Λιμάνια αφημένα στο κύμα
ξενυχτισμένα απ’ τις κλαγγές των όπλων
φύλαξαν τα παλιά μου ρούχα
τα σχισμένα ποιήματα
τ’ αγυάλιστα άρβυλα.
Το ρολόι θα χτυπήσει στις πέντε
η στολή βαραίνει ολοένα στο διπλανό κάθισμα.
Το σκυλί με συνοδεύει στη βραδινή έφοδο
μια σιωπή διαπεραστική στις λέξεις μου
κι η τέταρτη μέρα της δημιουργίας λειψή.
Διψώ.
Τα στρατόπεδα έκλεισαν με τα χρόνια
δίχως νερό πια η μνήμη.
Διψώ.
Κι ο χρόνος αποκαμωμένος
γέρνει στις παλιές διαταγές
που ξόδεψαν την ψυχή μου.
Κι εκείνο το δέντρο της Ροδοπόλεως
ποτισμένο με τα δάκρυα
μιας νύχτας παγωμένης, βροχερής
κι αιώνιας…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου