
Είχε τη φωνή των κοριτσιών που στα δεκάξι του χρόνια, παίζουν, ανέμελα ακόμα, στην πευκόφυτη αυλή σπιτιού παλιού ή στ’ ακρογιάλι, ανάμεσα σπ’ απαλά κύματα.
Την άκουσα να κατεβαίνει τη σκάλα μιλώντας στο τηλέφωνο, γέμιζε τους μέχρι πρότινος άδειους διαδρόμους της πολυκατοικίας στα πόδια της Ακρόπολης, με τη φωνή της.
Κατάλαβα πως χαμογελούσε.
Είχε πίσω της αφήσει μηχανή και αυτοκίνητο, με τα πόδια μονάχα, πως πατώντας απαλά στις άκρες των δαχτύλων σηκώνεσαι, ντύνεσαι κι αφήνεις μια πόρτα κλειδωμένη για πάντα δίχως κανείς να έχει ακούσει τα βήματα της φυγής, κάπως έτσι.
Την κοίταζα μέχρι που χάθηκε στο στενό της οδού Βάκχου.
Κρατούσε μια φωτογραφική μηχανή στα χέρια, ποιος ξέρει ν’ απαθανατίσει ποια μορφή, εξάλλου εκείνη έμοιαζε περισσότερο με νεράιδα παρά με γυναίκα, λεπτοκαμωμένη καθώς ήταν, άφηνε την εντύπωση πως τα βήματα της ήταν αέρινα κι έτσι, πετώντας, έφθανε σε κάθε προορισμό της.
Ποτέ μέχρι την ημέρα εκείνη δεν είχα ακούσει τη φωνή μήτε και την μορφή της είχα δει σε μιαν έστω τυχαία συνάντηση στις σκάλες ή στον θάλαμο του ανελκυστήρα.
Η απόσταση και η άγνοια της ύπαρξης της που μας χώριζε χάθηκε μονομιάς από εκείνη κιόλας τη στιγμή.
Το χαμόγελο το πρωινό της άρχισα να το δέχομαι εν ήδη δεκατιανού, ήταν περίπου στις δέκα που κατέβαινε για την δουλειά κι εγώ για τον καφέ μετά της πρωινής εφημερίδος.
Το μεσημεριανό μου επιφύλασσε λίγο από το ηχόχρωμα της φωνής της, ανταλλαγή λίγων λέξεων, λιγότερων απ’ όσων επιθυμούσα στην πραγματικότητα να είναι αλλά ήταν για εμένα ειπωμένες, ήταν δικές μου, τόσο δικές μου για την ακρίβεια που ως την ώρα του απογεύματος που θα κατηφόριζε πάλι τον δρόμο, μπορούσα να κυλιέμαι πάνω και μέσα τους δίχως να φοβάμαι ότι θα μου φύγουν, έτσι καθόμουν χαμογελαστός και περίμενα την ώρα, δηλαδή, εκείνη περίμενα να περάσει από τον δρόμο που τελευταία κι εκείνος είχε ομορφύνει πολύ.
Η στιγμή όμως η ομορφότερη ήταν εκείνη του δείπνου, ήταν σα να την είχε ζωγραφίσει ο ίδιος ο Θεός.
Στέκονταν κάτω από έναν λαμπτήρα του δημόσιου φωτισμού, με φώς απαλό, ελαφρώς τρεμάμενο, στη γωνία νεοκλασικού σπιτιού, μιλώντας πάλι στο τηλέφωνο.
Έμενε εκεί, για λίγο για πολύ δε γνωρίζω να πω, εκείνο που γνωρίζω όμως καλά είναι πως την στιγμή εκείνη την βίωνα σα σε γύρισμα ταινίας.
Έμοιαζε με τραγουδίστρια αμερικάνικου καμπαρέ, τα φώτα της πίστας με το παίξιμο τους, ειδοποιούσαν πως είχε έρθει η ώρα να ανέβει επάνω και να ξεκινήσει το πρόγραμμα της.
Με βήματα αργά έπαιρνε τη θέση πλάι στον μεγάλο πέτρινο τοίχο του σκηνικού, μόλις έφθανε, σαν επιφοίτηση, έλουζε σημεία του προσώπου της το απαλό φως αφήνοντας άλλα στο παχύ σκοτάδι της νύχτας κρυμμένα, πράξη που γέμιζε μυστήριο την εικόνα κι άφηνε διάχυτο τον ερωτισμό της πρωταγωνίστριας στον χώρο.
Σιγά σιγά έμπαινε η μουσική κι έπειτα η φωνή της, έτσι καθώς αγκαλιάζονταν οι δύο έκαναν να ανοίγουν τα στόματα όλων εκείνων που είχαν έρθει να απολαύσουν την παράσταση κι έμεναν έτσι ανοιχτά με τον κίνδυνο να μπει κάποιο έντομο μέσα και να πνιγούν.
Το τραγούδι συνόδευε μια χορευτική κίνηση του χεριού από μέρους της τραγουδίστριας, πότε κοιτάζοντας τον μεγάλο τοίχο πότε τις απέναντι γυάλινες επιφάνειες που αντανακλούσαν το φως των προβολέων, άλλοτε την όλη σκηνοθεσία πλαισίωνε το χτύπημα του παπουτσιού πότε με την μύτη πότε με το τακούνι αφήνοντας έτσι την αίσθηση πως έβλεπες μια παράσταση κλακέτας, όμως ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι ολότελα δικό της.
Η παράσταση ήταν καθημερινή και διάρκειας ενός τετάρτου έως ενός τρίτου της ώρας.
Όσο τυχαίο κι αν ήταν να επιστρέφεις την στιγμή που το φεγγάρι αντανακλούσε το πορτραίτο του στα γύρω κλειστά παράθυρα, όσο οι κόρνες και τα φρένα των αυτοκινήτων να ομοίαζαν με μουσική και χειροκρότημα φανατικών θαυμαστών, διόλου τυχαίο δεν μπορούσε να είναι η παρουσία κάποιου στρογγυλοκαθισμένου στο μικρό του θεωρείο, κα την στιγμή που κάνει την εμφάνιση της η τραγουδίστρια, να τεντώνεται για να έχει πιο καλή πρόσβαση στην εξέλιξη του προγράμματος.
Δύο και κάτι εβδομάδες έπειτα απ’ όλες αυτές τις «καθόλα τυχαίες» μας συναντήσεις, τις άνευ εισιτηρίου θεάσεις αυτής της παράστασης το τέλος της οποίας δε διαφαίνονταν στο βάθος του χρόνου, ήρθε και το πρώτο όλο νάζι χαμόγελο και βλέμμα.
Λίγο έλειψε να σωριαστώ και να με μαζεύουν από τα πατώματα
Μ’ έπιασε από το χέρι αντιλαμβανόμενη την στιγμιαία μου ζαλάδα και τότε, έχοντας πια αφήσει στην άκρη το ενδεχόμενο της λιποθυμίας, βγήκαν οι μπάντες των όμορων δήμων, η κρατική ορχήστρα, οι μπάντες Στρατού, Πυροσβεστικής κι Αστυνομίας παιανίζοντας ρυθμούς πατριωτικούς, επαναστατικούς για να διαδεχθούν αργότερα άλλοι πιο ελαφρού και ρομαντικού ρεπερτορίου.
Κάθε μου αμφιβολία σβήσθηκε στην τόση συγκέντρωση οργάνων και μουσικών.
Ω, ναι, ήμουν πια πολύ σίγουρος πως ήμουν ερωτευμένος για τα καλά, είχα για την ακρίβεια δαγκώσει, μασήσει και καταπιεί την λαμαρίνα, απολαμβάνοντας τούτη τη στιγμή την ένδοξη χώνεψη της.
Μετατράπηκα σ’ ένα σχολιαρόπαιδο ετών εξήντα πέντε.
Κοκκίνιζα σε κάθε αντάμωμα των βλεμμάτων, στο άκουσμα της φωνής της μιαν ανοιξιάτικη ανθοφορία βασάνιζε γλυκά τα όργανα τα αισθητήρια της όσφρησης μου, όσο για τις μπάντες, το κάθε της άγγιγμα σηματοδοτούσε την έναρξη νέων παρελάσεων, εμβατηρίων και παλαμακιστών που ξεσπούσαν μανιωδώς στο αγαπημένο τους άθλημα παρακολουθώντας αναπόσπαστοι το όλο αυτό θέαμα.
Έχοντας μάθει πια το ρεπερτόριο τους ακολουθούσα απαλά με μια φυσαρμόνικα η οποία συνόδευε και την έναρξη του δεύτερου προγράμματος στο μυαλό μου όταν πια η παράσταση είχε λάβει τέλος.
Έμαθα πως ήταν φωτογράφος, φωτογράφιζε τον καιρό εκείνο πρόσωπα από την καθημερινότητα της πόλης κι έτσι, κουβέντα την κουβέντα μου έκανε την πρόταση να φωτογραφηθώ από τον δικό της φακό και να αποτελέσω μέρος της έκθεσης που ετοίμαζε.
Να λοιπόν που σαν απόστρατος της εκπαίδευσης θα γινόμουν μοντέλο για φωτογράφιση…
Η έκθεση πραγματοποιήθηκε στην καρδιά του Νοέμβρη κι εγώ, βρέθηκα να κορδώνομαι πλάι στις απεικονίσεις μου του ενός μήνα πριν, εκείνη με αποτύπωνε με το βλέμμα της που έμοιαζε κηρύθρα που ήθελα πολύ να κλέψω το περιεχόμενο της.
Αργότερα βρεθήκαμε να πίνουμε σ’ ένα μπαρ που θύμιζε κατά πολύ το σκηνικό της παράστασης που βίωνε η ψυχή μου κάθε βράδυ κι ομολογώ πως δυσκολεύτηκα πολύ να το εντοπίσω.
Κρατήθηκα λοιπόν από την λεπτή κλωστή της ισορροπίας κι εξομολογήθηκα τα πάντα με την αγωνία ενός δεκαπεντάχρονου εξηνταπεντάρη σε μια δεκαεξάχρονη τριανταπεντάρα όπως αποδείχθηκε συζήτηση τη συζήτηση.
Η ιστορία θα μπορούσε να έχει ένα τέλος πολύ ευχάριστο, με εκείνη κι εμένα να διαβαίνουμε το κατώφλι μιας εκκλησίας ή Δημαρχείου, μ’ ένα δύο παιδιά να μπουσουλάνε στα πόδια μας κι εμένα να διανύω μια δεύτερη νεότητα.
Όμως όπως όλοι οι άγγελοι έτσι κι εκείνη έπρεπε να επιστρέψει στον παράδεισό της, έβαλε πλώρη λοιπόν για την άλλη άκρη του Ατλαντικού όπου ήταν η ζωή της λίγο μετά το τέλος της έκθεσης, αφήνοντας μου δώρο τις φωτογραφίες, λίγα ανακατέματα μαλλιών και κάποια χαμόγελα.
Κάπως έτσι άλλωστε τελειώνουν και οι ταινίες με εναλλακτικό happy end, όπου δηλαδή το happy αντικαθίσταται με το χάπι της πίεσης και της καρδιάς αλλά το end παραμένει end.