Κυριακή, 12 Ιούλιος 2009

Είναι το σπίτι άδειο


Είναι το σπίτι άδειο, τα κεριά
αφήνουν την αίσθηση πως κάποιος μόλις τα έχει σβήσει
μα σε τούτο το σπίτι δεν έζησε ποτέ κανείς
στάθηκε ρημαγμένο από τους θυμούς και τις εγκαταλείψεις
ένα πουλί μονάχα
με ξερόχορτα ταίριαξε τη φωλιά του στο γερμένο καφάσι της πόρτας
μπαίνει βγαίνει στο αιώνιο χάλασμα
μετράει νύχτες και αποστάσεις
στους έρωτες μιλάει, στις σιωπές τους
αφήνει ένα σημάδι μικρό
φτιαγμένο με την ευαίσθητη του φτερούγα
πάνω στο δάκρυ του κεριού που έχει λιώσει
τότε, με μια κίνηση απλή και δίχως σκέψη
ξύνει το χέρι το κερί
πετάει στην άκρη το δάκρυ
χάνοντας έτσι
κάθε τι που υπήρξε κάποτε εκεί…

Πέμπτη, 9 Ιούλιος 2009

Mια βαλίτσα κουρασμένη


Φυσώντας ένα κογχύλι
κινήσαμε κάποτε για ένα ταξίδι μεγάλο

στοιβαγμένοι φαντάροι για το μέτωπο

χιλιάδες χρόνια μνήμης πλάι
σε μια βαλίτσα κουρασμένη
από τα ρούχα που κουβαλάει ξένη
κι από τους έρωτες μακριά.

Πως άλλωστε έναν έρωτα καινούργιο
μπορείς να ντύσεις
μ’ ένα ρούχο φορεμένο
π’ άφησε πίσω του
κάποιος περαστικός;…

Τρίτη, 7 Ιούλιος 2009

Λέξεις στις επαναλήψεις


Χάνω τις λέξεις στις επαναλήψεις.
Τα βήματα χάνω.

Ήταν εχθές που γραπώθηκα από ένα σύγνεφο
κι έτσι όπως αγκάλιαζα τη βροχή
ξηλώθηκε η τσέπη του πουκάμισου
αφήνοντας στον ουρανό
ένα μικρό
πανσέληνο φεγγάρι…

Δευτέρα, 6 Ιούλιος 2009

Η νύχτα της επιστροφής


Είναι η νύχτα που θα επιστρέψεις.

Το νιώθω.

Σταγόνες βροχής
σημαδεύουν τα σημεία που θα πατήσεις.



Τα «μη» μου
θα γίνουν «ποθώ»
και οι σιωπές μου
μικρές λιγωμένες εκπνοές.


Οι εισπνοές μου βαθιές…

Κυριακή, 5 Ιούλιος 2009

HAPPY END


Είχε τη φωνή των κοριτσιών που στα δεκάξι του χρόνια, παίζουν, ανέμελα ακόμα, στην πευκόφυτη αυλή σπιτιού παλιού ή στ’ ακρογιάλι, ανάμεσα σπ’ απαλά κύματα.
Την άκουσα να κατεβαίνει τη σκάλα μιλώντας στο τηλέφωνο, γέμιζε τους μέχρι πρότινος άδειους διαδρόμους της πολυκατοικίας στα πόδια της Ακρόπολης, με τη φωνή της.
Κατάλαβα πως χαμογελούσε.
Είχε πίσω της αφήσει μηχανή και αυτοκίνητο, με τα πόδια μονάχα, πως πατώντας απαλά στις άκρες των δαχτύλων σηκώνεσαι, ντύνεσαι κι αφήνεις μια πόρτα κλειδωμένη για πάντα δίχως κανείς να έχει ακούσει τα βήματα της φυγής, κάπως έτσι.
Την κοίταζα μέχρι που χάθηκε στο στενό της οδού Βάκχου.
Κρατούσε μια φωτογραφική μηχανή στα χέρια, ποιος ξέρει ν’ απαθανατίσει ποια μορφή, εξάλλου εκείνη έμοιαζε περισσότερο με νεράιδα παρά με γυναίκα, λεπτοκαμωμένη καθώς ήταν, άφηνε την εντύπωση πως τα βήματα της ήταν αέρινα κι έτσι, πετώντας, έφθανε σε κάθε προορισμό της.

Ποτέ μέχρι την ημέρα εκείνη δεν είχα ακούσει τη φωνή μήτε και την μορφή της είχα δει σε μιαν έστω τυχαία συνάντηση στις σκάλες ή στον θάλαμο του ανελκυστήρα.
Η απόσταση και η άγνοια της ύπαρξης της που μας χώριζε χάθηκε μονομιάς από εκείνη κιόλας τη στιγμή.
Το χαμόγελο το πρωινό της άρχισα να το δέχομαι εν ήδη δεκατιανού, ήταν περίπου στις δέκα που κατέβαινε για την δουλειά κι εγώ για τον καφέ μετά της πρωινής εφημερίδος.
Το μεσημεριανό μου επιφύλασσε λίγο από το ηχόχρωμα της φωνής της, ανταλλαγή λίγων λέξεων, λιγότερων απ’ όσων επιθυμούσα στην πραγματικότητα να είναι αλλά ήταν για εμένα ειπωμένες, ήταν δικές μου, τόσο δικές μου για την ακρίβεια που ως την ώρα του απογεύματος που θα κατηφόριζε πάλι τον δρόμο, μπορούσα να κυλιέμαι πάνω και μέσα τους δίχως να φοβάμαι ότι θα μου φύγουν, έτσι καθόμουν χαμογελαστός και περίμενα την ώρα, δηλαδή, εκείνη περίμενα να περάσει από τον δρόμο που τελευταία κι εκείνος είχε ομορφύνει πολύ.
Η στιγμή όμως η ομορφότερη ήταν εκείνη του δείπνου, ήταν σα να την είχε ζωγραφίσει ο ίδιος ο Θεός.
Στέκονταν κάτω από έναν λαμπτήρα του δημόσιου φωτισμού, με φώς απαλό, ελαφρώς τρεμάμενο, στη γωνία νεοκλασικού σπιτιού, μιλώντας πάλι στο τηλέφωνο.
Έμενε εκεί, για λίγο για πολύ δε γνωρίζω να πω, εκείνο που γνωρίζω όμως καλά είναι πως την στιγμή εκείνη την βίωνα σα σε γύρισμα ταινίας.

Έμοιαζε με τραγουδίστρια αμερικάνικου καμπαρέ, τα φώτα της πίστας με το παίξιμο τους, ειδοποιούσαν πως είχε έρθει η ώρα να ανέβει επάνω και να ξεκινήσει το πρόγραμμα της.
Με βήματα αργά έπαιρνε τη θέση πλάι στον μεγάλο πέτρινο τοίχο του σκηνικού, μόλις έφθανε, σαν επιφοίτηση, έλουζε σημεία του προσώπου της το απαλό φως αφήνοντας άλλα στο παχύ σκοτάδι της νύχτας κρυμμένα, πράξη που γέμιζε μυστήριο την εικόνα κι άφηνε διάχυτο τον ερωτισμό της πρωταγωνίστριας στον χώρο.
Σιγά σιγά έμπαινε η μουσική κι έπειτα η φωνή της, έτσι καθώς αγκαλιάζονταν οι δύο έκαναν να ανοίγουν τα στόματα όλων εκείνων που είχαν έρθει να απολαύσουν την παράσταση κι έμεναν έτσι ανοιχτά με τον κίνδυνο να μπει κάποιο έντομο μέσα και να πνιγούν.
Το τραγούδι συνόδευε μια χορευτική κίνηση του χεριού από μέρους της τραγουδίστριας, πότε κοιτάζοντας τον μεγάλο τοίχο πότε τις απέναντι γυάλινες επιφάνειες που αντανακλούσαν το φως των προβολέων, άλλοτε την όλη σκηνοθεσία πλαισίωνε το χτύπημα του παπουτσιού πότε με την μύτη πότε με το τακούνι αφήνοντας έτσι την αίσθηση πως έβλεπες μια παράσταση κλακέτας, όμως ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι ολότελα δικό της.
Η παράσταση ήταν καθημερινή και διάρκειας ενός τετάρτου έως ενός τρίτου της ώρας.
Όσο τυχαίο κι αν ήταν να επιστρέφεις την στιγμή που το φεγγάρι αντανακλούσε το πορτραίτο του στα γύρω κλειστά παράθυρα, όσο οι κόρνες και τα φρένα των αυτοκινήτων να ομοίαζαν με μουσική και χειροκρότημα φανατικών θαυμαστών, διόλου τυχαίο δεν μπορούσε να είναι η παρουσία κάποιου στρογγυλοκαθισμένου στο μικρό του θεωρείο, κα την στιγμή που κάνει την εμφάνιση της η τραγουδίστρια, να τεντώνεται για να έχει πιο καλή πρόσβαση στην εξέλιξη του προγράμματος.

Δύο και κάτι εβδομάδες έπειτα απ’ όλες αυτές τις «καθόλα τυχαίες» μας συναντήσεις, τις άνευ εισιτηρίου θεάσεις αυτής της παράστασης το τέλος της οποίας δε διαφαίνονταν στο βάθος του χρόνου, ήρθε και το πρώτο όλο νάζι χαμόγελο και βλέμμα.
Λίγο έλειψε να σωριαστώ και να με μαζεύουν από τα πατώματα
Μ’ έπιασε από το χέρι αντιλαμβανόμενη την στιγμιαία μου ζαλάδα και τότε, έχοντας πια αφήσει στην άκρη το ενδεχόμενο της λιποθυμίας, βγήκαν οι μπάντες των όμορων δήμων, η κρατική ορχήστρα, οι μπάντες Στρατού, Πυροσβεστικής κι Αστυνομίας παιανίζοντας ρυθμούς πατριωτικούς, επαναστατικούς για να διαδεχθούν αργότερα άλλοι πιο ελαφρού και ρομαντικού ρεπερτορίου.
Κάθε μου αμφιβολία σβήσθηκε στην τόση συγκέντρωση οργάνων και μουσικών.
Ω, ναι, ήμουν πια πολύ σίγουρος πως ήμουν ερωτευμένος για τα καλά, είχα για την ακρίβεια δαγκώσει, μασήσει και καταπιεί την λαμαρίνα, απολαμβάνοντας τούτη τη στιγμή την ένδοξη χώνεψη της.
Μετατράπηκα σ’ ένα σχολιαρόπαιδο ετών εξήντα πέντε.
Κοκκίνιζα σε κάθε αντάμωμα των βλεμμάτων, στο άκουσμα της φωνής της μιαν ανοιξιάτικη ανθοφορία βασάνιζε γλυκά τα όργανα τα αισθητήρια της όσφρησης μου, όσο για τις μπάντες, το κάθε της άγγιγμα σηματοδοτούσε την έναρξη νέων παρελάσεων, εμβατηρίων και παλαμακιστών που ξεσπούσαν μανιωδώς στο αγαπημένο τους άθλημα παρακολουθώντας αναπόσπαστοι το όλο αυτό θέαμα.
Έχοντας μάθει πια το ρεπερτόριο τους ακολουθούσα απαλά με μια φυσαρμόνικα η οποία συνόδευε και την έναρξη του δεύτερου προγράμματος στο μυαλό μου όταν πια η παράσταση είχε λάβει τέλος.

Έμαθα πως ήταν φωτογράφος, φωτογράφιζε τον καιρό εκείνο πρόσωπα από την καθημερινότητα της πόλης κι έτσι, κουβέντα την κουβέντα μου έκανε την πρόταση να φωτογραφηθώ από τον δικό της φακό και να αποτελέσω μέρος της έκθεσης που ετοίμαζε.
Να λοιπόν που σαν απόστρατος της εκπαίδευσης θα γινόμουν μοντέλο για φωτογράφιση…

Η έκθεση πραγματοποιήθηκε στην καρδιά του Νοέμβρη κι εγώ, βρέθηκα να κορδώνομαι πλάι στις απεικονίσεις μου του ενός μήνα πριν, εκείνη με αποτύπωνε με το βλέμμα της που έμοιαζε κηρύθρα που ήθελα πολύ να κλέψω το περιεχόμενο της.
Αργότερα βρεθήκαμε να πίνουμε σ’ ένα μπαρ που θύμιζε κατά πολύ το σκηνικό της παράστασης που βίωνε η ψυχή μου κάθε βράδυ κι ομολογώ πως δυσκολεύτηκα πολύ να το εντοπίσω.
Κρατήθηκα λοιπόν από την λεπτή κλωστή της ισορροπίας κι εξομολογήθηκα τα πάντα με την αγωνία ενός δεκαπεντάχρονου εξηνταπεντάρη σε μια δεκαεξάχρονη τριανταπεντάρα όπως αποδείχθηκε συζήτηση τη συζήτηση.

Η ιστορία θα μπορούσε να έχει ένα τέλος πολύ ευχάριστο, με εκείνη κι εμένα να διαβαίνουμε το κατώφλι μιας εκκλησίας ή Δημαρχείου, μ’ ένα δύο παιδιά να μπουσουλάνε στα πόδια μας κι εμένα να διανύω μια δεύτερη νεότητα.
Όμως όπως όλοι οι άγγελοι έτσι κι εκείνη έπρεπε να επιστρέψει στον παράδεισό της, έβαλε πλώρη λοιπόν για την άλλη άκρη του Ατλαντικού όπου ήταν η ζωή της λίγο μετά το τέλος της έκθεσης, αφήνοντας μου δώρο τις φωτογραφίες, λίγα ανακατέματα μαλλιών και κάποια χαμόγελα.

Κάπως έτσι άλλωστε τελειώνουν και οι ταινίες με εναλλακτικό happy end, όπου δηλαδή το happy αντικαθίσταται με το χάπι της πίεσης και της καρδιάς αλλά το end παραμένει end.

Παρασκευή, 3 Ιούλιος 2009

Σχέδια λέξεων


Θυμώνει η θάλασσα μέσα μου
ανεβαίνει ως την άκρη των ματιών
με δύναμη σαρώνει ότι έχουν φυλάξει
με δύναμη επιστρέφει πίσω πάλι
με δύναμη μου μιλά.

Με σχέδια λέξεων γραμμένα πάνω στο πόδι.
Σε χαρτοπετσέτες λευκές
κι αποκόμματα εισιτηρίων
γράφω για τον Έρωτα.
Τον Έρωτα μου.

Δύο βαλίτσες γέμισα προχθές να ταξιδέψω
μα πάλι πίσω με φέρνουν τα τρένα
που με παίρνουν…

Τετάρτη, 1 Ιούλιος 2009

Δυο παραβολικά κείμενα και μια πραγματικότητα


Ι

Σαν ήμουνα παιδί, γνώρισα μια μικρούλα λεμονιά.
Κρατιόμασταν από το χέρι και τρέχαμε στους μαχαλάδες του χωριού και στις πλατείες.
Είχε ανθάκια, μικρά στολίδια στα μαλλιά της μα έτσι που, καθώς μικρό παιδί ήταν, απ’ αγκαλιά έμπαινε σ’ άλλη αγκαλιά, στόλιζαν εκείνα τα ρούχα της κι όπου εκείνα είχαν ακουμπήσει.
Ορφάνεψε από άνθη.
Σκλήρυναν τα χέρια της, τα πόδια, απέκτησε βλέμμα μελαγχολικό.
«Πρόσφερα τόσο απερίσκεπτα τα όμορφα μου δώρα» εξομολογήθηκε ένα βράδυ που δροσερό στα πόδια της έριχνα νερό.
Είδα εκείνο το βράδυ να δακρύζει το φεγγάρι στο νερό που είχα στα χέρια μου.


ΙΙ

Μια φορά, συνάντησα έναν γέροντα λυπημένο.
Εργάζονταν στις αλυκές απέναντι από το σπίτι.
Στα χέρια του είχε τα κοψίματα του αλατιού.
Δε γνώριζα το πρόσωπο του.
«Διψώ» μου είπε και ήταν η ώρα η πιο δύσκολη του μεσημεριού.
Τράβηξα απ’ τη ζώνη το παγούρι.
Δεν ακούμπησε στα χείλη, έριξε δύο γουλιές στην μέσα πλευρά του στήθους.
Είδε την απορία στα μάτια μου.

«Στο λίγο του ανέμου και του νερού, αρχίζει η ζωή» άφησε ξοπίσω του την φράση να ανασαίνει καθώς βυθίζονταν στο λευκό το χαμόγελο του.


ΙΙΙ

Θα ‘μουν κάπου είκοσι χρονών.
Στις στρατιωτικές αποσκευές κουβαλούσα τα βήματά μου.
Δίχως μεταμέλεια εκείνα λοξοπατούσαν στις ανηφοριές των βουνών και σε σκαλοπάτια στρατιωτικών θαλάμων που έζησα.

Απόγευμα Μαρτίου, λουσμένο από την αναζήτηση ενός λιποτάκτη.

Είδα την Παναγία να με κοιτάζει από το εικόνισμα της σε θάλαμο που μέτρησε διαφορετικά την ζωή του αμούστακος στρατιώτης και την έσβησε.

Συναντηθήκαμε ξανά, χρόνια μετά και μακριά από εκεί, στους δεύτερους χαιρετισμούς.
Άφησε πάνω μου το ίδιο λυπημένο βλέμμα.

Στα τριάντα τρία μου σήμερα, με βήματα αλλαγμένα και μάτια που κούρασαν φλόγες ριπής πυροβόλου όπλου, πυροδοτήσεις πυραύλων, κι εκρήξεις ναρκών.
Κρύβω ένα «ευχαριστώ» στις προσευχές μου κι ένα «σε παρακαλώ» κι ας σχεδόν όλες τις Κυριακές απέχω από την λειτουργία.

Τρίτη, 30 Ιούνιος 2009

Έγινα ένα μικρό σπαθισμένο απ’ τον άνεμο φύλλο


Λυγίζουν στον ήλιο του απογεύματος σκέψεις και επιθυμίες.

Είπα κάποτε «πριν από τον έρωτα θα ζήσω για εσένα»
δίχως να γνωρίζω τότε πως έξω από τον έρωτα
δεν ζουν οι άνθρωποι.

Κι έγινα ένα μικρό σπαθισμένο απ’ τον άνεμο φύλλο
σε κλαδί Πλατάνου
κ’ ήταν ο Πλάτανος σε πλατεία αδειανή
από φωνές παιδιών και καφενείων καρέκλες.

Μέτρησα φυλακισμένος τις αχτίδες του ήλιου
τις ριπές του ανέμου ένιωθα να με διαπερνούν
κι εκτελεσμένος, γυρνούσα από γωνιά σε γωνιά
στο μικρό χωμάτινο κελί μου
ζητιανεύοντας το φως των αστεριών
μα γύρευε εκείνο τους ερωτευμένους.

Δευτέρα, 29 Ιούνιος 2009

Φθινόπωρο στην οδό της Άνοιξης II



Δε μέτρησε μήτε μια του φορά τα βήματα…
Άναψε πέντε κεριά κι έτσι γαληνεμένος που ήταν άρχισε να ανηφορίζει.
«Θεέ μου» έλεγε, κι άφηνε την επιθυμία να κυλιστεί κάτω απ’ τα σύγνεφα μέχρι να βρει εκείνη κάποιο κενό ανάμεσα τους ώστε να τα προσπεράσει.
Η σύντροφος του έφθασε λίγο μετά, τον αγκάλιασε τρυφερά στους ώμους αφήνοντας ελαφρά τα σημάδια της στο πρόσωπο του.
Όταν εκείνος κρύφθηκε στο παλιό κτήριο που βρέθηκε μπροστά του ξέσπασε εκείνη …
Άφηνε σε λίμνες τα δάκρυα της, μούσκεψε κάθε έναν που πήγαινε να τον συναντήσει.
Στάθηκε για λίγο εκείνος κάτω από το κεφαλόπορτο, έβλεπε τούτο το ταξίδι του νερού πάνω στο οδόστρωμα και τους ανθρώπους…

Πριν ξεκλειδώσει, ένοιωσε την μοναξιά να περιμένει στο ψυχρό του δωμάτιο.
Ευλαβικά δίπλωσε τα ρούχα ταχτοποιώντας τα παράλληλα στην παλιά ντουλάπα.
Πριν κλέψουν την ύπαρξη του σκοτάδι και ύπνος φανερώθηκε στα μάτια του εμπρός το πρόσωπο της Αγίας.
Απαράλλαχτο από εκείνο που συνάντησε στο παλιό κτήριο την ώρα της καταιγίδας.

Μέτρησε ξανά και ξανά τα χαρτιά του.
Κάποια σελίδα ένιωθε πως έλειπε παρόλο που η αρίθμηση ήταν σωστή.

Είχε πια ζεστάνει ο καιρός, τις σελίδες του είχε στο πλάι αφήσει και ταξίδευε πότε στην χαρά πότε στην λύπη.
Ένιωθε την ανάγκη να ζωγραφίσει το πρόσωπο εκείνης της Αγίας.
Άρχισε να προσεύχεται κι όταν δεν το μπορούσε να γράφει τις προσευχές του.
Ένιωσε την Αγία του να δακρύζει.
«Γιατί;» ρώτησε, «γιατί τα μάτια με τα δάκρυα καθαρίζουν την ψυχή» του άφησε μιαν απάντηση στο προσκεφάλι.
Δάκρυσε κι εκείνος.
Λίγος μέσα στο λίγο του.
Μόνος μέσα στο απέραντο του.

Εξομολογήθηκε.
Ένιωσε ένα Φώς να τον κατακλύζει.
Βρήκε μέσα του τις αλήθειες της ύπαρξης του.
Δάκρυζε εκείνη.
Ολοένα περισσότερο, ολοένα πιο πολύ την έκλεισε στις προσευχές της.
Σκόνταψε στις ίδιες του τις προσευχές εν’ απόγευμα.

Πως είναι να κλέβεις την αγιότητα του ανθρώπου που έμαθε για εκείνη να προσπαθεί;

Έχασε τον παράδεισο εντός του αναζητώντας έναν Άγγελο ή μιαν Αγία μορφή για να μπορέσει να ανασάνει.
Πιο αμαρτωλός από τους αμαρτωλούς, πιο έρημος από τις ερήμους.
«Τα Δώρα της Ερήμου» που ξέθαψε η αμαρτία του, προσεύχεται τώρα να κατανοήσει…

Κυριακή, 28 Ιούνιος 2009

Φθινόπωρο στην οδό της Άνοιξης



Στάθηκε στη βροχή και στην νύχτα ανάμεσα.
Βρήκε με δυσκολία άδειο ταξί να επιστρέψει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε πριν βρεθεί στο κέντρο.
Παραλίγο δώδεκα όταν ξεκλείδωσε.
Βρήκε την θέση της στο πάτωμα η τσάντα, η ομπρέλα στο νιπτήρα για να μπει σε μια μπανιέρα μικρή καθώς εκείνη χτένιζε τα φρεσκολουσμένα της μαλλιά.
Ντύθηκε το ταιριαστό με το σώμα κοριτσίστικο νυχτικό της κι αποκοιμήθηκε έχοντας ένα βιβλίο φυλαγμένο στην αγκαλιά της.

Μικρό αυτόφωτο αστέρι φάνταζε στην αγκαλιά ενός φωτισμένου ουρανού κι έτσι καθώς τα μαλλιά της μπλέκονταν μεταξύ τους μέχρι λίγο πιο κάτω από τους ώμους, έμοιαζαν ανάμεσα τους να παίζουν οι αχτίδες του φεγγαριού…

Άφησε ένα χαμόγελο στο βλέμμα του τρυφερού Απριλιάτικου πρωινού ήλιου.
Όλα φώναζαν την παρουσία τους, τα βιβλία, οι μουσικές, οι φωτογραφίες, τα ριγμένα στην καρέκλα ρούχα.
Μια σιωπή μονάχα αντηχούσε περισσότερο από κάθε ήχο άλλο.
Μια απουσία απέραντη όσο το σεληνόφως την νύχτα.

Μέρα τη μέρα μερεύουν και οι σιωπές στα στήθη.
Κι ας φλέγονται, μόνο εκείνα γνωρίζουν και μόνο εκείνα επιλέγουν ποτέ θα ανασύρουν από τα βάθη τις φλόγες.

Νύχτα τη νύχτα, προσευχή την προσευχή φθάνουν όσα πρόσμενες καμιά φορά.
Καμιά φορά πάλι, έτσι καθώς φθάνουν, ανεβάζουν σημαία πειρατική και μ’ ένα ρεσάλτο σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμα τους.
Δακρύζουν οι προσευχές, θολώνουν τα μάτια, τρέμουν τ’ απομεσήμερο τα χέρια πάνω στο λευκό χαρτί, πάνω στ’ ανοιχτό βιβλίο.

Στάθηκε στη βροχή των ματιών και στη νύχτα ανάμεσα.
Βρήκε με δυσκολία το μαντήλι να σκουπίσει το πρόσωπο.
Παραλίγο ξημέρωμα την βρήκε στο τέλος της προσευχής.
Βρήκαν οι απαντήσεις τα χείλη να λεχθούν, βρήκαν τα δάκρυα χώρο κι άλλο στα μάτια να χορέψουν.
Κρύφθηκε στην μπανιέρα, χάθηκε σχεδόν μέσα της.
Ντύθηκε εκείνο το κοριτσίστικο νυχτικό της.
Περίσσευαν τα χέρια, περίσσευαν τα πόδια.
Άρχισε να τρέχει μέσα στην νύχτα.

Η γύμνια τ’ ουρανού παρέδιδε στο σκοτάδι τα βήματα της, τα όνειρα, τις σιωπές της.

Άφησε ένα δάκρυ στο ψυχρό δρεπάνι του Θεριστή.
Εκείνος είχε το χρυσό κλέψει από τους κάμπους, μόνο κομμένα σπαρτά που τώρα έκαιγαν τις ρίζες τους απέμειναν.
Αποπνικτική η οσμή, δρεπανηφόρο το μάσημα της φωτιάς τριγύρω.

Νύχτα τη νύχτα σπαράζουν οι σιωπές στα στήθη.
Κι ας μη φλέγονται εκείνα παρά μόνο στο κρυφτό τους με το πλήθος.
Δακρύζουν τα μάτια στις προσευχές.
Τα βήματα ματώνουν.

Στέκεται στο φώς και στην αλήθεια του Ανθρώπου ανάμεσα.
Η δική της αλήθεια.
Η μόνη πραγματική αλήθεια.

Η γύμνια του ρολογιού ράγισε στα δύο τον χρόνο.
Κάθισε αριστερά εκείνος που την πόνεσε.
Δεξιά της, το μυστικό της ζωής…

Σάββατο, 27 Ιούνιος 2009

Σαν απο φύλλα ημερολογίου



Για την Sylvia

Έχω χτυπήσει, φωνάζω την μητέρα.
Μικρό παιδί είμαι ακόμα, στα οκτώ και φοβάμαι το αίμα.
Δεν πονάω.
Ποτέ δεν πόνεσα στο σώμα.
Στην ψυχή πονάω.
Με πονούν τα λόγια, οι πράξεις, οι ατυχίες.
Οι αποτυχίες μου.

Δεν έχω μεγαλώσει ακόμα.
Παίρνω από το χέρι την ξαδέρφη, δύο χρόνια μεγαλύτερη.
Κατεβαίνουμε στο βενζινάδικο, έχει ψυγείο με παγωτά και είναι καλοκαίρι.

Με ζεσταίνει ακόμα εκείνο το πιάσιμο των χεριών, με δροσίζει το παγωτό.

Μιλάμε στο τηλέφωνο.
Πονάει, πονάμε και οι δύο.
Χανόμαστε στις λύπες μας.

«Σ’ αγαπώ» της λέω πρίν κλείσει η γραμμή και δακρύζω.