Από τα παιδικά μου παραμύθια ως σήμερα
μπερδεύω τους δράκους με τους κακούς
και τους ανέμους με τις λιακάδες…
Στο λιμάνι ξεπροβοδούν τα μεγάλα πλοία
οι μανάδες, οι γυναίκες, οι αδελφές
λίγο πιο πίσω οι ερωμένες
κι απ’ τα μπαλκόνια
έχοντας το κεφάλι στραμμένο
πότε στην ανοιχτή θάλασσα
πότε στα πιο βαθιά τ’ ουρανού
γυναίκες μαυροφορεμένες
κουνώντας ένα μαντίλι λευκό
να εξευμενίσουν τη θάλασσα του Χειμώνα.
Και φεύγουν τα πλοία
κι αλλάζουν οι εικόνες μέσα στα μάτια
τα όνειρα αλλάζουν και τα τραγούδια τα νυχτερινά
στην κουπαστή και στα υγρά αμπάρια
και χορεύουν τα κύματα
τα κατάρτια μαζί τους
οι λέξεις στα χείλη και στα γράμματα τα μουσκεμένα.
Και σαν έρχονται πίσω
δένουν πάλι δυνατά οι καδένες στα ντόκ
και ξεπροβάλουν σ’ εκείνο το τσούρμο των γυναικών
πρόσωπα, με μόνη διαφορά μεταξύ τους
το χρώμα των ματιών
με ίδιο το μπέρδεμα των μαλλιών με τ’ αλάτι
ίδιο το φάγωμα της αρμύρας στο ρούχο
ίδιο το ράγισμα του κορμιού από το κύμα.
…κι εκείνος ο δράκος των παιδικών παραμυθιών
έρχεται πάντα και μου μιλάει
«δεν ήμουν εγώ που έριξα τα κάστρα
τότε, στα οχτώ σου χρόνια
μήτε που βούλιαξα τα πλοία τα πειρατικά σου
λίγο μετά…»
και ποιόν να πιστέψω πια
έχει τόσο βρέξει εδώ
που γίνηκαν θάλασσες οι σκέψεις
και πήραν πάλι μακριά τα καράβια.