Χρωμάτισα τα σημάδια για να περάσεις.
Πήρες την ανηφόρα έχοντας φασκιωμένες τις μέρες τις επόμενες πάνω στο στήθος σου.
Χαμογελούσες.
Μα ήταν μακρινό ακόμα το χαμόγελο.
Μετρούσες ένα ένα τα βήματα θαρρείς τ’ άφηνες δανεικά πάνω στον δρόμο κι έπρεπε κάποια στιγμή να σου τα επιστρέψει.
Είναι αλήθεια λοιπόν που λένε πως δε μάθαμε να πιστεύουμε στα όμορφα.
Κλείσε τα μάτια είπα κάποτε κι εσύ τ’ άφησες ανοιχτά και φυσούσε, κι όσο φυσούσε έκλειναν εκείνα και τ’ άνοιγες πάλι.
Για τούτο δε χάρηκες πότε το ταξίδι.
Καβάλα σε μια μηχανή ήμασταν κ’ ήθελες να μιλάς εσύ.
Ψυχή μου, οι μηχανές είναι για ν’ ανεβαίνεις και να φεύγεις, να σε παίρνουν μακριά.
Πήρες την ανηφόρα έχοντας φασκιωμένες τις μέρες τις επόμενες πάνω στο στήθος σου.
Χαμογελούσες.
Μα ήταν μακρινό ακόμα το χαμόγελο.
Μετρούσες ένα ένα τα βήματα θαρρείς τ’ άφηνες δανεικά πάνω στον δρόμο κι έπρεπε κάποια στιγμή να σου τα επιστρέψει.
Είναι αλήθεια λοιπόν που λένε πως δε μάθαμε να πιστεύουμε στα όμορφα.
Κλείσε τα μάτια είπα κάποτε κι εσύ τ’ άφησες ανοιχτά και φυσούσε, κι όσο φυσούσε έκλειναν εκείνα και τ’ άνοιγες πάλι.
Για τούτο δε χάρηκες πότε το ταξίδι.
Καβάλα σε μια μηχανή ήμασταν κ’ ήθελες να μιλάς εσύ.
Ψυχή μου, οι μηχανές είναι για ν’ ανεβαίνεις και να φεύγεις, να σε παίρνουν μακριά.

















