Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα γράμματα της Υβόννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα γράμματα της Υβόννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

Τα γράμματα της Υβόννης (απόσπασμα)

Ήρθες πλάι μου δυο βράδια μετά.

Τυλίχθηκα στις φούχτες των χεριών σου, γυρεύοντας να βρουν ανάσα τα δάκρυα μου, κι ανάσαναν βαθιά, ανάσα δανεική από τα δικά σου στήθη, δροσερή, να προστατεύει τα πέλματα σε δρόμους πυρωμένους.

Ζήτησα να μου πεις πως γράφεται το ελπίζω πάνω στ’ αστέρια, τι χρώμα αποκτά ο ουρανός στα μάτια εκείνου που ελπίζει, τι χρώμα όταν η κούραση έχει γεράσει και ραγίσει τα βήματά σου…

Ένιωσα ναό τη μορφή σου, με κινήσεις αργές άναψα πέντε κεριά.

Στάθηκα με τις γυναίκες.

Μου έλαχε ένα ξύλινο παλιό στασίδι μα δε μ’ ένοιαξε το τρίξιμο του.

Έπεσα στα γόνατα να προσκυνήσω, κι αν είναι για κάτι που το έκανα πιο πολύ, ήταν για το λίγωμα του αγέρα στο προσκεφάλι σου.

Ακόμα και τούτο κατάφερνες, να φθάνει ο άνεμος λιγωμένος από τα δικά σου στα δικά μου στήθη.

Κι έφθανε αφήνοντας κάθε αγωνία να χαθεί, κάθε δισταγμό.

Πήρες να μετράς με το δάχτυλο τ’ αστέρια.

Μου έδειξες που αρχίζουν και που τελειώνουν οι αστερισμοί, που αρχίζουν και που τελειώνουν οι ευχές.

Οι ευχές μας.

Ένιωσα μία να θέλει να δραπετεύσει από τα χείλη μου, «να τυλίγομαι στου στήθους σου τις λίμνες να ζεσταίνομαι, τα δάκρυα σου με τα στήθη μου ν’ απορροφήσω άλλο να μην πονάς», άκουσες την ψυχή μου να φωνάζει μέσα απ’ τα χείλη που ταξίδευαν στη σιωπή.

Χαμογέλασες.

Μ’ έκρυψες πιο βαθιά στην αγκαλιά σου, τα χείλη μου βαθύτερα.

Αφεθήκαμε σ’ ένα ταξίδι σωμάτων και ψυχών δίχως να γνωρίζουμε ποιος ο οδηγός και ποιος ο οδηγούμενος, μήτε και που μας ένοιαζε.

Μείναμε να λιμνάζουμε ο ένας στον αγιασμένο ιδρώτα του άλλου ώσπου καθρέφτισε πάνω του το πρόσωπο του ο ήλιος.

Μήτε που φάνηκε το πέρασμα της νύχτας στο παίξιμο των ματιών.

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Τα Γράμματα Της Υβόννης

Ιωάννης Τσιουράκης

 
Τα Γράμματα Της Υβόννης

(νουβέλα)

 
ISBN: 978-960-694-075-0

 
Εκδόσεις: Δρόμων

(Τηλ. & Fax: 210-26. 17. 648)

Επιμέλεια έκδοσης: Ζώης Μπενάρδος

 

 


Κείμενο οπισθόφυλλου

 

Μ’ ένα πλοίο, μ’ ένα τρένο οι αποσκευές να ταξιδεύουν μα στους ηλεκτρονικούς πίνακες αναχωρήσεων στις άκρες των ματιών, πάντοτε ίδιος να μένει ο προορισμός.

 

Τι μπορούν άραγε κι εκείνα να κρύψουν;

Τι ν’ αποφύγουν;

Από πού να κρατηθούν;

 

Στην ούγια της ψυχής έχει γράψει με γράμματα μεγάλα τ’ όνομά του ο πόνος, τ’ όνομά σου, κι από το ξέφτισμα της μόνο εκείνη απομένει άθικτη.

Η ούγια με τ’ όνομά σου.

 

Κι ο ήλιος να βρίσκει στα σκοτεινά το βλέμμα μου να το διαβάζει, να το τρυπάει, να το διαπερνά, ώσπου εκεί να φθάνει που ξημερώνει η αλλιώτικη μέρα...

Τρίτη 10 Ιουλίου 2007

Το γράμμα απο τον προθάλαμο κάποιου νοσοκομείου..

Να λοιπόν που φτάσαμε στο τέλος του γυρισμού.
Μόνο που αλλού μας έβγαλαν οι νύχτες.
Στην ερημιά εμένα, εσένα σ’ άλλη αγκαλιά..
Έκλεισα τα παντζούρια, άλλο να μη βλέπω, τ’ album των φωτογραφιών έκρυψα άλλο να μη θυμούμαι.
Πονάει η μνήμη.
Κάθε τι δικό σου με πονάει.
Κι όλα δικά σου είναι.
Κι όλα με ματώνουν.
Γεννάω παιδί δικό σου, με πιάνουν οι πόνοι.
Υποφέρω, μ’ ακούς, υποφέρω.
Την μπέρδεψα τη ζωή μου.
Της φόρεσα ένα μου φόρεμα παλιό νεανικό.
Είχε ακόμα τα σημάδια της αθωότητας μου επάνω.
Χάθηκαν όλα, για πάντα.
Πάνε ώρες τώρα, αιώνες μοιάζουν, που νιώθω του μυαλού μου τους τοίχους ν’ αγγίζεις.
Φοβάμαι.
Δε θ’ αντέξω.
Σ’ ευχαριστώ όμως.
Όπως οι απελπισμένοι ευχαριστούν τον δήμιο τους.
Σβήσε με καθώς θα φεύγεις.
Κάνε με λεκέ επάνω στο ρούχο σου κι ας χαθώ στο πρώτο πλύσιμο, μια σταγόνα ιδρώτα στο στήθος σου επάνω.
Παιγνίδι κάνε με και σπάσε με.
Παιγνίδι υπήρξαν στα χέρια σου τόσα χρόνια, αγάπη μου.
Με πόσο κόπο λέω τώρα τούτη λέξη.
Σα να στυφίζουν τα χείλη καθώς βγαίνει, κ’ ύστερα γλυκαίνουν από το δικό σου φιλί, ανασυρμένο έστω από τις πιο μακρινές μνήμες.
Έκλεισα καρδιά μου, κοντά σου.
Μόνο κοντά σου έζησα, και πέθανα.
Κι ίσως να ‘ναι ακόμα αναποφάσιστη η καρδιά μου, μια σε φέρνει και μια σε διώχνει, άλλο η ψυχή μου δεν αντέχει όμως, για τούτο σου λέω, έκλεισα καρδιά μου.
Σφάλισα μέσα μου κάθε πόρτα, κάθε παράθυρο, χαραμάδα δεν άφησα για να περάσεις κι ας αύριο όλα τ’ αντικρίσω ανοιχτά.
Πάλι από την αρχή.
Ποιος πόνος να ‘ναι άραγε ο πιο μεγάλος;
Αναρωτιέμαι, πνοή μου.
Αναζητώ το κορμί σου πλάι μου τα πρωινά, δε το βρίσκω, τα σημάδια του ιδρώτα σου ψάχνω, μα γι’ άλλη μια φορά δεν ήρθες, κι έτσι δεν μπορείς να φύγεις.
Άδειασα μέσα μου, η αναμονή μ’ άδειασε.
Έμεινα μ’ ελπίδες σκοτωμένες να υπάρχω μέσα της.
Στοίχειωσα.
Φέρνω βόλτες στο έρημο σπίτι μήπως και πάλι υπάρξει κάτι από εσένα.
Τ’ όνομά μου είναι απελπισία, αυτό ακούω, σ’ αυτό απαντάω.
Απελπισία.
Κι ας έλεγες πως έχω όνομα κομμένο και ραμμένο στα δικά μου μέτρα.
Μικρό και δυνατό.
Αλλάζω, μάτια μου.
Ακόμα και τούτη η απελπισία με βοηθά ν’ αλλάξω.
Σε λίγο, ο χρόνος μου θα είναι ένα κυκλάμινο ανθισμένο κι ας σ’ έχω κρατήσει μακριά.
Γιατί εγώ θα σ’ έχω μακριά, δε θα φεύγεις όταν πρέπει, μήτε θα έρχεσαι όταν μπορείς.
Σε λίγο, η ζωή μου θα υπάρχει στον κόσμο καθαρή, δίχως κι εμένα μέσα της.
Αφού εγώ είμαι εσύ, κι αφού αλλάζω, αγάπη μου, τίποτε από μένα δε μένει.
Θα ζήσω κενή, σα να ‘χασα τον κόσμο ολόκληρο από μέσα μου.
Απλά θα υπάρχω.

Να χαμογελάς πάντα.