Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2020

Τα θέλω μας

Μεταμορφώνουν τα θέλω μας οι νύχτες
ρίχνονται σαν πόθοι στα ξέστρωτα κρεβάτια
για να συρθούν κατάκοπα με το ξημέρωμα
και να χαθούν στις πιο σκονισμένες μας λέξεις.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2020

Κυριακές

Τις Κυριακές, μετά την εκκλησία
πετάνε λυπημένα τα πουλιά
θαρρείς γνωρίζουνε για τα μνημόσυνα
θαρρείς και τα βαραίνει το στάρι
που με τη γλύκα του κατακαίει την ψυχή.


Οροπέδιο, τεύχος 22, Χειμώνας 2019

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2020

Ο καιρός μας

Ξεχάσαμε την οσμή των ανθρώπων
μαθαίνουμε πάλι το βλέμμα να κοιτάμε
υποψιαζόμαστε το χαμόγελο
στρογγυλεύουμε τις άκρες των λέξεων
τώρα που δύσκολα ακούγονται
να μην πονάνε
κι απομένουμε
με την ελπίδα της απόδρασης
κάθε που σφυρίζει ένα τρένο
στον αντικρινό σταθμό.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2020

Κόκκινα φώτα

Κόκκινα τα φώτα που ξεχωρίζουν
- όταν έχουν οι δρόμοι πάψει τις φωνές τους -
απ’ τα έρημα θαρρείς σπίτια
που κρύβουν τη μοναξιά τους
στο φως της μέρας.

Και μαντεύεις τα πεσμένα στο πάτωμα ρούχα
τα ίχνη όζας στο τραπεζάκι
τη μισάνοιχτη πόρτα της ντουλάπας
τα φαντεζί της ρούχα

κι εκείνο που πάντα σου διαφεύγει
είναι τα δάκρυα στο πάτωμα πλάι στα ρούχα
ο πόνος κάτω απ’ τα ίχνη στο τραπεζάκι
η απελπισία
κάτω απ’ τα στρας που λάμπουν στα φώτα.

Κόκκινα τα φώτα που ξεχωρίζουν
όταν νυχτώνει μέσα μας η ανθρωπιά.

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2020

Τι τρανός χορός θα γένει...

Είναι τα χρόνια πολλά που έχουν περάσει, είναι και οι μέρες τέτοιες, ξημερώνει της Αγίας Παρασκευής, παραμονή του Αγίου Παντελεήμονα.
Μεγάλη η γιορτή μας.
Όταν γιορτάζει ο τόπος σου, λένε, γιορτάζει κ’ η ψυχή σου.
Κι εμείς, αυτά τα φύλλα τα σκόρπια στις άκρες του κόσμου που γύριζε ο αγέρας κείνα τα καλοκαίρια και τα μάζευε, σ’ εκείνη την κουκίδα γης που υπάρχουν ακόμα οι ρίζες μας, γιορτάζαμε.
Μ’ εκείνη της παιδική μας αθωότητα, μ’ εκείνη τη δίψα να σημαδέψουμε νούμερα στο ημερολόγιο, 26-27 Ιουλίου, 6 και 15 Αυγούστου.
Ν’ ανάψουμε κερί, ν’ αφήσουμε την ψυχή μας να προσευχηθεί, να γυρίσουμε πάλι στο παιχνίδι, κι όχι ότι μας έλειψε καθόλου αυτό το τελευταίο.
Γέμιζαν οι ταβέρνες, τα καφενεία, η πλατεία, άφτιαχτη ακόμα τότε, με κόσμο.
Ντυμένοι τα καλά τους, οι πιο μεγάλοι κι οι πιο μικροί, άλλοι στο γλέντι, άλλοι στα παιχνίδια, άλλοι στη μεγάλη βόλτα από τη μια στην άλλη άκρη του χωριού και πίσω.
Και τα μπαλκόνια φωτισμένα, σα να χαίρουνταν κι αυτά για τη μεγάλη γιορτή.
Έρχονταν κ’ οι φίλοι απ’ το διπλανό χωριό, πηγαίναμε κι εμείς με τη σειρά μας.
Και δώσε χορός, και δώσε φαγιά, και δώσε γέλια, και δώσε…

Τώρα, πόρτες κλειστές.
Αυλές βουβές θαμμένες στ’ αγριόχορτα, θαρρείς μεγαλώνοντας πνίγουν και τη μνήμη μας…
Λίγα κεριά αναμμένα στο χώμα.
Οι τάφοι πολλοί.
Λυπημένα πια τα πανηγύρια.

Φταίνε τα χρόνια που περνούν;
Φταίει που αλλάξαμε όσα βρήκαμε και πια δεν βρίσκουν σπίτι οι αναμνήσεις;
Φταίει που μέσα μας αλλάξαμε πριν απ’ αυτά και κρύφτηκαν απ’ τ’ αγριόχορτα όσα ζήσαμε;
Ποιος θα μπορέσει να το πει;

Χρόνια μας πολλά, φύλλα πουλιά των Ψαθάδων που πάντα θα μας ενώνει…


Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2020

Πικρό σαράκι

Τις νύχτες, αλυχτάει μέσα μας το πικρό σαράκι
τρώει τα σωθικά, τρώει όσα χόρτασαν την ψυχή μας.
Ο καιρός, κουρασμένος απ’ τις τόσες καταιγίδες
σέρνει μέσα τους έναν πόνο βουβό, μεγάλο
κατάλοιπο μιας προσευχής ανολοκλήρωτης.

Θα ξυπνήσουμε πάλι γυμνοί, κρυμμένοι
στα καθαρά και σιδερωμένα ρούχα μας.
Μα κάθε πρωί, θα τρίζει μέσα μας η ελπίδα
όπως τα παράθυρα των σπιτιών
που δεν απόμεινε κανείς μέσα τους για να μιλήσουν.