Θα ‘ναι γυμνοί μέσα μας οι δρόμοι
δίχως τα μελαγχολικά τους φώτα
δίχως τα άδεια βήματα των περαστικών
τις φωτεινές βιτρίνες
τα λόγια που θυμίζουν
την περασμένη μας ζωή.
Ριζώσαμε άραγε στη μοναξιά
ή ρίζωσε η μοναξιά μέσα μας;
Τώρα
που δύσκολα ανασαίνω ανάμεσα σας
μετρώ τις πληγές
μετρώ το χρόνο που άντεξα
το ότι δε βούλιαξα
στα λόγια και τις πράξεις σας.
Ήρθε ο καιρός
τον ήλιο να ράψω στις μέρες μου.
Γέρνουμε
ρούχα παλιά, ξεχασμένα
στο παγωμένο απομεσήμερο.
Η ζωή μας σε αποστάσεις
κ’ η ψυχή στο απόσπασμα.
Θα μετρηθούμε πάλι με το χρόνο
μ’ ότι εκείνος θα φέρει
με τα λευκά μας όνειρα
τα χορταριασμένα σκεπάσματα
με το λίγο μας
πριν την απουσία.
Ήταν βράδυ.
Το πιο παγωμένο βράδυ.
Το πιο έρημο.
Κάθε βήμα κι ένα στεναγμός
ένας πόνος μακραίωνος
που βύθιζε στη λύπη
κάθε επόμενο φεγγάρι.
Απ’ τα νοτισμένα ρούχα μόνο
στην άκρη του καθρέφτη
μια φωνή φανερώθηκε και ρώτησε
«πότε επιστρέφουμε;»
Από τότε
βρήκε η ζωή μας έναν προορισμό.