάβαμε πως δε γίνεται διαφορετικά.
Τώρα πονούν αλλιώτικα οι αποχαιρετισμοί, υπάρχει εκείνος ο «φόβος» της επόμενης συνάντησης.
Του πότε θα είναι αυτή, υπό ποιες προϋποθέσεις, από πόσους και για πόσο.
Άλλος με τη δουλειά, άλλος με την οικογένεια δεν συμπίπτουν κάποτε τα βήματα άλλοτε οι ημερομηνίες.

Τελευταίος αποχαιρετισμός είναι ο φετινός.
Πρώτος έφυγε ο αδελφός προχθές για εκείνα τα μέρη, σε λίγες ημέρες θα ακολουθήσει η υπόλοιπη οικογένεια.
Μετάθεση έγραφε το χαρτί που έφθασε.
Μεταθέτεις την έδρα της εργασίας και μαζί τη ζωή, τα όνειρα σου, τις ελπίδες.
Σε λίγες ημέρες ένα φορτηγό θα σταθεί έξω από το σπίτι, το συνεργείο θα κατεβάσει τα χαρτοκιβώτια, τα έπιπλα, τις αναμνήσεις, θα τα στοιβάξει επάνω στο φορτηγό κι εκείνο θα ξεκινήσει για το ταξίδι των 400 και βάλε χιλιομέτρων.

Καθώς θα ξεμακραίνει το οικογενειακό αυτοκίνητο το χαμόγελο του μικρού Άγγελου θα ξεχωρίζει σαν ήλιος μικρός από το πίσω τζάμι.

Στον τόπο μου, όταν κάποιος κινεί για ταξίδι ρίχνουν ένα ποτήρι με νερό πίσω του.
Δε ρώτησα ποτέ, υποθέτω πως είναι για να μη διψάσει, για να ΄χει καλό δρόμο και να βρει γρήγορα πάλι εκείνον της επιστροφής.

Λοιπόν αδελφέ…

Τετάρτη 21 Μαΐου 2008

Τα ολοστρόγγυλα φεγγάρια...

Τα ολοστρόγγυλα φεγγάρια, σα μεγάλες σχεδίες που μοιάζουν του ουρανού, γι’ αστέρια λυπημένα κι έρημα και για άλλα που χτύπησε το κορμί τους η ουρά κάποιου κομήτη, μου φέρνουν στη θύμηση τα παιδικά μου παραμύθια.

Ήταν κάτι λεπτά, πιασμένα στη ράχη με συραπτικό βιβλία, άλλα για τα ζώα της θάλασσας μιλούσαν άλλα για του αγρού.

Καμιά φορά στις επισκέψεις μου σε παλαιοβιβλιοπωλεία ή και σε άλλα που δεν υπερβαίνουν τα δέκα με δώδεκα τετραγωνικά, όλα στην πόλη της Θεσσαλονίκης, τυχαίνει και διακρίνω κάποιο ξεχασμένο.

Παλαιότερα περνούσαν μπροστά απ’ τα μάτια μου θαρρείς βροχής σταγόνες που δε μπορείς να διακρίνεις τη μία από την άλλη.

Αγκιστρώνεται τώρα το βλέμμα, απλώνεται το χέρι μηχανικά και μ’ έναν τρόπο που περισσότερο ιεροτελεστία θυμίζει, ξεκινάει το άνοιγμα πρώτα, το φυλλομέτρημα έπειτα, η παρατήρηση των εικόνων και το διάβασμα.

Πότε πότε τα δύο τελευταία γίνονται σε χρόνο κοινό.

Πήρα να αγοράζω και πάλι τα παλιά μου παραμύθια.

Εχουν μια τεράστια εικόνα στο εσωτερικό τους κι ένα τετράστιχο από κάτω, κι αλήθεια δεν είχα φανταστεί ποτέ πόσο πίσω μπορούσαν τούτες οι λίγες σειρές να με γυρίσουν.


«Το χταπόδι έχει πλοκάμια
που κολλάνε σα βεντούζα,
και ψητό μας το σερβίρουν
όταν πίνουμε τα ούζα.»


Είναι κάποιες στιγμές, που στο παράλογο της δουλειάς μου, αφήνουν μια γαλήνη, έστω περαστική, στιγμιαία, κι αφαιρεί λίγο λίγο το πέπλο το μαύρο από τα μάτια.

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

Νανούρισμα για έναν Άγγελο

Αητέ μου γύρε στο κλαδί
φτερά να ξεκουράσεις
και σαν φεγγίσει η ανατολή
τους ουρανούς ν’ αδράξεις.

Αητέ μου φέρνω στο σταμνί
νερό να σε δροσίσω
πηγής που φέρνει τη χαρά
χαρά να σε ποτίσω.

Κλείσε τα μάτια κι άφησε
σύγνεφο να σε πάρει
της πρώτης άνοιξης κλωνιά
να βάλεις στο κεφάλι.

Κλείσε τα μάτια κι άκουσε
πως κελαηδούν τ’ αηδόνια
άνοιξη μπαίνει κ’ η ψυχή
χορεύει μες στ’ αλώνια.

Άκουσ’ αητέ μου στους αγρούς
πως τραγουδούν τη ζήση
κ’ οι πιθυμιές πως κάνουνε
τη νύχτα να ροδίσει.

Και σαν ξυπνήσεις αητέ
στης χαραυγής τα χέρια
θάλασσες , κάμποι κι ουρανοί
θα σ’ οδηγούν στ’ αστέρια.

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Στον Άγγελο μας...

Μας την έσκασες και ήρθες νωρίτερα, εδώ κι έξι ώρες είσαι μαζί μας.
Ήρθες με κλάμα να φέρεις στην ψυχή μας χαμόγελο.
Πως γίνεται το δάκρυ να φέρνει χαρά θα μου πεις, δύσκολο να σου εξηγήσω μα με τον καιρό θα καταλάβεις, για την ώρα σου λέω μονάχα πως κάθε χαρά που βαφτίζουμε μεγάλη στις αποσκευές που σέρνει μαζί της έχει πάντα κρυμμένα δάκρυα.
Έπρεπε να δεις του γεννήτορες σου!
Και καλά, η μητέρα σου ξαπλωμένη ήταν, εκείνον τον πατέρα σου μόλις που τον κράτησαν τα πόδια του κι εκείνο ήταν για να μπορέσει να φθάσει κοντά σας.
Οι παππούδες δάκρυζαν και χαμογελούσαν διαρκώς.
Αν δεν το ‘χεις καταλάβει έγινες το πρωτοσέλιδο στα νέα της ζωής μας.
Σε λίγες ημέρες θα δεις και το δωμάτιο σου ήλιοι και θάλασσες, φεγγάρια κι αστέρια θα σου γεμίζουν τον μικρό σου κόσμο.
Κι εμείς πάνω σε κάθε αστέρι θα ‘μαστε καθισμένοι, θα σε προσμένουμε με χέρια απλωμένα ταξίδι να σε πάμε πότε στο βουνό και πότε στη θάλασσα, πότε στ’ ουρανού τα πελάγη, να μάθουμε ξανά το παιγνίδι μαζί σου τούτη τη φορά.
Μα δε σου μίλησα για εμένα.
Θείε Γιάννη θα με φωνάζεις και κάθε που δε θα σου κάνουν τα χατίρια ή που θα θες μετά από κάποια σκανδαλιά να κρυφθείς, σε μένα να έρχεσαι.
Μη ξεχνάς μονάχα να με παίρνεις μαζί σου καμιά φορά, οι ομορφότερες σκανδαλιές γίνονται πάντα από δύο.

Σ’ ευχαριστούμε που ήρθες Άγγελε μου.
Σ’ ευχαριστούμε Θεέ μου.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2007

Γράμμα στον πατέρα

Δεν πρόσμενα ποτέ να ΄ρθείς για να ζητήσω κάτι.
Ήθελα απλά να σε βλέπω, κι εσένα και τη μητέρα.
Μου λείπατε από παλιά, όχι πως το θέλατε, απλά έτσι έπρεπε.
Τώρα σα να πήρα να εξοικειώνομαι με τούτη την απουσία, ίσως γιατί έφυγα εγώ.
Με κούρασαν πολύ οι αποχαιρετισμοί.
Είναι όμως και φορές που θέλεις να έχεις κάποιον να αποχαιρετήσεις ή να σ’ αποχαιρετήσει.
Σε θυμούμαι να επιστρέφεις από την δουλειά.
Κουρασμένος πάντοτε.
Λίγο θλιμμένος στην αρχή, στα πρώτα μου χρόνια, ήταν και ο εποχές δύσκολες.
Αργότερα, με μια όμορφη ικανοποίηση στα μάτια.
Την ικανοποίηση τούτη τη θυμούμαι και σ’ άλλες στιγμές.
Όταν τελείωνες κάτι που έφτιαχνες, πότε στο ένα σπίτι πότε στο άλλο.
Δεν παίξαμε ποτέ μας μπάλα, μήτε ψαρέψαμε, φτιάξαμε όμως και φτιάξαμε πολλά και στην Χαλκιδική κι αλλού, κι ας έχω χρόνια να επιστρέψω εκεί.
Όταν σιωπώ είναι για να κρατώ μέσα μου τις εικόνες.
Φοβούμαι τη στιγμή που θα μείνει δίχως εικόνες η ψυχή μου.
Φοβούμαι…

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2007

Την ώρα που γεννιόμουνα

Γεννήθηκα κοιτάζοντας τον ουρανό.
Με μάτια καστανά άπλωσα στους δρόμους του χρώματα.
Για τούτο αγάπησα τα χρώματα του Φθινοπώρου.
Οκτώβρης του ’76 ήταν, στις 15 του, στην πόλη Κούρσελ του Βελγίου.
Δε ρώτησα αν έβρεχε, όμως λατρεύω τις βροχερές ημέρες από πάντα.

Έμαθα να πλάθω εικόνες, έμαθα ακόμα να κλέβω σταγόνες της βροχής, ν’ αραιώνω τα χρώματα στην παλέτα, όμως δεν έμαθα ποτέ να ζωγραφίζω.
Προσπαθώ να τις γράφω.
Έστειλα κάποιες από αυτές στο Εξώπολις.
Οι πρώτες άρεσαν, οι δεύτερες όχι.
Μετά στον Απόπλους, «Σαμιακών γραμμάτων και τεχνών περιήγηση».
Σταθερή συνεργασία.

Ερωτεύθηκα το θέατρο.
Ο έρωτας μου μ’ ανέβασε στην σκηνή, η αγάπη μου με κατέβασε.
Έμεινα στα πίσω από τα φώτα.
Σκάρωσα λίγα τραγούδια για τον ΘΟΣ (Θεατρική Ομάδα Σάμου).
Τώρα γράφω στον Ήχο Πλάγιο.

Δεν ξέρω τι θα μείνει απ’ όλο αυτό.
Δεν ξέρω τι πρέπει να υπάρχει απ’ όλο αυτό.

Έμαθα ακόμα στα μάτια να κοιτάζω τους ανθρώπους, να κάνω βουτιά στα εντός τους κρυμμένα λόγια.
Μου έμαθαν να μιλώ, και κάποιες που δεν κατάφερα φορές να μιλήσω, έμαθα τον τρόπο να κλαίω.
Έκλαψα.
Έμαθα να ονειρεύομαι.
Τα πιο μεγάλα όνειρα, τα κάνεις όταν νιώθεις πως όλα έχουν δυσκολέψει πολύ.
Έκανα όνειρα μεγάλα.

Δεν έμαθα να οδηγώ και να καπνίζω μήτε και να προσέχω έμαθα.
Μάτωσα πόσες φορές γόνατα και χέρια απ’ τα πεσίματα μα εξακολουθώ ν’ ανεβαίνω σε δέντρα, σε βουνά και σε σύγνεφα.
Σ’ εκείνα τα τελευταία, πρέπει γερά να κρατιέσαι, γιατί καμιά φορά ξεμακραίνουν απότομα και πέφτεις, όπως κι απ’ τα όνειρα.