μήτε που δεν καταφέραμε να μετρήσουμε τους νεκρούς μας.
Μονάχα ο θάνατος ήταν
που θρόνιασε στα μάτια των παιδιών.
…κ’ η γιαγιά
υφαίνει ακόμα στον αργαλειό τα δικά της παραμύθια…
από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Αίθουσα Αναμονής - Εισιτήρια
Τα ολοστρόγγυλα φεγγάρια, σα μεγάλες σχεδίες που μοιάζουν του ουρανού, γι’ αστέρια λυπημένα κι έρημα και για άλλα που χτύπησε το κορμί τους η ουρά κάποιου κομήτη, μου φέρνουν στη θύμηση τα παιδικά μου παραμύθια.
Ήταν κάτι λεπτά, πιασμένα στη ράχη με συραπτικό βιβλία, άλλα για τα ζώα της θάλασσας μιλούσαν άλλα για του αγρού.
Καμιά φορά στις επισκέψεις μου σε παλαιοβιβλιοπωλεία ή και σε άλλα που δεν υπερβαίνουν τα δέκα με δώδεκα τετραγωνικά, όλα στην πόλη της Θεσσαλονίκης, τυχαίνει και διακρίνω κάποιο ξεχασμένο.
Παλαιότερα περνούσαν μπροστά απ’ τα μάτια μου θαρρείς βροχής σταγόνες που δε μπορείς να διακρίνεις τη μία από την άλλη.
Αγκιστρώνεται τώρα το βλέμμα, απλώνεται το χέρι μηχανικά και μ’ έναν τρόπο που περισσότερο ιεροτελεστία θυμίζει, ξεκινάει το άνοιγμα πρώτα, το φυλλομέτρημα έπειτα, η παρατήρηση των εικόνων και το διάβασμα.
Πότε πότε τα δύο τελευταία γίνονται σε χρόνο κοινό.
Πήρα να αγοράζω και πάλι τα παλιά μου παραμύθια.
Εχουν μια τεράστια εικόνα στο εσωτερικό τους κι ένα τετράστιχο από κάτω, κι αλήθεια δεν είχα φανταστεί ποτέ πόσο πίσω μπορούσαν τούτες οι λίγες σειρές να με γυρίσουν.

«Το χταπόδι έχει πλοκάμια
που κολλάνε σα βεντούζα,
και ψητό μας το σερβίρουν
όταν πίνουμε τα ούζα.»
Είναι κάποιες στιγμές, που στο παράλογο της δουλειάς μου, αφήνουν μια γαλήνη, έστω περαστική, στιγμιαία, κι αφαιρεί λίγο λίγο το πέπλο το μαύρο από τα μάτια.
Η πρόσκληση ήρθε από την Demon και λέω να παίξω τούτη τη φορά.
1) Να γράψουμε κάτι σε ένα χαρτί
2) Να το σκανάρουμε
3) Να το ποστάρουμε στο blog μας
4) Να βάλουμε το link http://autographcollectors.blogspot.com/ ώστε να ειδοποιήσει το site και να μπει η εγγραφή μας
5)Να προσκαλέσουμε άλλους 5 ή και περισσότερους blogger να συμμετέχουν
Πρόσκληση δεν θα κάνω συγκεκριμένη, όποιος επιθυμείς ας ακολουθήσει.
Το παρακάτω ποίημα γράφθηκε στις 04 Μαρτίου του ’95 και δημοσιεύθηκε στην τότε εφημερίδα του σχολείου.
προσπαθώντας ν’ ανασύρουν πνιγμένα κορμιά
ή χαμένα ναυάγια.
Το δικό μας ναυάγιο το θυμάσαι;
Το ‘λεγαν ψυχή.
Τα μάτια σου φυλλορροούν στ’ αντίκρισμα της παιδούλας
με τα κόκκινα μαλλιά
σου θυμίζουν τη νιότη σου
τη Μαγδαληνή εκείνη που ζωγράφιζε αστέρια
τις νύχτες που τη κρατούσα αγκαλιά
δίχως φεγγάρι
και χρειαζόμασταν λίγο φως.
Ακόμα κοιτάζεις λυπημένη το πέλαγο.
Θεσσαλονίκη 4. III. 1995
Ήταν νέος βλέπεις και τον είχαν μόλις σταυρώσει.
Τυλιγμένες κουβάρι οι σκέψεις, κυλούν ανάμεσα στα πόδια καθώς εκείνα αγγίζουν το πάτωμα.
Δε μιλούν, χτυπούν μονάχα πάνω στο σημείο που χτυπούσαν πριν, ξανά και ξανά.
Μέσα στην καταχνιά της ψυχής, η σιωπή του απλώνει τα χέρια και ξηλώνει τις αφίσες των δρόμων, τις ταπετσαρίες των σπιτιών, τα χρόνια τα παρελθόντα.
Παραπατώ και στα πέτρινα σοκάκια της σιωπής τούτης τα βήματα κρύβονται.
Πως γίνεται να κρατηθείς όταν αδυνατείς να προχωρήσεις να πιάσεις το σκοινί;
Χρόνια τώρα σε κρατώ απ’ το χέρι.
Χρόνια τώρα ανασαίνεις τις λυπημένες ανάσες που εκβάλουν στα στήθη μου.
Γονατίζεις, βυθίζεις τα χέρια σε τούτο το νερό το λυπημένο, νίβεις το πρόσωπο, γεννάς μια χαρούμενη καλημέρα.
Μου φωνάζεις απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο του δωματίου, με προσφωνείς με πόσα υποχωριστικά.
«Μοιάζουμε τόσο πολύ» μου είπες κάποτε.
Μα έχω λυπημένα τα χείλη πια, κι εσύ τόσο πολύ χαμογελάς, κι ας μέσα μου ζεις, κι ας ανασαίνεις τις δικές μου ανάσες…
Τυλίγομαι μέσα στις σκέψεις, μέσα σε νύχτες που κούρνιασαν στις γωνιές των δρόμων.
Τυλίγομαι ένα μικρό κουρασμένο κουρέλι και ξεμακραίνω μικρός και φτωχότερος από τους πονεμένους.
Βράδυ Απρίλη.
Ξεχειμωνιάζω σ’ ένα καφέ περνώντας μια εποχή σε δύο ώρες.
Μολύβι και χαρτί απειλούν την ύπαρξη μου
θα τεμαχίσουν με λέξεις την ψυχή
θα την αποθέσουν σε μαξιλάρι κόκκινο.
Φοβάμαι.
Ξεχειμωνιάζω.
Βουτώ ένα φακελάκι μαύρο τσάι στις λίμνες του δρόμου.
Στην υγειά μου, στην υγειά σου, στην …
…στην αδιαφορία του χρόνου μας.
Πες μου τι θυμάσαι
από τα μεγάλα ταξίδια στους ωκεανούς της ψυχής;
Πες μου τι χρώμα είχε ο ουρανός στις λίμνες
που χάσαμε τα ίχνη της επιστροφής;
Μην πεις χρυσό…
Με χρυσό σφραγίζουν τις ζωές σαν πεθάνουν.
Ξεχειμωνιάζω.
Κρατώ ένα ποτήρι βροχή για τις νύχτες.
Κάποτε νιώθω να με καίνε.
Πρέπει να σβήνω με κάτι τον πόνο στις πληγές.
Ταξιδεύω.
Πρέπει να βρω την πηγή των ονείρων.
Θυμάσαι πόση σιωπή κρύβει αυτό;
Έχω γράψει το όνομα μου στον καθρέφτη
με τις συχνές επαναλήψεις ίσως δεν πάψω να θυμάμαι.
Τι μου έχω άραγε συγχωρέσει;
Τίποτε δεν μου έχω συγχωρέσει.
Πετούν γύρω μου επαναληπτικά μικροί κύκνοι.
Το λευκό τους τρομάζει το μαύρο μου.
Κάτω απ’ τη λάσπη του δρόμου τα βήματά μου.
Θα χαθώ.
Εξάλλου χάνομαι επαναληπτικά κάθε που βρέχει.
Έχει βρέξει πολύ.
Θα έχω στις τσέπες τα χέρια.
Αδιάφορα.
Αμήχανα.
Παιδιάστικα.
Βιάστηκα πολύ με τις βροχές
έτρεξα μέσα τους και γλίστρησα
τώρα πονάω.
Βιάστηκα και με τα όνειρα
τα εξήγησα όλα
έτσι δεν έχω τίποτε να περιμένω από αυτά.
Με τις υποσχέσεις…
Με τους αποχαιρετισμούς…
Ξεχειμωνιάζω λοιπόν.
Με όλα εκείνα που έλεγα δεν θυμάμαι να επιστρέφουν.
Με όλα εκείνα που έλεγα θα σιωπήσουν ακόμα να ηχούν.
Ξεχειμωνιάζω κι όλα εδώ.
Παραβάτες ενός χρόνου που ολοένα λιγοστεύει.
Θυμάμαι μόνο τα απόνερα των πλοίων
καθώς δένουν στα λιμάνια.
Είναι που θυμώνουν για τα καλά τα νερά
και θέλουν να πνίξουν τα πάντα μέσα τους…
από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Αίθουσα Αναμονής - Εισιτήρια