Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2020

«Παλιέ μου φίλε, τι γυρεύεις;»

Θα πάρω πάλι το τρένο, βραδινό, για Διδυμότειχο.
Οι ενοχές μου όλες εκεί, απλωμένες κατά μήκος της γραμμής, μέχρι τέλους.
Χρόνια που λείπω, χρόνια που έπαψα ν’ ανασαίνω εκείνον τον αέρα, τον μπλεγμένο με τ’ άρωμα των νερών του ποταμού, με τα κομμένα στον κάμπο τριφύλλια, τα καλαμπόκια και τα λιόσπορα.
Διψά η ψυχή μου για μια βόλτα τελευταία με τις ρόδες ενός κάρου να σχίζουν την γαλήνη του απογεύματος στον κάμπο.

Λένε, πως κάποτε, κάποιος, συνάντησε έναν άγιο εκεί.

Ψηλαφώ με τις άκρες των δαχτύλων να βρω κάποιο άγγιγμα παλιό.
Ξεπροβάλουν εικόνες, και ήχοι, ψήγματα απ’ ένα μακρινό παρελθόν.
Στήριγμα γερό, κι ίσως για όσους έμειναν σημασία καμία να μην έχει, για εμάς που φύγαμε όμως, καταφύγιο στο γύρισμα του καιρού...

Ο ήλιος πάντα μεγάλος, ίδιο μεγάλο και το φεγγάρι, και τα μάτια που κοιτάζω μένουν πάντοτε παιδικά και διψασμένα διαρκώς για εικόνες και χρώματα.

Στέκουμαι στην άκρη του μπαλκονιού, του τότε, του στενού, μ’ εκείνα τα θαλασσιά του κάγκελα – μου είναι ξένο όπως μοιάζει τώρα – από την άκρη του βλέπω το παλιό χωριό στην άλλη όχθη του ποταμού, τα σπίτια των θείων μου, νομίζω πως θ’ ακούσω κάποιον να μιλάει χωρίς να μπορώ να τον δω, όμως κανείς δεν ακούγεται.

«Παλιέ μου φίλε, τι γυρεύεις;»

Ακριβώς όπως το γράφει ο ποιητής.
Τι γυρεύεις;
Όλα έχουν αλλάξει εκτός από τις δικές σου αναμνήσεις.
Δεν παγώνει ο χρόνος ν’ αρχίσουν όλα εκεί που τ’ άφησες πριν χρόνια.

Οι άνθρωποι φεύγουν, αλλάζουν, γυρεύουν άλλα λιμάνια, άλλους ήχους ν’ ακούσουν, άλλα χέρια να κρατήσουν.
Όπως εσύ.
Τι γυρεύεις εκτός από τις παλιές σου αναμνήσεις;

Το σπίτι άλλαξε, τα έπιπλα δόθηκαν, τα εργαλεία πετάχτηκαν, οι κτήτορες του μας άφησαν, οι άνθρωποι γύρω είτε λιγοστέψαν είτε άλλαξαν.

«Παλιέ μου φίλε, τι γυρεύεις;»

Δεν υπάρχουν σχόλια: