Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Γίνεται καμιά φορά και τα λόγια και ξεχειλίζουν απ’ το καλάθι της ψυχής, στέκουνται στο ανοιχτό παράθυρο της και κοιτάζουν μακριά.

Άλλοτε, μ’ ένα τόπι παίζουν στην αυλή του σπιτιού κι άλλοτε πάλι ξεχύνονται στις πέρα γειτονιές.

 

Λόγια που θέλησαν κάποτε να κρυφθούν μα φανερώθηκαν άλλοτε ντυμένα με ρούχα παιδικά κι άλλοτε με πιο ώριμα είναι τα λόγια τούτα.

Λέξεις που ήρθαν για να μετρήσουν τις αντοχές της ψυχής, να ζήσουν τις χαρές μαζί της, τις αγωνίες άλλοτε.

 

Στέκουμαι απέναντι τους όπως σε βιβλίο που το χαρτί τους ζεσταίνει την φούχτα ή το στήθος όταν πάνω του ακουμπάει.

Προχωρώ μαζί τους πάνω από κάθε γέφυρα και πέρα από κάθε προσευχή.

 

Αφήνω το ίχνος τους εδώ, παρέα δική σας.

Κάτι σαν υπόσχεση Φθινοπώρου.

Και τι υπόσχεται το Φθινόπωρο;

Εκείνο που πάντοτε γυρεύει η ψυχή…

 

Σας ευχαριστώ.





Αίθουσα Αναμονής – Εισιτήρια

ISBN: 978 – 960 – 93 – 2244 – 7

http://www.ebooks4greeks.gr/forum/viewtopic.php?p=167#p167




Ήχος Πλάγιος. Μόνος… γραφή δεύτερη

ISBN: 978 – 960 – 92865 – 1 – 0

http://www.ebooks4greeks.gr/forum/viewtopic.php?p=168#p168




Υποσχέσεις του Φθινοπώρου (στη Νίκη)

ISBN: 978 – 960 – 92865 – 0 – 3

http://www.ebooks4greeks.gr/forum/viewtopic.php?p=169#p169

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Έρχεσαι...

Έχω κουρνιάσει στην πρωινή ζέστη του λεωφορείου

νιώθω το τρυφερό

και πάντοτε χαρούμενο σου βλέμμα να μου χαϊδεύει τα μαλλιά

έξω η βροχή μου ξεπλένει τα μάτια

 

κι έρχεσαι

 

ντυμένη εκείνο το κόκκινο σου φόρεμα και με στολίζεις

σαν από πάντα να σε πρόσμενα

σαν από πάντα τα μαλλιά μου το άγγιγμα σου να τα τιθάσευε

 

σαν από πάντα η βροχή να σε περίμενε

να με ξεπλύνει

για να περάσεις στην ψυχή μου…

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

Χάρτινη κουπαστή

Κλείνω τα μάτια

το γέλιο σου έρχεται από μακριά και με διαπερνά


αφήνω καραβάκια χάρτινα στη νύχτα για να ταξιδέψουν

ένα φως ανάβει στο βάθος της

θα φτάσουν σώα στο επόμενο πρωινό

κι έπειτα στο επόμενο


και μετά πάλι

ένας αγέρας απαλός θα μου φυσήξει τα μαλλιά

όπως στην γέφυρα τον τιμονιέρη


έτσι

μαζί τους ταξιδεύω κι εγώ

καπετάνιος και ναυτικός

ακουμπισμένος στην χάρτινη κουπαστή τους

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Μαγεμένο κογχύλι

Είναι τα βράδια που βυθίζομαι
στο σώμα του πελάου

κι όπως γυρίζω

ένα κογχύλι φέρνω μαγεμένο
απ’ τη φωνή σου

που έμαθε γλυκά να τραγουδά
και να ονειρεύεται…


από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

Μέρες καλοκαιριού

Ανθισμένο λουλούδι στα μαλλιά

οι μέρες του καλοκαιριού που ζήσαμε

κ’ οι νύχτες που σμίξαμε

πάνω στο κύμα το ζεστό

κι ονειρευθήκαμε

γλυκό κρασί στα χείλη που μεθάει

 

και τούτο το φθινόπωρο

στη μέθη πάνω του καλοκαιριού θα ξαποστάσει

και θα αφεθεί

φυλλαράκι στον άνεμο για να μας ταξιδέψει

 

 


από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Σάββατο 28 Αυγούστου 2010

Παλιό Λιμάνι - Ντάπια - Κουνουπίτσα

Ο δρόμος ξετυλίγονταν μπροστά μας λουσμένος το πορφυρό φως του απογεύματος.

Καλοκαίρι κι όλα τριγύρω σου ταίριαζαν εκπληκτικά με το ζεστό σου άγγιγμα, τα χρώματα, τα λόγια που έπαψαν από καιρό να είναι υποσχέσεις…

Προχωρήσαμε ως την Ντάπια, η φωνή σου παιγνίδιζε ακλουθώντας την διάθεση σου, χαθήκαμε στα σοκάκια.

Μ’ έπιανες απ’ το χέρι κι εγώ ρουφούσα τα χείλη σου σα γλυκόπιοτο κρασί.

Βγήκαμε στην Κουνουπίτσα, την γαλήνη του απόβραδου διαπερνούσε το καμπανάκι της άμαξας και το χτύπημα των πετάλων πάνω στην πέτρα.

Σταθήκαμε λίγο κι ονειρευθήκαμε πάνω στα κύματα.

- Πόσο μακριά να φθάνουν τα όνειρα σαν ταξιδεύουν καβάλα στα κύματα; -


Επιστρέψαμε στο Παλιό Λιμάνι πότε πιασμένοι χέρι χέρι και πότε αγκαλιασμένοι.

Σ’ εκείνο το μαύρο του ορίζοντα, ανάμεσα από τα σποραδικά φυτεμένα φώτα των απέναντι νησιών άφησα μιαν επιθυμία να φωτίσει τα χρόνια που θα έρθουν.

Το σπίτι εκείνο που λέγαμε και οι δύο, δύο παιδιά, και ταξίδια πολλά, γεμάτα από έρωτα κι αγάπη…

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Είναι που καιρό τώρα βαδίζουμε στο μονοπάτι το ίδιο

Θυμούμαι που κάποτε μετρούσα τα καλοκαίρια με τους αποχαιρετισμούς που πίσω τους άφηναν να συντροφεύουν τον επερχόμενο χειμώνα…


Είναι που καιρό τώρα βαδίζουμε στο μονοπάτι το ίδιο, το χαρούμενο, το φωτεινό…

Τώρα τα καλοκαίρια απέκτησαν μιαν αίγλη μοναδική, απέκτησαν το άρωμα, την αίσθηση του αγγίγματος, τη μορφή σου… …είναι που και οι χειμώνες έχουν τα ίδια ρούχα μ’ εκείνα του καλοκαιριού φορεμένα και λάμπουν κι εκείνοι, κι αγγίζουν όνειρα από χρόνια παιδικά και πλάθουν όνειρα άλλα που με την φρεσκάδα τους κάνουν μαλλιά, ρούχα και ψυχές να κυματίζουν…

 

Σ’ ευχαριστώ πολύ αγάπη μου!!!

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Σβήσε το φώς... (απόσπασμα)

ήρθαν οι άνεμοι του καλοκαιριού

και κρύφθηκαν στις πιο βαθιές σπηλιές

 

έλα, αγάπη μου

αγκαλιασμένοι το τραγούδι τους να μεταλάβουμε

κι όσα στα χείλη μας φοβήθηκαν πριν βγουν

και κλείστηκαν στην μοναξιά τους

λέξη τη λέξη θ’ αφεθούν

και θα χορέψουν τούτο τον χορό

έχοντας τα πόδια βουτηγμένα στην άμμο την ζεστή

και στο νερό της θάλασσας το απαλό

 

κι ο χρόνος όλος φτιαγμένος για τούτο τον χορό

για τούτη την νυχτερινή εξομολόγηση

για το φιλί π’ αποζητούν τα χείλη

που γύρεψε η ψυχή να ξεδιψάσει

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

Τα γράμματα της Υβόννης (απόσπασμα)

Ήρθες πλάι μου δυο βράδια μετά.

Τυλίχθηκα στις φούχτες των χεριών σου, γυρεύοντας να βρουν ανάσα τα δάκρυα μου, κι ανάσαναν βαθιά, ανάσα δανεική από τα δικά σου στήθη, δροσερή, να προστατεύει τα πέλματα σε δρόμους πυρωμένους.

Ζήτησα να μου πεις πως γράφεται το ελπίζω πάνω στ’ αστέρια, τι χρώμα αποκτά ο ουρανός στα μάτια εκείνου που ελπίζει, τι χρώμα όταν η κούραση έχει γεράσει και ραγίσει τα βήματά σου…

Ένιωσα ναό τη μορφή σου, με κινήσεις αργές άναψα πέντε κεριά.

Στάθηκα με τις γυναίκες.

Μου έλαχε ένα ξύλινο παλιό στασίδι μα δε μ’ ένοιαξε το τρίξιμο του.

Έπεσα στα γόνατα να προσκυνήσω, κι αν είναι για κάτι που το έκανα πιο πολύ, ήταν για το λίγωμα του αγέρα στο προσκεφάλι σου.

Ακόμα και τούτο κατάφερνες, να φθάνει ο άνεμος λιγωμένος από τα δικά σου στα δικά μου στήθη.

Κι έφθανε αφήνοντας κάθε αγωνία να χαθεί, κάθε δισταγμό.

Πήρες να μετράς με το δάχτυλο τ’ αστέρια.

Μου έδειξες που αρχίζουν και που τελειώνουν οι αστερισμοί, που αρχίζουν και που τελειώνουν οι ευχές.

Οι ευχές μας.

Ένιωσα μία να θέλει να δραπετεύσει από τα χείλη μου, «να τυλίγομαι στου στήθους σου τις λίμνες να ζεσταίνομαι, τα δάκρυα σου με τα στήθη μου ν’ απορροφήσω άλλο να μην πονάς», άκουσες την ψυχή μου να φωνάζει μέσα απ’ τα χείλη που ταξίδευαν στη σιωπή.

Χαμογέλασες.

Μ’ έκρυψες πιο βαθιά στην αγκαλιά σου, τα χείλη μου βαθύτερα.

Αφεθήκαμε σ’ ένα ταξίδι σωμάτων και ψυχών δίχως να γνωρίζουμε ποιος ο οδηγός και ποιος ο οδηγούμενος, μήτε και που μας ένοιαζε.

Μείναμε να λιμνάζουμε ο ένας στον αγιασμένο ιδρώτα του άλλου ώσπου καθρέφτισε πάνω του το πρόσωπο του ο ήλιος.

Μήτε που φάνηκε το πέρασμα της νύχτας στο παίξιμο των ματιών.

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Σημείωμα δεύτερο

Είναι τούτη η εποχή που με αλλάζει
όλα ανθίζουν εντός μου, όλα ομορφαίνουν
κι οι εξομολογήσεις καθημερινές
κι οι στιχουργίες καθημερινές
και τα ονείρατα, και τα ταξίδια...
 
κι όλα τους είσαι εσύ…