Γίνονται οι ευχές σου
δάκρυα βροχής μέσα στη νύχτα
λουλούδια κόκκινα κι αρώματα
υγρά φιλιά πάνω στα στήθη
που σε γυρεύουν…
από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου
Γίνονται οι ευχές σου
δάκρυα βροχής μέσα στη νύχτα
λουλούδια κόκκινα κι αρώματα
υγρά φιλιά πάνω στα στήθη
που σε γυρεύουν…
από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου
Πλάι σου κουρνιάζω
νεογέννητος καθώς είμαι
βάζω το χέρι επάνω στην κοιλιά σου
νιώθω τους παλμούς να με διαπερνούν
γίνονται και δικοί μου οι παλμοί
γίνονται και δικοί μου οι λυγμοί
καθώς νυχτώνει
και σκοτεινιάζουν οι γωνιές μες στο σπίτι…
από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου
τώρα
πώς να εξηγήσω τη φυγή
που πρέπει απόψε να τελέσω
πώς να σταθώ
κάτω απ’ τα βλέφαρα τα δακρυσμένα
τα δικά σου
και τα δικά μου
πως να σωπάσω τη φωνή
που μου φωνάζει «Μη»;
από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου
Πεντακόσια είκοσι χιλιόμετρα για το χωριό κι έπειτα από τα πρώτα, το πολύ, εκατό, ύπνος βαθύς στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, κι ενώ το ραδιόφωνο παίζει τραγούδια των ημερών και κάλαντα από τη Θράκη (στην οποία και πηγαίναμε) ως την Ήπειρο και την Κρήτη, έκανα ήδη τα πρώτα μου ταξίδια στα όνειρα κουρασμένος καθώς ήμουν απ’ το σεργιάνι στις γειτονιές της πόλης.
Ο δρόμος ακόμα παλιός, μέσα από χωριά με εκκλησίες και μιναρέδες, πολύστροφος, όμορφος μα κουραστικός στις πολλές του επαναλήψεις.
Φθάναμε πάντοτε νωρίς το απόγευμα, που πάει να πει, επίσκεψη στα γειτονικά συγγενικά σπίτια για κάλαντα.
Στη μασίνα – έτσι την έλεγαν στο χωριό την ξυλόσομπα – σιγόβραζε φασολάδα με καυτερή πιπεριά και λουκάνικο χειροποίητο με πράσο.
Οι αγκαλιές πιο ζεστές από τη φλόγα της φωτιάς, η γιαγιά με τα κεντίδια της κι ο παππούς στο τάϊσμα των κατσικιών στην αυλή.
Μέρες συνήθως χιονισμένες με παιγνίδι πολύ και τις μύτες να τρέχουν από τον ιδρώτα και το κρύο…
Πέρασαν χρόνια από την τελευταία φορά.
Τα χιόνια δε φθάνουν συχνά στην αυλή του σπιτιού μα κι αν έρθουν θα ‘ναι για λίγο.
Οι άνθρωποι πήραν σιγά σιγά να φεύγουν.
Τα Χριστούγεννα τα πιο πολλά πια με βρίσκουν στη δουλειά, πότε παραμονή, πότε ανήμερα.
Μόνο που τελευταία κάτι αλλάζει.
Κάτι ομορφαίνει την κάθε στιγμή.
Ξημέρωσαν Χριστούγεννα λοιπόν, και τα αισθήματα τα πιο όμορφα έχουν ριζώσει επάνω στα στήθη μου και τα χέρια στις φούχτες τους ζεσταίνουν μια καρδιά τρυφερή που κούρνιασε καιρό τώρα μέσα τους.
Κι έχουν τόσα χρώματα όμορφα ντυμένα στο κορμί τους, τόσες νότες χαρούμενες που νιώθω πως άλλα όμοια δεν έζησα.
Κ’ είναι όλα εδώ.
Η αρμύρα της θάλασσας, το γλυκό των ποταμών, του ήλιου το φωτεινό και το σκοτάδι το απαλό μιας νύχτας που άρχισε μόλις να γδύνεται πίσω απ’ τις σκιές των δέντρων στο παράθυρο απ’ έξω και των επίπλων, που πια δε στέκουν σκονισμένα σε κανενός παραμυθιού τις σελίδες.
Ξημέρωσαν Χριστούγεννα κι ένα μικρούλι έλκηθρο είναι σταματημένο στη χιονισμένη μου σκεπή περιμένοντας να πετάξει στον ένα του και μοναδικό προορισμό να προσφέρει σκέψεις όμορφες, αγωνίες κι όνειρα.
Κ’ είναι όλα τους εδώ, ντυμένα την στολή τους την αγιοβασιλιάτικη και το πιο όμορφο χαμόγελο τους.
Έχουν και μια τρομπέτα στα χέρια και ξεσηκώνουν κάθε τι μέσα μου.
«Σμύρνα, λιβάνι και χρυσό» κάθε τι απόψε σαν ένα χέρι να άγιασε την κάθε στιγμή της μέρας αυτής κι όχι μόνο αυτής…
Καλά Χριστούγεννα να έχουμε όλοι!!!
Είναι που κάθε βράδυ
προσκυνώ το ναό της ψυχής σου
κι αποτάσσω από μέσα μου την αμαρτία.
από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου
Στην πολιτεία ξημερώνει σιγά σιγά κι εγώ ετοιμάζομαι για τη δουλειά.
Μ’ απόψε λέω να δραπετεύσω, να σηκώσω πανιά και να ‘ρθω να σε βρω.
Αδικαιολογήτως απών θα γράψουν στις αναφορές.
Λιποτάκτης θα γίνω.
Λιποτάκτης για τη δική σου αγάπη.
από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου
Πρέπει ο άνεμος να ‘σαι, μέσα σε τοσοδούλα δαχτυλήθρα χώρεσες το δάχτυλο και κέντησες χρυσές κλωστές σε πανί λευκό.
Κοιμούμαι ως αργά τα πρωινά.
Στο κομοδίνο πλάι μου έχω μια μικρή σου φωτογραφία, μια καρδιά, αρκουδάκι ξαπλωμένο και κλειδιά ενός σπιτιού που με περιμένει.
Απόγευμα επιστρέφεις, η δουλειά δύσκολη, το ταξίδι μεγάλο.
Στέκουμαι στην είσοδο του σταθμού και σε περιμένω.
Δε θέλω μόνη σου να επιστρέφεις.
Κάποτε όμως δεν το μπορώ, λείπω στη δουλειά.
Η σκέψη μου πάντα εκεί.
Στέκεσαι πλάι στον παππούλη με τα λαχεία.
Το φόρεμα σου εφηβικό, έτσι και η ψυχή σου.
Περιμένεις το λεωφορείο.
Τέσσερεις στάσεις και θα κατέβεις.
Δεν ακούς τις συζητήσεις τριγύρω, από τ’ ακουστικά σου βγαίνει μι’ απαλή μελωδία, σ’ αγκαλιάζει.
Χαμογελάς, σιγοντάρεις τον καλλιτέχνη, κάποτε μελαγχολείς.
Προχωράς χορευτά, μοιάζεις με νεράιδα που γλιστρά στα νερά λίμνης που βούτηξε μέσα της ο απογευματινός ήλιος.
Δε σου το πα ποτέ.
Είχες προπορευθεί κάποια στιγμή που κατεβήκαμε στο σταθμό.
Κατάλαβες πως έμεινα πίσω.
Έστρεψες το κεφάλι.
Χαμογέλασες.
Μου ταίριαξες τότε τη μορφή σου μ’ εκείνες των νεραϊδών, και δεν ήταν γι’ αυτό, μα από τότε κάθε που σε κοιτάζω μου μοιάζεις νεράιδα.
Έχεις την τσάντα περασμένη στον ώμο.
Κοντοστέκεσαι, για λίγο ψάχνεις τα κλειδιά.
Τα βρίσκεις.
Ξεκλειδώνεις την είσοδο, κλειδώνεις εκ νέου, έπειτα το ίδιο στη φωλιά σου.
Στη φωλιά μας.
Κάτι άνετο φοράς, κάτι απλό και κάθεσαι στο κρεβάτι.
Με παίρνεις στο τηλέφωνο, μα εγώ, έχω όλη τούτη τη σκηνή δει κι ας μας χωρίζουν χιλιόμετρα.
Μιλούμε.
Λίγο ή πολύ δεν ξέρω να πω, νιώθω πάντοτε πως είναι λίγο, πολύ λίγο.
Ξαπλώνω και σου γράφω.
Μοιάζουν να μην έχουν τέλος οι λέξεις κι απόψε.
Θα κοιμηθώ και θα χω τυλιγμένο το μαξιλάρι στην αγκαλιά μου.
Έχει το άγγιγμα σου.
Την ανάσα.
Το άρωμα…
από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου
Τούτη η βροχή, κυλάει πάνω στα διψασμένα για το φιλί σου χείλη μου.
Νιώθω τις αποστάσεις να μικραίνουν, πιο κοντά να έρχονται οι σκέψεις και τα όνειρά μου εκεί, μαξιλάρι στα δικά σου.
Ξυπνάς με μικρά γουργουρητά, βγαίνουν έπειτα χαμογελαστές οι λέξεις, χαρούμενα βλέμματα μου αφήνεις κι εγώ τ’ απορροφώ.
Τοσοδούλι σφουγγαράκι γίνομαι ν’ απορροφώ του κορμιού σου το άρωμα, την κίνηση, την δίψα.
Διψούμε και οι δύο.
Ο ένας για τον άλλο.
Ο ένας τη δίψα του άλλου να ξεδιψάσει…
από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου
«Είναι ο έρωτας που τριγυρνά
πάνω στα χείλη τα διψασμένα»
μου λες
κ’ είναι η χώρα η μακρινή
που γύρεψα κάποτε να ταξιδέψω
που στρώνεται
χαλί παχύ
κάτω απ’ τα πόδια μου τα κουρασμένα...
από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου