Σάββατο 11 Αυγούστου 2018

Οι άνθρωποι στον καθρέφτη

Μείναμε λίγοι πια.
Κλείσαμε πόρτες που πίσω τους
βυθίστηκαν οι άνθρωποι στο ψέμα
σμίλεψαν στο πρόσωπο τους την αχαριστία
χάραξαν μ’ ένα μαχαίρι
πληγή βαθιά.

Χειμώνας, τρέμουν τα χέρια σα φύλλα
σα μάτια παιδικά που τα κλειδώσαν
πίσω από λέξεις, ξένες απ’ τις πράξεις
κι αφήνουν μια λύπη
ένα παράπονο στ’ αγκάλιασμα
έναν σπαραγμό που δε φανερώθηκε ακόμα.

Και τα βήματα μας γυμνά
δίχως ρίζες, δίχως αποσκευές, δίχως μνήμες
με μια τραυματισμένη αθωότητα
αγγίζουν παιχνίδια παλιά
απ’ ανθρώπους που σπάσαμε μέσ’ στον καθρέφτη
και στρέψαμε αλλού το βλέμμα.

Είναι τόση η ερημιά, κι εμείς, νικημένοι
τα βράδια δίχως ύπνο μας στοιχειώνουν
κι ολοένα χιονίζει, μεσοκαλόκαιρο τάχα
η ράχη μας καμένη απ’ τη σιωπή της ψυχής.
Δε θα ‘χει πέτρα κάτω απ’ τα πόδια μας το βήμα
καθώς θ’ ανεβαίνει προς τα νεκρά τοπία που ζωγραφίζουμε.

Τρίτη 7 Αυγούστου 2018

Ο μέσα μου κόσμος

Κι όμως, μέσα μου υπάρχει ένας κόσμος
π΄ αφήνει ανοιχτά παράθυρα στον ήλιο
πόρτες ξεκλείδωτες στους περαστικούς
έχουν κι ένα λουλούδι στα χέρια
άλλος ένα γαρύφαλλο, άλλος γιασεμί
άλλος το νυχτολούλουδο
που δεν ευδοκίμησε στο μπαλκόνι μας
κι όμως, κάθε που νυχτώνει
αφήνει τ’ άρωμά του
κρύβεται στα διπλωμένα ρούχα
παίζει στ’ ανοιχτά ρουθούνια
κι έπειτα ξημερώνει

κι έχει μουσκέψει τα πάντα η βροχή.

Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

Ο φύλακας

Είναι που τα καλοκαίρια δεν έρχονται τόσο ξέγνοιαστα πια
είναι που τα συρματοπλέγματα από χρόνια με πληγώνουν
οι πύλες των στρατοπέδων που με πονάνε
φυλακή θυμίζουν κι εγώ ο φύλακας που δε μπορεί να βγει

κι όλα τα τρένα που έβλεπα παιδί να ταξιδεύουν
ταξιδεύουν ακόμα, κι ας γέρασαν
κι ας κάποτε γίνηκαν πλοία στο βαθύ πέλαγο

ακούω το σφύριγμα τους κάθε ξημέρωμα
ακούω τον ψίθυρο τους
ν’ αναζητά μίαν ήρεμη ακόμα τροχιά να διανύσει
ένα κλάμα από γιασεμί
να μοιάζει με βροχή πίσω απ’ το λιόγερμα.

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2018

Eκείνα τα φτερά

Είναι κι εκείνα τα σπασμένα φτερά
πλάι στον καθρέφτη που μας κοιτάζουν
κι εκείνο το είδωλο που ξεμακραίνει
καθώς νυχτώνει
και χάνονται οι φωνές στο σκοτάδι

κι αλήθεια
πότε μιλήσαμε για τα μεγάλα ταξίδια
για εκείνα που ξεκίνησαν εν’ απόγευμα καλοκαιριού
και δεν τέλειωσαν ακόμα
μήτε και που θα τελειώσουν ποτέ

για τα δανικά μας ρούχα
όταν ξεμείναμε κάποιο βράδυ μετά από μεθύσι
και που δεν αλλάξαμε από τότε κουβέντα
με τον σωτήρα μας, θαρρείς από ντροπή
από αποστροφή για την εξομολόγηση που έφερε το μεθύσι

κι εκείνα τα φτερά, τα γκριζαρισμένα φτερά
στέκουν πάντα εκεί, όπου κοιτάξεις
κ’ ίσως θα ‘ναι πάντα 15 Οκτώβρη
και θα γεννιέμαι ξανά και ξανά
στον ίδιο πάντα καθρέφτη.

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

Οι σκάλες

Ανεβαίνουμε με δυσκολία τις σκάλες
τα πόδια πονάνε, τα χέρια δε βαστάνε πιά.
Τα σκονισμένα πορτρέτα στους τοίχους
μας κοιτάζουν
αφήνοντας ένα ίχνος λύπης απ’ όπου περάσαμε.
Θα ναυαγήσουμε πριν την αυγή.
Η θάλασσα
θα βγάλει στην ακτή τα υπάρχοντα μας.
Λίγα κογχύλια, κάποιο δίχτυ
κάποιο σημάδι παραθαλάσσιου οικισμού.
Θα σταθούμε πάνω στην πέτρα την αγριεμένη
από της θάλασσας το χτύπημα
απ’ την αλμύρα της
από το βάρος των δακρύων που αφήσαμε
εμείς και τόσοι άλλοι ακόμα
χίλιους αιώνες τώρα βασανισμένοι
καταδικασμένοι από χέρι κάποιου Θεού
που πιά δεν υπάρχει.
Θα βλέπουμε τα φώτα της χαράς των ανθρώπων
μίλια μακριά, ξένα από εμάς
σα μικρές φωτοβολίδες
να μετράν τον ουρανό απ’ άκρη σ’ άκρη
γυρεύοντας μίαν απάντηση
ή μίαν άρνηση.

Κ’ οι σκάλες, ακόμα ατέλειωτες
τα βήματα μικρά
δεν αρκούν να προφτάσεις το φεγγάρι
θα λυγίσει η νύχτα στον πιο σκοτεινό της ουρανό.

Τρίτη 19 Ιουνίου 2018

Η θλίψη της βροχής

Χαθήκαμε στις σιωπές και τ’ ασφοδίλια
γέρασαν μέσα μας κ’ οι αποστάσεις
δε μακραίνουμε πιά
μόνο στου χρόνου το πέρασμα δε λυγίσαμε
κι εκείνο το σκουριασμένο ντουλάπι
θα στέκει αγέρωχο στη θλίψη της βροχής
φυλάσσοντας ζωντανό
κάποιο άγγιγμα κρυφό μέσα απ’ το ρούχο
μια σταγόνα αρώματος πάνω στο πέτο
από την ορμή μια νιότης που σίγασε
αφήνοντας τη θέση της στη νοσταλγία…

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

Καλό σου ταξίδι Παππού…


Το τραγούδι αυτό, μιλάει για τις γυναίκες που αποχαιρετούν τους άντρες τους καθώς εκείνοι φεύγουν να δουλέψουν στα ορυχεία του Βορρά.
Καλοκαίρι του ’62 ήταν που έφυγες για τα ορυχεία του Βελγίου.
23 χρόνια στο κάρβουνο, εκατοντάδες μέτρα κάτω από τη γη.
Άφησες τμήμα των δαχτύλων σου εκεί.
Όλοι κάτι αφήσατε, άλλοι δάχτυλα, άλλοι χέρια, τη ζωή τους άλλοι.
Σε θυμούμαι το ’84, σ’ εκείνα τα γκρίζα σπίτια του χωριού μας στο Μπέριγκεν, να μας περιμένεις με τη Γιαγιά -χρόνια που έφυγε εκείνη.
Βόλτες στις Κέρμες, γυρίσαμε θυμούμαι με σακούλες τις καραμέλες…
Βόλτες στο καφενείο της Σταυρούλας που σύχναζαν τα πατριωτάκια για μπύρα και καφέ-χρόνια πολλά κι αυτοί συνάδελφοι στη φάμπρικα οι πιο πολλοί.
Το σπίτι διώροφο, γεμάτο φωτογραφίες, εκείνες που κοσμούσαν και το σπίτι στην Ελλάδα, το πικαπ, η κούκλα με τη θρακιώτη στολή, τα βαριά του έπιπλα, που κατεβάσαμε από τα φορτηγά το ’87 με την επιστροφή σας.
Θυμούμαι κι εκείνες τις τσίχλες που μας φέρνατε τα καλοκαίρια, με τα σκρίπτ του Ντόναλντ, και γαμώτο, δε φύλαξα ποτέ κανένα από αυτά.
Σε θυμούμαι στο χωριό, να ταΐζεις εκείνο το κατσικάκι που έδιωξε η μάνα του, με το μπιμπερό, μας έμαθες να το ταΐζουμε κι εμείς.
Σε θυμούμαι στον μπαχτσέ, στα σταφύλια, στα δέντρα σου, στον κάμπο και στο μπαϊρι να πηγαίνεις φορώντας τη σάπκα σου.
Σε θυμούμαι στο κλείσιμο των σχολείων που ερχόσουν με τη Γιαγιά να μας πάρεις, να φύγουμε με το τρένο στο χωριό, κι ήταν πάντα όμορφη η διαδρομή κι ας ήταν μεγάλη, γιατί πριν το τέλος της, βλέπαμε από μακριά το σπίτι να μας περιμένει.
Τώρα εκείνο το σπίτι περιμένει τους νεκρούς του.
Θα στέκει πια σιωπηλό, όπως τόσα άλλα που κανείς από τους νοικοκυραίους τους δε θ’ ανοίξει τις κλειδωμένες τους πόρτες.
Καλό σου ταξίδι Παππού…


Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Φόβοι του μεσημεριού

Καθώς τις νύχτες
γέρνουν μεθυσμένα τα δέντρα στο προσκέφαλο μας
ακούγεται ο ψίθυρος των φύλλων
μια λιτανεία μικρή
που σαν ανοίξεις τα μάτια, σωπαίνει και χάνεται.

Κι άνεμος, στοργικά πάντα
μας χτυπά τα χέρια,
μας χτυπά τα πόδια,
μας χτυπά την πλάτη και τα μάτια.

Μήτε που βλέπουμε πια
μήτε και τα χέρια απλώνουμε
δε φθάνουν πουθενά τα βήματά μας
κι εκείνα τα σημάδια στην πλάτη
μια κόκκινη γραμμή αφήνουν στα σεντόνια.

Μας παραφυλά ο θάνατος
κρύβεται στους φόβους του μεσημεριού
στο ανοιξιάτικο ψιθύρισμα του απογεύματος.
Πόσο να μπορέσεις ακόμα ν’ αντισταθείς;

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

Ημέρα σκοτεινή

Αναρωτιέμαι τώρα τι να κάνεις 
είναι μακριά κάποτε η κουζίνα 
το υπνοδωμάτιο 
ο μικρός μας κήπος στο μπαλκόνι.

Είναι ημέρα σκοτεινή 
κι οι δρόμοι που παίρνω 
λιγοστεύουν και χάνονται. 
Ξεμένω από βήματα 
από λέξεις 
κι αποστάσεις. 

Τι άραγε να σκέφτεσαι; 
Με ποιο τραγούδι να ταξιδεύεις; 

Μόνο το φεγγάρι 
κάνει τα χέρια μου 
να γεμίζουν από εσένα 
και το αγιόκλημα 
στης πόρτας μας την άκρη.

Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017

Κλειστό δωμάτιο

Κι είναι τα μάτια μας
τόσο λυπημένα όταν νυχτώνει
καθώς στο κλειστό δωμάτιο
απομένει ένα κύμα σιωπής
να σπάει
στους ρυτιδωμένους τοίχους.