Μας τουφεκίζουν
από τις άκρες των λέξεων
λιπόσαρκες μορφές
στέκουν πάνω απ’ τις πληγές μας
χαιρέκακοι κλητήρες
κλείνουν σε φύλλα παλιού χαρτιού
τη ζωή, τις ιστορίες
τους μικρούς μας μεγάλους αγώνες
μ’ έναν αριθμό μας προσφωνούν
λίγο μετά παύει η ακοή
μόνο η αίσθηση της βροχής μένει
του ανέμου μέσα στα μάτια
παρασέρνει τις εικόνες
σταματά μονάχα
πάνω στης σιωπής μας τον πέτρινο τοίχο.
Τρέμει η μνήμη
ισορροπεί στο τεντωμένο σκοινί
απ’ την ψυχή μας στην πραγματικότητα.
Ότι φυλάξαμε ως παιδιά
μας κρατάει ακόμη δυνατούς
ότι πλάι μας κοιμήθηκε
νοιώθοντας το φόβο
που παίρναμε μαζί
στα παιδικά σκεπάσματα.
Στέκουμε αγέρωχοι
στις πληγωμένες μας επάλξεις
μας διαπερνά του πόνου μας η ηχώ.
Κάθε που ξημερώνει
γεμάτα ήλιο τα μάτια μας
γεμάτη πληγές η ψυχή μας.