Βλέπω το φόβο όταν σωπαίνω
φοβούνται οι ώρες
φοβούνται οι νύχτες μη ξαποστάσω
και δεν έχω τίποτε πια να πω με τα πουλιά
κουβαλώ τη μνήμη των ημερών
εκείνων που έζησα
κι εκείνων που μου διηγήθηκαν
άνθρωποι που σχεδόν χάθηκαν
με βαραίνουν στην πλάτη
στις σκέψεις
στα βήματα
δεν οδηγώ
φοβάμαι τις σκέψεις που με παίρνουν
φοβάμαι τις πόρτες που ανοίγουν
και πίσω τους υπάρχει ένας κόσμος σκοτεινός
κι έτσι
σωπαίνω
να μη σκορπίσω
από αδέξιους ανέμους.
Πέμπτη 22 Μαΐου 2025
Δευτέρα 19 Μαΐου 2025
Τώρα πια
Τώρα πια γνωρίζω
τους ήχους των έρημων σπιτιών
το χρώμα της σιωπής
το βλέμμα των απελπισμένων
τα βήματα όσων φεύγουν
τις ελπίδες όσων επιστρέφουν
τα δάκρυα, τα ξενύχτια
τα νυχτολούλουδα
που αφήνουν το άρωμα τους
έξω απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα μας.
τους ήχους των έρημων σπιτιών
το χρώμα της σιωπής
το βλέμμα των απελπισμένων
τα βήματα όσων φεύγουν
τις ελπίδες όσων επιστρέφουν
τα δάκρυα, τα ξενύχτια
τα νυχτολούλουδα
που αφήνουν το άρωμα τους
έξω απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα μας.
Παρασκευή 9 Μαΐου 2025
Σιωπές
Είναι εκκωφαντικές οι σιωπές
μας σπάζουν σε κομμάτια
άλλα μιλούν φωνάζουνε φως
κι άλλα προσεύχονται
καρτερικά στο σκοτάδι μας.
μας σπάζουν σε κομμάτια
άλλα μιλούν φωνάζουνε φως
κι άλλα προσεύχονται
καρτερικά στο σκοτάδι μας.
Τρίτη 6 Μαΐου 2025
Επιστρέφουμε πάντα
Επιστρέφουμε πάντα
στο σπίτι των παιδικών μας χρόνων.
Ο πατέρας νέος
κορίτσι η μητέρα
τα δέντρα στην αυλή
με τη λεπτή σκιά τους
δροσίζουν δειλά τα καλοκαίρια μας
τα γύρω σπίτια γεμάτα γέλια
και παιδικές φωνές
το πρωί θα περάσει ο φούρνος
το απόγευμα ο Σταύρος με τα ποτά
τη Τρίτη το παζάρι
τα παιχνίδια στην αποθήκη με τα εργαλεία
στο μικρό αποθηκάκι
στον πέρα μαχαλά.
Ως τον πέρα μαχαλά τα όνειρα μας
οι ελπίδες, οι αγωνίες μας
ως την άκρη του κόσμου
του δικού μας παιδικού κόσμου.
στο σπίτι των παιδικών μας χρόνων.
Ο πατέρας νέος
κορίτσι η μητέρα
τα δέντρα στην αυλή
με τη λεπτή σκιά τους
δροσίζουν δειλά τα καλοκαίρια μας
τα γύρω σπίτια γεμάτα γέλια
και παιδικές φωνές
το πρωί θα περάσει ο φούρνος
το απόγευμα ο Σταύρος με τα ποτά
τη Τρίτη το παζάρι
τα παιχνίδια στην αποθήκη με τα εργαλεία
στο μικρό αποθηκάκι
στον πέρα μαχαλά.
Ως τον πέρα μαχαλά τα όνειρα μας
οι ελπίδες, οι αγωνίες μας
ως την άκρη του κόσμου
του δικού μας παιδικού κόσμου.
Κυριακή 4 Μαΐου 2025
Υποσχέσεις του χρόνου
Η σκάλα άδεια πίσω απ’ τους ανθρώπους
λίγα τριαντάφυλλα σε παλιούς τενεκέδες
η νύχτα θα κρύψει το λερωμένο πάτωμα
θα κρύψει το πέρασμα μας από το χώρο
αυτό που προσδοκούσαμε μας πρόδωσε
χάθηκε στο πιο διψασμένο μας όνειρο
κι η νύχτα, κλεισμένη έξω απ’ το χρόνο
ζωγραφίζει κύκλους συμμετρικούς
κύκλους κόκκινους, κύκλους μαύρους
πάνω απ’ τα σύννεφα
πέρα απ’ τα παλιά μας σπίτια
απ’ τα κουρασμένα παιδικά μας δωμάτια
η θλίψη μονάχα των ματιών μας
φωτίζει τον πέτρινο ουρανό
και τα μάτια των γειτόνων κλειστά
θαρρείς καθρέφτες που δεν έχουν
τίποτε να καθρεφτίσουν κι αργοσβήνουν
στις σκονισμένες υποσχέσεις του χρόνου.
λίγα τριαντάφυλλα σε παλιούς τενεκέδες
η νύχτα θα κρύψει το λερωμένο πάτωμα
θα κρύψει το πέρασμα μας από το χώρο
αυτό που προσδοκούσαμε μας πρόδωσε
χάθηκε στο πιο διψασμένο μας όνειρο
κι η νύχτα, κλεισμένη έξω απ’ το χρόνο
ζωγραφίζει κύκλους συμμετρικούς
κύκλους κόκκινους, κύκλους μαύρους
πάνω απ’ τα σύννεφα
πέρα απ’ τα παλιά μας σπίτια
απ’ τα κουρασμένα παιδικά μας δωμάτια
η θλίψη μονάχα των ματιών μας
φωτίζει τον πέτρινο ουρανό
και τα μάτια των γειτόνων κλειστά
θαρρείς καθρέφτες που δεν έχουν
τίποτε να καθρεφτίσουν κι αργοσβήνουν
στις σκονισμένες υποσχέσεις του χρόνου.
Τρίτη 29 Απριλίου 2025
Κάθε που νυχτώνει
Μόνο το πρόσωπο έμεινε πάνω στο σταυρό
τούτο δεν τόλμησε κανένας να τ’ αγγίξει
κάθε που νυχτώνει
κλαίει για τη μοναξιά των ανθρώπων.
τούτο δεν τόλμησε κανένας να τ’ αγγίξει
κάθε που νυχτώνει
κλαίει για τη μοναξιά των ανθρώπων.
Δευτέρα 14 Απριλίου 2025
Μεγάλη Δευτέρα
Πετάει από πάνω μας ο Απρίλης
το πανωφόρι του χειμώνα
πάνω απ’ τους ώμους
φανερώνεται η εικόνα
της παιδικής μας ηλικίας
κουβαλάει τις εξηγήσεις
για όσα χάσαμε στη ζωή μας
για όσα μέσα μας έσταξαν
το πανωφόρι του χειμώνα
πάνω απ’ τους ώμους
φανερώνεται η εικόνα
της παιδικής μας ηλικίας
κουβαλάει τις εξηγήσεις
για όσα χάσαμε στη ζωή μας
για όσα μέσα μας έσταξαν
μια στάλα κερί σα δάκρυ
ένα δάκρυ σα χίλιες λύπες.
Βραδιάζει
κι ο κόσμος απαράλλαχτος
μέσα μας ταξιδεύει
δίχως εισιτήριο κι άλλοτε
δίχως κανένα προορισμό
κρατημένος καλά
από τ’ απομεινάρια του χειμώνα
και τις πιο βαθιές μας σιωπές.
ένα δάκρυ σα χίλιες λύπες.
Βραδιάζει
κι ο κόσμος απαράλλαχτος
μέσα μας ταξιδεύει
δίχως εισιτήριο κι άλλοτε
δίχως κανένα προορισμό
κρατημένος καλά
από τ’ απομεινάρια του χειμώνα
και τις πιο βαθιές μας σιωπές.
Κυριακή 13 Απριλίου 2025
Μεγάλη Έξοδος
Μια μέρα θα χαθεί
μέσα από τα χέρια μας το θαύμα
θα έχουμε εκπέσει του παραδείσου
η δίψα θα οδηγεί την ψυχή μας
τα πετεινά τ’ ουρανού
θα δείχνουν το δρόμο
για την Μεγάλη Έξοδο
και πίσω μας
κάποιος θα γυρίζει ανάποδα
τους δείκτες του μεγάλου ρολογιού
ελπίζοντας μια βροχή
να βυθίσει τα ίχνη
μες στη βλαστήμια του χρόνου.
μέσα από τα χέρια μας το θαύμα
θα έχουμε εκπέσει του παραδείσου
η δίψα θα οδηγεί την ψυχή μας
τα πετεινά τ’ ουρανού
θα δείχνουν το δρόμο
για την Μεγάλη Έξοδο
και πίσω μας
κάποιος θα γυρίζει ανάποδα
τους δείκτες του μεγάλου ρολογιού
ελπίζοντας μια βροχή
να βυθίσει τα ίχνη
μες στη βλαστήμια του χρόνου.
Πέμπτη 3 Απριλίου 2025
Εν σκηνές δικαίων
Απριλίου τρεις
κι οι νύχτες της σιωπής απέραντες
παλιώνουν την ψυχή
ασπρίζουν τα χνάρια της πριν τα σβήσουν.
Σε μια κλωστή κρατάμε την ισορροπία της ζωής μας.
Ερημώνουν οι άνθρωποι
ερημώνουν κι οι πόλεις που ζούμε.
Θα χάσουμε τις ώρες, τις μέρες μας
μόνο η τάξη η παιδική μας θα μείνει
κι οι πρώτες λέξεις που μάθαμε
η φθαρμένη μπάλα στην αυλή
λίγες κάρτες που ανταλλάσσαμε παιδιά
και τα διπλωμένα ρούχα της παρέλασης.
Και η κλωστή τεντωμένη
στο χείλος του γκρεμού η ζωή μας.
Απριλίου τρείς
κι οι νύχτες απέραντες της σιωπής μας.
Εν σκηνές δικαίων
όσα εξομολογηθήκαμε στα γραπτά μας
τώρα αναπαύονται.
κι οι νύχτες της σιωπής απέραντες
παλιώνουν την ψυχή
ασπρίζουν τα χνάρια της πριν τα σβήσουν.
Σε μια κλωστή κρατάμε την ισορροπία της ζωής μας.
Ερημώνουν οι άνθρωποι
ερημώνουν κι οι πόλεις που ζούμε.
Θα χάσουμε τις ώρες, τις μέρες μας
μόνο η τάξη η παιδική μας θα μείνει
κι οι πρώτες λέξεις που μάθαμε
η φθαρμένη μπάλα στην αυλή
λίγες κάρτες που ανταλλάσσαμε παιδιά
και τα διπλωμένα ρούχα της παρέλασης.
Και η κλωστή τεντωμένη
στο χείλος του γκρεμού η ζωή μας.
Απριλίου τρείς
κι οι νύχτες απέραντες της σιωπής μας.
Εν σκηνές δικαίων
όσα εξομολογηθήκαμε στα γραπτά μας
τώρα αναπαύονται.
Τρίτη 1 Απριλίου 2025
Θητεία
Μου έμειναν δύο σεντόνια
ένα κύπελο, πιρούνι και κουτάλι
ένας υπνόσακος παλιός.
Τριάντα χρόνια θητεία ως τώρα
τίποτε άλλο δεν κράτησα από δάκρυα.
ένα κύπελο, πιρούνι και κουτάλι
ένας υπνόσακος παλιός.
Τριάντα χρόνια θητεία ως τώρα
τίποτε άλλο δεν κράτησα από δάκρυα.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)