Άρχισαν να νυχτώνουν οι δρόμοι γύρω απ’ το σπίτι
κι ήταν ακόμα δώδεκα το μεσημέρι
το ακουστικό του τηλεφώνου ήταν κατεβασμένο
κανείς δεν μπορούσε να μας μιλήσει
επ’ έξω ακούγονταν το χτύπημα ενός μπαστουνιού
όποιος κι αν ήταν ξεμάκρυνε πια
στο μέσα δωμάτιο
η πόρτα ήταν μισάνοιχτη
μέσα στην ησυχία του παράδοξου
ακούσαμε ένα κλάμα παιδικό
ήταν οι λέξεις μας
τα μάτια μας
τα χέρια μας
που έκλαιγαν
προδομένα απ’ το ανέκφραστο
μιας ολόκληρης εποχής.