Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Κλείνουν τα μάτια

της Νίκης μου



Θέλω για εσένα να μιλήσω

μα λέξη καμία δε σε χωρά

λέξη καμία δε σε ντύνει

κι άλλη ποτέ μου καμία φορά

δεν ένιωσα αδύναμες τις λέξεις

να ντύσουν και να περιγράψουν.

 

Μια μονάχα μουσική μπορώ να παίζω

εκείνη των χειλιών μου όταν λένε

«σ’ αγαπώ»

και κλείνουν τα μάτια

καθώς αγγίζουν το όνειρο.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Κόσμος απο άμμο

Ακούω τις νύχτες που αργοσβήνουν στο απαλό χιόνι

μιλούν για τις όμορφες θάλασσες

τα κύματα τους τρυφερά πως τραγουδούνε το καλοκαίρι

τα όμορφα φιλιά πάνω στην άμμο

που κάνουν από έκσταση τ’ αστέρια να λαμπιρίζουν

 

κι εκείνα τα μικρά παιδιά στην άκρη του γιαλού

που έχουν έναν κόσμο χτίσει από άμμο

αύριο, που ένα κύμα θα τον ρίξει

εκείνα πάλι με γέλιο και χαρά

απ’ την αρχή θα πάρουν να τον χτίσουν.

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Ελάτε μ' ένα ποίημα, 5ος χρόνος, 4η διοργάνωση


Ελάτε μ’ ένα ποίημα. 21 Μαρτίου 2011, μετά τις 9 το βράδυ. Μια εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης με πρωτοβουλία κάποιων blogs.

.

Βάζουμε στην τσέπη μας το σημειωματάριο με τα ποιήματά μας, ερχόμαστε στο bar16 στη Θεσσαλονίκη (Μεγάλου Αλεξάνδρου και Κανάρη 1, πλατεία Τερψιθέας, Σταυρούπολη, τηλ. 2310 655436), διαλέγουμε το ποτό μας, ακούμε τη μουσική μας και όταν το αποφασίσουμε πλησιάζουμε το μικρόφωνο και διαβάζουμε το έργο μας. Δεν θέλουμε να διαβάσουμε δικό μας αλλά ενός φίλου μας; Μπορούμε να το κάνουμε. Θέλουμε να διαβάσουμε το αγαπημένο μας ποίημα κάποιου ποιητή; Ελεύθερα. Θέλουμε οπωσδήποτε να ακουστεί αυτό που διαλέξαμε αλλά δεν το μπορούμε το μικρόφωνο και τη δημόσια έκθεση; Κανένα πρόβλημα. Οι διοργανωτές βρίσκονται πάντα εκεί και βγάζουν το φίδι από την τρύπα: κάνουν αυτοί τη βρώμικη δουλειά αντί για εμάς. Θέλουμε πολύ να διαβαστεί το ποίημά μας αλλά βρισκόμαστε μακριά από τη Θεσσαλονίκη εκείνη τη νύχτα; Πανεύκολο. Το στέλνουμε με e-mail σε κάποιον από τους διοργανωτές και εξασφαλίζουμε συμμετοχή.

.

Μέχρι τώρα (5η χρονιά 4η διοργάνωση) το πράγμα κύλησε καλά.

.

Υπάρχει όμως κάθε φορά και μια ενότητα προσχεδιασμένη από τους διοργανωτές η οποία
δεν προαναγγέλλεται στα δελτία τύπου και στις ανακοινώσεις μας. Λειτουργεί ως έκπληξη.

.

Για φέτος τα πράγματα αλλάζουν εν μέρει. Έκπληξη στην έκπληξη. Στην αφίσα, ας πούμε γίνεται αναφορά στον ποιητή στον οποίο θα είναι αφιερωμένη η βραδιά. Ο ποιητής αυτός είναι ο Μιγκέλ Ερνάτεθ, για τον οποίο η Ισπανία πέρσι γιόρτασε τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, ενώ η Ελλάδα σχεδόν τον αγνοεί.

.

Το μυστικό μας είναι ο τρόπος που θα γίνει αυτό το αφιέρωμα. Είναι μια πτυχή της εκδήλωσης για την οποία και μόνο αξίζει η παρουσία κάποιου στο bar16.

.

Βασική ιδέα του αφιερώματος είναι το πόσο ο λόγος (και κυρίως ο ποιητικός λόγος) μπορεί να καθορίσει τη ζωή και τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου (πραγματικού αλλά και λογοτεχνικού ήρωα).

.

Αυτή η προσήλωση στις λέξεις ενός άλλου είναι και ο λόγος που στήνουμε εδώ στη Θεσσαλονίκη αυτή τη γιορτή.

.

Ξεκινάμε με χαρά και ενθουσιασμό οι κάτωθι: herinna / Ήχος πλάγιος, μόνος / Μαύρος Γάτος / michalakis / Νοσφεράτος / ο δείμος του πολίτη / το τσαλίμι.

.

Όποιος θέλει να συνδράμει στην επιτυχία της διοργάνωσης, κάνει link εδώ, αναδημοσιεύει το banner της εκδήλωσης και στέλνει συμμετοχές.

.

Με εξαίρεση την τρίτη διοργάνωση, κάθε φορά ακολουθεί εκτεταμένο ρεπορτάζ με φωτογραφίες, video και ποιήματα, ώστε να υπάρχει ο απόηχος της εκδήλωσης ως αρχειοθετημένη διαδικτυακή αύρα για να τη γεύεται όποιος θέλει, όποτε θέλει. Οι επισκέψεις στο αρχείο των δύο πρώτων διοργανώσεων επιμένουν πως αυτή η καταγραφή αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της διοργάνωσης.

.

Θα τα ξαναπούμε.

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Πλάθω τη μέρα

Πλάθω τη μέρα

 

κι έχω στα χέρια τα φορεμένα σου ρούχα

τη χτένα που άφησες επάνω στο κομοδίνο

το ίχνος του προσώπου σου στον καθρέφτη

το άρωμα σου παντού μες στο σπίτι

 

παντού μες στην ψυχή μου

που απλώνει χέρια να σ’ αγγίξει

και κάθε που σ’ αγγίζει καρδιοχτυπά

έτσι λοιπόν πλάθω τη μέρα

 

για να χωρέσουμε οι δύο μας κι απόψε

στον όμορφό μας ουρανό

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Οι μέρες τούτες

Οι μέρες τούτες

σκέφτονται για όσα αδυνατώ να σκεφτώ.

 

Μου φοράνε ένα μάλλινο κασκόλ

μια μπλούζα ζεστή

με ξεπροβοδούν κάθε πρωί για τη δουλειά.

 

Μετέωρος

αφήνω το ένα χέρι ν’ αγγίξει

το σκοτάδι που απομένει στον ουρανό

με το άλλο το γαλάζιο που δειλά φανερώνεται.

 

Γεννούν εικόνες όμορφες

πινέλα που χορεύουν

σπέρνοντας χρώματα και μουσικές

μικρές σουσουράδες διαγράφουν κύκλους

στο δρόμο, στ’ αστέρια ανάμεσα

στις εικόνες των παιδικών παραμυθιών

που τελευταία ξυπνούν μαζί μου τα πρωινά.

 

Οι μέρες τούτες

σα τραγούδι παλιό του έρωτα

με το βάρος του χρόνου που το ωριμάζει

πιο κοντά σου με φέρνουν

βαθιά μέσα σου με οδηγούν.

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Απο «Τα γράμματα της Υβόννης»...

Έπειτα ήρθες εσύ.

Εκείνος ο ζεστός καφές που έπινα, ήταν για να με κάνει να χαμογελάσω, να χαμογελάσω σε εσένα, για εσένα…


 

… … … … …


 

Κ’ ήρθες εσύ.

Ήρθες κι έσμιξες το στεγνό μου αύριο με το μουσκεμένο σου σήμερα…



 

Απόσπασμα από τη νουβέλα

«Τα γράμματα της Υβόννης»

εκδόσεις Δρόμων 2010

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

Μεθυσμένες μέρες

Άνοιξαν τα μικρά μου φτερά

τα κλαδιά μου

έρχονται κύματα κύματα πουλιά πολύχρωμα

ακούγονται που τραγουδούν κάπου ανάμεσα

 

οι μέρες τόσο μεθυσμένες πια απ’ το τραγούδι

κι οι νύχτες νανουρισμένες τρυφερά απ’ το μεθύσι

μ’ ένα πέπλο εμείς στα μάτια

κι ένα χαμόγελο

με χρώμα και γεύση απ’ τ’ απόγευμα

που έφυγε πια

κι άφησε πίσω την ψυχή να ταξιδεύει.

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Οι νύχτες με εσένα

Εμμένω στις νύχτες

τις νύχτες με εσένα

 

τις νύχτες που σε χώρεσαν

κι εκείνες που ξεχείλισες

γεμάτη από εμένα


από εμένα που έγινα εσύ

κι άλλο δε γυρεύω

απ’ το να κοιμίζω το φεγγάρι

κάθε βράδυ

πάνω στα στήθη σου.

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Οι άγιοι των παιδικών μας χρόνων

στη Νίκη Λ.



Αφήσαμε τα κύματα πίσω από τις καλαμιές

με πόδια γυμνά προχωρήσαμε πάνω στα βράχια

δε μάτωσαν

αναδύουν από τότε ένα απαλό άρωμα τριαντάφυλλου

όπως τα πόδια των αγίων των παιδικών μας χρόνων

στις ιστορίες που μας έλεγε η γιαγιά

 

σταθήκαμε για λίγο στο κατώφλι κάποιου παλιού βιβλίου

ένας αγέρας απαλός χόρεψε με τις κουρτίνες του σπιτιού

κι έπειτα τις παράτησε

ησύχασαν κι οι σελίδες που γύριζαν

απόμεινε αλαφιασμένο το βιβλίο στο τραπέζι της βεράντας

καλοκαίρι ακόμα κι ο τζίτζικας πλάι του

με το τραγούδι του έκανε κάθε άλλο ήχο να πάψει

 

κάθουμαι τώρα και κοιτάζω μια παλιά φωτογραφία

κοιμούνται τα παλιά τούτα πρόσωπα

άλλα στο διπλανό δωμάτιο

κι άλλα στην αιωνιότητα

μα το σπίτι ίδιο, πιο αγέρωχο από ποτέ

ντυμένο το αστραφτερό του λευκό

κι έχοντας τον ήλιο να ψήνει

στις βαθιές του λαβωματιές

τον χρόνο…

 

σε πήρα απ’ το χέρι

τούτο το καλοκαίρι σαν δροσερή σταγόνα ζωής

θα κυλίσει στην ψυχή μας

θέλω να ‘μαστε μαζί καθώς θα πέφτει

να ‘μαστε μαζί καθώς θα μας διαπερνά…

 

κι εκείνος ο ναύτης

που ελέγχει στην είσοδο τα εισιτήρια

δε θα μάθει ποτέ πως φύγαμε δίχως πληρωμή

πως τούτο το καλοκαίρι

μάθαμε πάνω στα κύματα να περπατάμε

μ’ εκείνα τα πόδια των αγίων

πάνω απ’ την Ύδρα και πάνω απ’ τις Σπέτσες

πάνω απ’ τα νερά του Αιγαίου πελάγους

και πάνω απ’ τις μυστικές πηγές του Πήλιου Όρους

 

καθώς μια νύχτα

φυλάξαμε τις ψυχές μας

σ’ ένα κογχύλι που έπειτα

το δώσαμε στα χέρια της γοργόνας

και το ακούμπησε πλάι

στους πιο μεγάλους θησαυρούς της θάλασσας

και στων ανέμων το σακί

να μην μπορεί άνθρωπος κανείς να τις αγγίξει.

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Τα πλοία του χειμώνα

Από τα παιδικά μου παραμύθια ως σήμερα

μπερδεύω τους δράκους με τους κακούς

και τους ανέμους με τις λιακάδες…

 

 

Στο λιμάνι ξεπροβοδούν τα μεγάλα πλοία

οι μανάδες, οι γυναίκες, οι αδελφές

λίγο πιο πίσω οι ερωμένες

κι απ’ τα μπαλκόνια

έχοντας το κεφάλι στραμμένο

πότε στην ανοιχτή θάλασσα

πότε στα πιο βαθιά τ’ ουρανού

γυναίκες μαυροφορεμένες

κουνώντας ένα μαντίλι λευκό

να εξευμενίσουν τη θάλασσα του Χειμώνα.

 

Και φεύγουν τα πλοία

κι αλλάζουν οι εικόνες μέσα στα μάτια

τα όνειρα αλλάζουν και τα τραγούδια τα νυχτερινά

στην κουπαστή και στα υγρά αμπάρια

και χορεύουν τα κύματα

τα κατάρτια μαζί τους

οι λέξεις στα χείλη και στα γράμματα τα μουσκεμένα.

 

Και σαν έρχονται πίσω

δένουν πάλι δυνατά οι καδένες στα ντόκ

και ξεπροβάλουν σ’ εκείνο το τσούρμο των γυναικών

πρόσωπα, με μόνη διαφορά μεταξύ τους

το χρώμα των ματιών

με ίδιο το μπέρδεμα των μαλλιών με τ’ αλάτι

ίδιο το φάγωμα της αρμύρας στο ρούχο

ίδιο το ράγισμα του κορμιού από το κύμα.

 

 

…κι εκείνος ο δράκος των παιδικών παραμυθιών

έρχεται πάντα και μου μιλάει

«δεν ήμουν εγώ που έριξα τα κάστρα

τότε, στα οχτώ σου χρόνια

μήτε που βούλιαξα τα πλοία τα πειρατικά σου

λίγο μετά…»

και ποιόν να πιστέψω πια

έχει τόσο βρέξει εδώ

που γίνηκαν θάλασσες οι σκέψεις

και πήραν πάλι μακριά τα καράβια.