Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2020

Πικρό σαράκι

Τις νύχτες, αλυχτάει μέσα μας το πικρό σαράκι
τρώει τα σωθικά, τρώει όσα χόρτασαν την ψυχή μας.
Ο καιρός, κουρασμένος απ’ τις τόσες καταιγίδες
σέρνει μέσα τους έναν πόνο βουβό, μεγάλο
κατάλοιπο μιας προσευχής ανολοκλήρωτης.

Θα ξυπνήσουμε πάλι γυμνοί, κρυμμένοι
στα καθαρά και σιδερωμένα ρούχα μας.
Μα κάθε πρωί, θα τρίζει μέσα μας η ελπίδα
όπως τα παράθυρα των σπιτιών
που δεν απόμεινε κανείς μέσα τους για να μιλήσουν.

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2020

Μητέρα

Πεινούσαμε πολύ τις νύχτες
πάνω στα χάρτινα καράβια μας
καθώς λύναμε κάβους για άλλα λιμάνια.

Κι ερχόταν η μητέρα
βαστώντας ένα ποτήρι γάλα
κι ένα χαμόγελο νυχτερινό
που έμοιαζε με το πιο μακρινό ταξίδι.

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2020

Θα ναυαγήσουμε κάποτε

Θα ναυαγήσουμε κάποτε
σε μια ξέρα ή σ’ ένα όνειρο
– ποιος γνωρίζει να πει –
Θα έρχονται κύματα πότε θυμωμένα
πότε ντυμένα το γαλήνιο πρόσωπό τους
να πάρουν μακριά σκέψεις και λόγια
βλέμματα που δεν τόλμησαν να χαθούν
μήτε μια στιγμή στο βάθος του ορίζοντα.

Και το τοπίο πάντοτε ίδιο
σα να μην τ’ άλλαξε ο χρόνος
να μην τ’ άλλαξε η ψυχή όταν χάνονταν
ή όταν γελούσε, κάποτε.
Λίγα δέντρα, σε μιαν άκρη η θάλασσα
ένα σπίτι γδαρμένο απ’ την αρμύρα και τον άνεμο
ένα πηγάδι
που κάποτε πιστέψαμε στεγνό.

Κι εμείς
τι να ζητήσαμε τάχα παραπάνω;

Λίγο ήλιο στα μουσκεμένα ρούχα μας
οι αχτίδες του πρωινού
να λάμψουν στα κουρασμένα μάτια
κι ο άνεμος να ‘χει μέσα του
τη φρεσκάδα της ταξιδευμένης θάλασσας
εκείνης που δεν ξαπόστασε
που συντρόφευσε πλοία πολλά στο ατέλειωτο ταξίδι τους.

Δοκιμάσαμε τη ζωή
μας διαπέρασε την οσμή του θανάτου
είχαν και τα δυο αρμύρα μέσα τους
όχι θαλασσινή.

Κ’ η γραμμή στο βάθος του ορίζοντα θολή
ξεγελά το βλέμμα
μετρά λάθος τις αποστάσεις.

Γίναμε άραγε κάποτε νησιά
δίχως να καταλάβουμε
πως οι αποστάσεις μεγαλώνουν;
Δίχως να νιώσουμε τη θάλασσα μέσα μας
να βυθίζει τους δρόμους;

Κι εμείς
τι να ζητήσαμε τάχα παραπάνω
τι να θελήσαμε να κρατήσουμε κρυφό
στα διψασμένα χέρια μας
κι εκείνα πρόδωσαν την ανάγκη;

Θα ναυαγήσουμε κάποτε
κι ένα ξωκλήσι
θα μνημονεύει το πέρασμα μας
μια πεταλούδα που πριν χαθεί
θα έχει ρίξει λίγο από το χρώμα της
στη σκοτεινή νύχτα.

Τρίτη, 19 Μαΐου 2020

Είμαστε τόσο θλιμμένοι...

Κατά βάθος, είμαστε τόσο θλιμμένοι

αδιαφορούμε
για τους προθαλάμους των νοσοκομείων
εκεί που κάποιος πεθαίνει περιμένοντας

κοιτάζουμε με δήθεν έκπληξη
το ξεκίνημα των πολέμων
έπειτα με συμπάθεια στη μνήμη των νεκρών
ενδιάμεσα τρώμε

έξω βρέχει, πάντοτε βρέχει
και τα μάτια μας, αδιόρατα δακρυσμένα
θολώνουν όπως τα τζάμια

μένουμε με τις ερωτήσεις μας
«τι κάνεις;» «πως είσαι;»
δεν ακούμε τις απαντήσεις
σχεδόν αδιαφορούμε γι’ αυτές

λίγο, μας ζωντανεύει η μουσική
πανηγυρτζίδικη
ξυπνάει τα πιο άγρια μας ένστικτα
την επιθυμία να κυριεύσουμε
ξεφτιλίζουμε κάθε επιθυμία με το μεθύσι

σωπαίνουμε
όταν κάποιος μιλά
φανερώνει τις αδυναμίες του
στην εποχή των λιονταριών
δε φανερώνεις αδυναμίες

έπειτα κοιμόμαστε
έχοντας αυτή τη θλίψη στα μάτια
τη μάθαμε τόσο καλά
και στον καθρέφτη μας
μοιάζει ευτυχία.

Σάββατο, 16 Μαΐου 2020

Μουσκεμένες διαταγές

Θα μας κοιτάζουν οι ναύτες
στα βαθιά νερά, πλάι στις άγκυρες
να φθάνουμε στο τέλος της διαδρομής
ντυμένοι τα όμορφά μας ρούχα
με τα χρυσά κουμπιά μας
τα όπλα που μας κούρασαν
τα στρατιωτικά σακίδια
τις μουσκεμένες διαταγές.

Είναι σιωπηλός ο βυθός
δε θυμάσαι λίγο μετά
ποιο το λιμάνι που άφησες
ποιο το λιμάνι που πήγαινες
μόνο το φεγγάρι από ψηλά
πασχίζει να φωτίσει το σκοτάδι.

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2020

Το φως στο καντήλι


Μας στοιχειώνει ο χτύπος του ρολογιού
τα βήματα στις σκάλες καθώς σβήνουν
οι μοναχικές μέρες.

Θα κρατήσουμε χαμηλά τα φώτα
να μας κρατήσουν συντροφιά οι σκιές
πριν λιγοστέψει το φως στο καντήλι.

Τρίτη, 28 Απριλίου 2020

Άνω Πόλη


Μα εμείς, θα περπατήσουμε ξανά
τα γέρικα στενά της Άνω Πόλης
θα ξαποστάσουμε στον άγιο των Μπεκτασήδων
και στο Τσινάρι για κρασί
να θυμηθούμε τις παλιές στιγμές
και τα τραγούδια

έπειτα η βροχή να καθαρίσει
ότι τα δάκρυα φύλαξαν στα μάτια μας
έναν παλιό καημό
μια επιθυμία ταξιδιού
μια στάση άλλη
στα καθημερινά μας δρομολόγια

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2020

Κακή σοδειά


Φίδια κουλουριάζονται στις έρημες στέγες μας
ο ουρανός βροχερός, δε θυμάται
μήτε τις προσευχές μας μήτε τον κόπο
να στεγνώσει η σοδειά στο χωράφι
θα ‘ναι πάλι γλυφό φέτος το νερό
θα ‘ναι λειψό στις στέρνες και στα ποτήρια μας
και το ψωμί δίχως τη σπιρτάδα
μιας ελάχιστης ευτυχίας
κι ο μύλος ρημαγμένος απ’ τη βροχή…

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2020

Παράξενη εποχή


Ζούμε μια εποχή που δεν είχαμε ποτέ φανταστεί, όχι πόλεμο, η κοινωνία μας δοκιμάστηκε σε πολλούς πολέμους κι έμαθε να επιβιώνει, να ανθίζει ξανά.
Δεν ξέρω να την ονομάσω.

Είναι η εποχή που θα πρέπει να γνωρίσουμε, αληθινά, τον άνθρωπο μέσα μας.
Όσα μας κράτησαν μακριά από αυτό έχουν πιά πάψει ή έστω έχουν υπερκεραστεί από κάτι άλλο πιο δυνατό, πιο αναγκαίο, την επιβίωση.
Πρέπει έπειτα να μάθουμε τον γείτονα, αυτόν που μέχρι εχθές του κρατούσαμε κλειστή την πόρτα, τον κακολογούσαμε πιθανόν, μαλώναμε μαζί του.
Αυτός μας έμεινε, μ’ αυτόν μπορούμε έστω από το μπαλκόνι να μιλάμε.

Κλείσαν οι εκκλησίες μας.
Πιστεύοντες και μη, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό κλονίσθηκαν.
Αλλάζει κατά κάποιο τρόπο η καθημερινότητα μας, άρα και η ζωή μας.
Ας το δούμε ως δοκιμασία, δεν ωφελούν ούτε οι κατάρες, ούτε οι βρισιές.

«Η βασιλεία του Θεού ειναι μέσα σου και γύρω σου.
Οχι σε κτιρια απο ξύλο και πέτρα.
Σπάσε ένα κομμάτι ξύλο και είμαι εκεί.
Σήκωσε μια πέτρα και θα με βρείτε.»

Ο Θεός είναι μέσα μας, είναι η πίστη και η δύναμη μας.
Δεν είναι οι εικόνες, εικόνες έχουμε και στο σπίτι – και πόσοι άραγε από εμάς έχουν ακόμα εικονοστάσι – δεν είναι το κερί, έχουμε εξάλλου και το καντηλάκι στο εικόνισμα μπροστά.
Θεός είναι η αγάπη.
Ας κοινωνήσουμε λοιπόν, αυτό το Πάσχα, της ανάγκη του συνανθρώπου μας, ας ανάβουμε μαζί του αυτόν τον Γολγοθά, απαλλαγμένοι καθώς είμαστε από κάθε κοσμικότητα, όχι από λύπηση για αυτόν αλλά από αγάπη, από συμπόνια.
Όπως το έγραψα και παραπάνω, ας μάθουμε εμάς κι ας μάθουμε τον δίπλα από εμάς ή αν θέλετε ας μάθε εμάς μέσα από τον δίπλα μας.

Θα περάσει.
Κι όταν όλα θα έχουν αρχίσει να παίρνουν τον δρόμο τους, ας πάρουν ένα δρόμο νέο, ομορφότερο.
Ας είναι αυτό η συγγνώμη που θα έπρεπε να ζητάμε πριν πάμε να κοινωνήσουμε ή πριν κοιτάξουμε τον άλλο στα μάτια.
Δεν είναι για όλους εύκολες οι λέξεις.

Δοκιμασία είναι και θα περάσει.
Ας είμαστε δυνατοί για όσα θα ακολουθήσουν.

Ας ανοίξουμε την ψυχή μας να νιώσουμε το νόημα του Θείου δράματος κι ας οδηγηθούμε σε μια ανάσταση ουσιαστική.

Καλό Πάσχα, φίλοι μου.


Σάββατο, 21 Μαρτίου 2020

Μετακόμιση

Έρχεται κάποτε η ώρα
ν’ ανοίξουμε το κιβώτιο
π’ αφήσαμε τελευταίο στη μετακόμιση
με τις φωτογραφίες τις παιδικές μας
εκείνων που έφυγαν
εκείνων που μας πόνεσαν
τις φθαρμένες επιστολές τους
τις παλιές κασέτες με τις φωνές τους
- που όμως, πετάξαμε τα κασετόφωνα
και δεν ακούμε πια –

κι αλίμονο
μονάχα μπροστά τους
καταλαβαίνουμε τη γύμνια της ψυχής μας
απέναντι στο παρελθόν που μας ορίζει.

Οροπέδιο, Χειμώνας 2019, τεύχος 22

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2020

Πέρασαν τα χρόνια...


Πέρασαν τα χρόνια και μαζί τους έσυραν τη ζωή μας πάνω στα κύματα.
Τι θυμάσαι, τι πραγματικά συγκράτησες στα κλειστά σου χέρια απ’ όλο αυτό το ταξίδι;
Οι δρόμοι μας διαφορετικοί, σταθμοί που μόνο οι ταξιδιώτες τους είναι γραφτό ν’ ανταμώνουν, ποτέ οι ίδιοι.

Θυμάσαι που κάποτε ανοίγαμε πανιά;
«Για τα νησιά τα Φώκλαντ» φωνάζαμε κ’ οι θάλασσες ανοίγονταν μπροστά μας απέραντες, μαγικές και σιωπηλές συνάμα.
Και φεύγαμε, δίχως αποσκευές, τι να τις κάναμε τις αποσκευές οκτώ χρονών παιδιά;
Και φτάσαμε ψηλά, εκεί που μόνο οι άνεμοι χωρίζουν την ψυχή από το σώμα.
Κ’ ήμασταν κάποτε χέρι χέρι πιασμένοι.

Στα πιο μεγάλα ταξίδια υπάρχει πάντα μια βαριά αποσκευή που σε βγάζει σ’ έν’ άλλο λιμάνι.
Θαρρείς και πρέπει να φθάσεις εκεί, να παραδόσεις εκείνο που σου ορίσθηκε κι έπειτα να ξεμακρύνεις έχοντας όμως πια έναν άλλο προορισμό χαραγμένο στους χάρτες σου.
Όσο να κλείσεις τα μάτια, να τ’ ανοίξεις, τόσο θέλει η ζωή για να σε βγάλει αλλού.
Μία ν’ απλώσεις το χέρι να κόψεις τον άνεμο κι άλλαξαν όλα.

Μπορείς ακόμη να βγάλεις το κεφάλι απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο του τρένου καθώς εκείνο καλπάζει φθάνοντας στον τελευταίο για εμάς σταθμό;
Θυμάσαι τι χρώμα είχαν τα σπίτια που χαιρετούσαμε καθώς έφευγε το ίδιο εκείνο τρένο και μαζί του το καλοκαίρι;

Κάποτε φοβούνται κ’ οι αναμνήσεις, όταν όλα έχουν αλλάξει, όταν έχεις αποχαιρετήσει τους ανθρώπους για ένα επόμενο ή τελευταίο ταξίδι, τότε, φοβούνται κ’ οι αναμνήσεις.

Κλείσε κάποια στιγμή τα μάτια κι αναλογίσου.

Πότε σώπασες;
Πότε έκοψες τις ρίζες που σε κράτησαν δυνατό στους ανέμους;
Πότε έκλεισες τους πομπούς κι ένας βόμβος ραγίζει την γαλήνη του απογεύματος από την ανοιχτή συχνότητα της ψυχής μας;

Θυμήσου με πόσο κόπο χτίζονται εκείνα που μένουν στον χρόνο και πως μοιάζουν εκείνα που ράγισαν σε μια στιγμή.

*** *** ***

Θα μετρηθούμε πάλι με τον άνεμο, αρχές Φλεβάρη βλέπεις και κρατάει καλά ο χειμώνας.
Ακούς τα βήματα των φύλλων απέναντι στο πάρκο;
Θυμίζουν τα χαμηλά σπίτια που στέκουν και περιμένουν, με την ταράτσα και το πλυσταριό τους ακόμα ανέπαφα, τους παλιούς νοικάρηδες, τα παλιά γέλια και τα παιχνίδια, τ’ αγνάντι καθώς περνούν ψιθυρίζοντας τα γερασμένα τρένα.
Αν έκλεισες στα χέρια τότε τον ήχο τους, τώρα είναι τραγούδι.
Μια μπαλάντα γλυκιά για όσους ταξίδεψαν και δε γύρισαν, για εκείνους που επέστρεψαν, για τα λόγια που χάθηκαν στη λήθη το χρόνου καθώς έπαψαν οι αποχαιρετισμοί.

Φύλαξες την εικόνα του παλιού σχολείου;
Του γυμνασίου με τις μικρές αίθουσες και την δυο δρασκελιές αυλή του;
Δεν είναι οι χώροι που μας στένευαν, οι ψυχές και τα όνειρα ήταν που ξεχείλιζαν.
Ρημάζει τώρα, ζωή που αφέθηκε στη λησμονιά.
Κ’ η γειτονιά, με τα χαμόσπιτα και τα όνειρα της, υπάρχει ακόμα.
Η μνήμη και τα όνειρα την κρατάνε, πώς ονειρεύεσαι αν δεν θυμάσαι;
Κι ας άλλαξαν τα ονόματα στις πινακίδες, τα πάρκα ας βρήκαν άλλο τρόπο να διασκεδάζουν τα παιδιά τους.

Είναι και κάποια τρένα που πέφτουν, καθώς κουρασμένα πηγαίνουν στον τελευταίο τους προορισμό και κανείς δεν ακούει το πέσιμο τους.

Κάποτε κουτσό, χαρτάκια, παιχνίδι με καπάκια, φυσοκάλαμα, ψεύτικα λεφτά και μπίλιες.
Ντύθηκαν άλλο ρούχο οι παλιές αλάνες.
Μα εμείς τις είχαμε μετρήσει με τα ρούχα που λερώναμε στο παιχνίδι, κάποτε με τους καυγάδες μας, κι άλλοτε μ’ ένα μικρό πράσινο ποδήλατο.
Το θυμάσαι εκείνο το ποδήλατο;
Κι ένα μαγαζί σε δρόμο αδιέξοδο.
Κι αλήθεια, με τον καιρό το κατάλαβα, πως αδιέξοδοι είναι μονάχα οι δρόμοι.

Ο ήχος της μελλόντικας υπάρχει ακόμα στα παιδικά μου ακούσματα, σ’ ένα σπίτι μ’ ενυδρείο, με σικ στους τοίχους, κι αγάπη, πάνω απ’ όλα, όπως κι όλα τα σπίτια.
Ήταν από εκεί που ξεκινούσαν τα ταξίδια.
Εκεί που τελείωναν.

Είναι ακόμα ανοιχτό το φως.
Περιμένει ένα χέρι παιδικό να πατήσει τον διακόπτη.
Ίσως τότε μονάχα, φανερωθεί από εκείνη την ντουλάπα σπιτάκι, ένα όνειρο μεγάλο και μας συνεπάρει.

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2019

Βαρδάρης

Ένας Βαρδάρης θα μας τσακίσει
τώρα που γδάραμε την ψυχή μας
σε λόγια μισά κι ανούσια

θα γυροφέρνουν ανάμεσα μας
κάτι ξεχασμένες εικόνες
Ροτόντα, Σιντριβανίου
Πλατεία Ναβαρίνου

κι ο χρόνος, αδυσώπητα θα μας γερνάει
έτσι αναποφάσιστοι που ζήσαμε
πλάι στα κουρασμένα μας παραθυρόφυλλα.

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2019

Ο ερωτευμένος βιολιστής


Αργά το βράδυ, πίσω απτα μεγάλα δέντρα του κήπου, φανερωνόταν ένας ερωτευμένος βιολιστής. Άπλωνε τις μουσικές του πάνω απ’ τις στέγες πλέκοντας έναν καινούργιο ουρανό γεμάτο νότες και χρώματα. Η ξαδέρφη στο απέναντι σπίτι, έβγαινε στο παράθυρο, άνοιγε τα χέρια της ψηλά στον ουρανό, θαρρείς να υποδεχθεί το φως της νέας ημέρας.
Ήταν Κυριακή, η εκκλησία τέλειωσε νωρίς, ήμουν μικρός και δε γνώριζα, έμαθα μετά πως εκείνος ο λευκοντυμένος στη λειτουργία που έμοιαζε με τον βιολιστή, ήταν άγγελος.
Η ξαδέρφη έφυγε, πίσω απ’ τις μαυροφόρες στέκουνταν ο βιολιστής, έπαιζε μια μελωδία που μύριζε βροχή.
Δεν έβρεξε εκείνο το βράδυ, μήτε το επόμενο, ο άγγελος μόνο χαμηλόφωνα έψαλε «Ὡς ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται…»

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

Σιωπές


Μόνο οι σκιές διαβαίνουν το κατώφλι μας
μ’ εκείνα τα βήματα
που αφήνουν πίσω τους
τις πιο εκκωφαντικές τους σιωπές…

Σάββατο, 11 Μαΐου 2019

Τελευταίο Ταξίδι

           της Γεωργίας


Μάνα
κοίταξε τα χέρια μου πως τρέμουν
νυχτώνει
μα το σκοτάδι δε θα με προλάβει

κοίταξε τα δέντρα πως χορεύουν
στ’ άγγιγμα τ’ απαλό του Μάη
πρώτη του μέρα σήμερα
τελευταία δική μου

να μου ‘χεις στη ντουλάπα τα ρούχα
τα παπούτσια ζευγάρια
το παράθυρο ανοιχτό το καλοκαίρι
και το παντζούρι κλειστό
στο πατρικό μας σπίτι

τώρα, τα χρώματα του δειλινού
λευκά πουκάμισα θα μοιάζουν
απλωμένα στα σχοινιά της αυλής

πες μου, Μάνα, αν ήρθαν φέτος χελιδόνια
αν φτιάξαν τις φωλιές τους στο μπαλκόνι
ζεσταίνει το βλέμμα το πέταγμα τους
κάνει να θρέφουν οι πληγές στα στήθη

Τετάρτη είναι
κι όλα στη μέση τα βρίσκει
καθώς τ’ αγκαλιάζει ο θάνατος

τις ώρες, τις μέρες που δε θα ‘ρθουν πια
τις λέξεις που δε βγαίνουν

κράτησε με από το χέρι, Μάνα
φίλησε με
σαν τότε που ήμουνα παιδί
που μου έβαζες ποδιά
και μ’ έστελνες σχολείο

οι λέξεις που μάθαμε
πονάνε πάντα στον αποχαιρετισμό

τα γράμματα να ‘χεις φυλαγμένα
που σου έγραφα από δω
η ζωή που θέλησα ν’ αλλάξω είναι
ο ουρανός, η γη μου
ο δρόμος που μας άνοιξα

η μνήμη μου

αν χάσουμε τη μνήμη, Μάνα
αν την πονέσουμε
θα ‘ναι σα να μας σκόρπισε
ένας άνεμος παγωμένος

έξω η ζωή
κοιτάζει τα φύλλα να λάμπουν στον ήλιο
έτσι πρέπει να είναι
όταν παύουν οι φόβοι
όταν οι πόνοι τελειώνουν που με θερίζουν

αν ήρθαν τελικά τα χελιδόνια
να μη τα διώξεις, Μάνα
θα μας θυμίζουν πάντα αυτόν τον Μάη
τον τελευταίο.

Αντίο Μάνα.

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2019

Πάσχα στο χωριό...


Σα να γίνονται πάντα, θυμούμαι τις εικόνες αυτές, κι ας ήταν μόλις λίγες οι φορές που συνέβη.
Ίσως και να ‘ναι τόσο γεμάτες οι μνήμες που δεν αφήνουν περιθώρια για «χρονικές απώλειες».

Πάλι Πάσχα στο χωριό! Πάντα Πάσχα στο χωριό!!
Το σπίτι ανοιχτό, με τα τσουρέκια να ζυμώνονται απ’ τη γιαγιά Θοδώρα για να ψηθούν στον ξυλόφουρνο του απέναντι σπιτιού, της γιαγιάς Αναστασίας, και να γεμίσει αρώματα η γειτονία.
Τόσα αρώματα…
Και τα πρώτα, έτσι για το μεζέ, εξαφανίζονταν εν ριπή οφθαλμού, παρά τα μαλώματα και τις φωνές της γιαγιάς.
Παιχνίδια απ’ το ξημέρωμα στο σχολείο και στο καμαράκι -αχ αυτό μας το καμαράκι, το μαγικό μας καμαράκι, το ορμητήριο μας για κάθε σκανδαλιά..-
Το απόγευμα μπάνιο κι εκκλησία.
Επιβεβλημένα.
Λίγο πριν τον Επιτάφιο, στο χτύπημα της καμπάνας, περίμενα το αυτοκίνητο να δω, και το έβλεπα!
Πόση η λαχτάρα να δω τη Μαμά και τον Μπαμπά να έρχονται!!!
Κι άλλαζε ρούχα η μέρα, κι ας ήταν πένθιμη λόγω Επιταφίου…
Κ’ ύστερα το σφάξιμο του κατσικιού, το ξάκρισμα για τη μαγειρίτσα, το σούβλισμα.
Κ’ η ανάσταση, στην εκκλησία, με τα πυροτεχνήματα συνήθως στα χέρια -όλα τα παιδιά- κι ο μικρός μας πόλεμος ζωντανός ακόμα και την τελευταία φορά που ανταμώσαμε κι ας είχαμε πια ο καθένας την δική του οικογένεια πιά…

Μετρώντας τα χρόνια, μου βγαίνει μεγαλύτερη η απόσταση του χρόνου τόσο από την τότε ηλικία όσο και από τα χρόνια που συνθέσαν τη μνήμη αυτή.
Είναι όμως τόσο γεμάτη…
Κι ας μη καταφέρνω να την αποδώσω, δεν τα κατάφερα ποτέ με τις λέξεις..
Είναι οι μνήμες αυτές που κρατούν ζωντανούς τους ανθρώπους που έχουν πια φύγει.
Την γιαγιά, από τότε, τον παππού, ούτε χρόνος, η γειτονιάς μας που άδειασε, κι όλα εκείνα που πια δεν υπάρχουν ανάμεσα μας..
Όλα αλλάζουν μέσα μας.
Ο τρόπος να βλέπουμε, που νιώθουμε, που αντιδρούμε.
Αλλάζουμε κι όσο αλλάζουμε φεύγουμε μακριά απ’ τη ζωή που κάποτε ζήσαμε, και παρά τις ευχές δεν θα καταφέρουμε ποτέ να έχουμε κάτι από εκείνη.

Σας κοιτώ στα μάτια πάντοτε, να το θυμάστε.
Εσείς, που χτίσαμε μαζί τις μνήμες των παιδικών, των εφηβικών μας χρόνων, αυτές που με κράτησαν και μ’ έβγαλαν ως εδώ.
Κι ας δεν ήμαστε δυστυχώς όλοι εδώ.

Καλές γιορτές.
Εύχομαι τα άνθη της κερασιάς να στολίσουν την ψυχή σας και το τραπέζι σας.