Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Πότε όστρια, πότε σιρόκος

Στον άνεμο αφήνω λόγια που χορεύουν

 

πότε όστρια, πότε σιρόκος

ζαλίζουν τα σημεία στίξης και τ’ αφήνουν

στα πόδια προτάσεων παλιών

που ξέμαθαν πια να περπατάνε

 

στα υγρά του φθινοπώρου μάτια μου

να πάρουν μουσική οι λέξεις

από εκείνον τον ήχο τον παράξενο

του βιολιού μέσα απ’ το κύμα

 

πριν βρουν στην αγκαλιά σου απάγκιο.

 

 


από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

Ολημερίς χτένιζα τα μαλλιά σου

Κίτρινα τα χέρια μου από τον πηλό.

 

Ολημερίς χτένιζα τα μαλλιά σου γυναίκα

με τα δάχτυλα τα πληγιασμένα

και μου ‘γινες στο τέλος της

μιαν άψυχη μορφή

πάνω σε βάθρο πέτρινο

γυμνή

να σε ορέγονται μάτια αδιάκριτα

κι εγώ

να λυσσομανώ στην ψυχή μου

για τον έρωτα

που δε πρόλαβα να σου κάνω απόψε

κάτω απ’ το φεγγάρι…

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

Είναι Σάββατο

Είναι Σάββατο, έχει από ώρα χαράξει.

Ξημερώνει Φθινόπωρο τελευταία.

Σε μια παράτολμη τελευταία προσπάθεια το ημερολόγιο

δείχνει ακόμη καλοκαίρι.


Άδειο και σιωπηλό το κρεβάτι.

Στρωμένο ακόμα με τις τσακίσεις στα σεντόνια του

και τις μαξιλαροθήκες.

Κοιτάζω τ’ αστέρια κάθε που νυχτώνει

κι αφήνω το παράθυρο στην ανάκληση.

Τα λόγια της βροχής αφήνουν

ένα γλυκό νανούρισμα στην ψυχή μου.


Δεν κοιμούμαι.

Μια προσευχή κάνω.

Δικά μου τα λόγια, τα πρόσωπα, οι υποσχέσεις.

Ο Θεός όλων μας.


Νύχτες όπως τούτη που πέρασε με φθείρουν.

Σκορπίζουν στάχτη στις άκρες της ψυχής μου

κι αυτήν

στις τέσσερις άκρες του κόσμου.


Τρέμω ακόμα.


Αν ήταν να φυλάξω κάτι απ’ όλο αυτό

θα ήταν η προσευχή.




από το e-book¨Ιωάννης Τσιουράκης, Δρόμοι Παλιοί

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009

Τυχαία…

Ναι, είναι παράξενη η εποχή, κουρασμένη.

Στέκουν μέσα στον καθρέφτη μας οι ζητιάνοι.

Έχουν τα μάτια και τα χέρια μας, νυχτώνουμε το ίδιο, με τις ίδιες πυτζάμες κοιμόμαστε, με τα ίδια παραμύθια.

 

«Ήταν, λέει, κάποτε ένας βασιλιάς…», και πέρασαν από την ζωή μας βασιλιάδες πολλοί.

Αποδείχτηκαν όλοι τους ιπποκόμοι.

 

Κάποιο άλλο μιλούσε για ένα σύγνεφο μικρό που έφερνε βροχή απ’ όπου περνούσε, δε θυμούμαι ακριβώς την ιστορία, για την ακρίβεια δε θυμούμαι καθόλου την ιστορία μου έρχεται απλά η εικόνα κάθε που βρέχει και με σαρώνει το άγγιγμα της.

 

Είναι παράξενη η εποχή.

Έχω κρυμμένες σημειώσεις στις σελίδες των βιβλίων.

Μην τις ψάξεις τούτη τη στιγμή, είναι πιο όμορφο να βρίσκεις κάποια πράγματα τυχαία.

 

Τώρα που είπα τυχαία.

Βρήκα στο μπαούλο που έφερα από τον πόλεμο ένα αδιάβροχο.

Παλιό, υφασμάτινο.

Μπορεί να ‘ναι και του πενήντα.

Θυμούμαι πως το φόρεσα κάποια φορά και βγήκα έξω.

Τριώδιο, στο κλείσιμο του και η ψυχή μου το ίδιο ρούχο ακόμα φοράει.

Εκείνο το παλιό αδιάβροχο.

 

Σεπτέμβρης είναι κι εκείνο υφασμάτινο όπως είπα, και πόση βροχή να αντέξει…

Mr Tambourine Man

Μισό Φθινόπωρο, μισό Καλοκαίρι τούτος ο Σεπτέμβρης.

Σ’ ένα λεωφορείο επί της Εγνατίας με ξεσκίζει με κάθε του σταγόνα στο αναποφάσιστο παράθυρό που άλλοτε τις συγκρατεί κι άλλοτε τις ξορκίζει.

Λαθρεπιβάτης της ψυχής μου τούτο το βράδυ ο θείος Dylan, με την αμερικάνικη προφορά του, μια φυσαρμόνικα και μια κιθάρα γι’ αποσκευές.

Μιλάει βαθιά στα ακουστικά μου όργανα και νιώθω το σύγνεφο στα μάτια να μην παίρνει μακριά την βροχή του.

 

Τετάρτη βράδυ κι η ψυχή μου κάπου αλλού από εκεί που τα βήματα αφήνω φθάνει.

Τετάρτη βράδυ είναι και περπατώ στις σκιές.

 

Έι, Mr. Tambourine Man, πες μου ποιο τραγούδι θα παίξεις απόψε για εμένα;

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

Έχω χαθεί στα κύματα των μαλλιών σου

Χαράματα είναι κι έχω χαθεί στα κύματα των μαλλιών σου.

Τούτη η θάλασσα η πρωινή μ’ έχει τυλίξει.

Έξω απ’ αυτή πέφτει μια βροχή παγωμένη, μέσα της, δύο χέρια ζεστά μ’ αγκαλιάζουν.

Αφήνομαι, κι έχω μάτια κλειστά.

Αφήνομαι, κι όλα τριγύρω μοιάζουν με παραμύθι θαλασσινό.

 

 

 

Βυθίζομαι ολοένα στα βαθιά νερά.

Μια γοργόνα μ’ ένα κλεφτοφάναρο πλησιάζει και με παίρνει από το χέρι.

Πια δεν είναι σκοτάδι τριγύρω.

 

Μπαίνουμε στην αυλή κάποιου μεγάλου σπιτιού.

Πρέπει να είναι το δικό της.

Το τραπέζι είναι στρωμένο.

- Κάθισε μου λέει.

Από ευγένεια της ζητώ πρώτη εκείνη να καθίσει.

- Σε περίμενα, συνέχισε την κουβέντα της, κι όλα ετούτα για εσένα από καιρό τα ετοίμαζα.

Της έβαλα ένα μετάξινο μαντίλι στον λαιμό.

Άπλωσα τους λίγους αστερίες που μάζεψα όσο στεκόμουν μόνος στο δωμάτιο.

Εκείνοι, σαν την είδαν με μιας χαμογέλασαν.

Φώτισε το δωμάτιο.

Χαμογέλασε εκείνη, φώτισε η ψυχή της.

Η δική μου ακολούθησε το φως που είχε απέναντι της.

Δε θέλησα να μιλήσω.

Με το μελάνι μιας σουπιάς έγραψα κάτι πάνω στον βράχο.

 

«Τη θάλασσα την πιο μεγάλη την βλέπω μέσα στα μάτια σου»

 

Άφησε το βλέμμα το παραξενεμένο στα μάτια μου.

- Όταν έχουμε το βλέμμα ενός ανθρώπου ιδιαίτερου απέναντι στο δικό μας άλλο δε μένει να κάνουμε από το να ταξιδέψουμε εντός του.

Κι εμένα μου αρέσουν τα ταξίδια τα θαλασσινά.

Για τούτο είναι θάλασσες στην ψυχή μου τα μάτια σου.

 

Χαμογέλασε ξανά.

Ντράπηκαν τ’ αστέρια τα θαλασσινά για το ελάχιστό τους φως που χάθηκε στη λάμψη που φανέρωσαν τα χείλη της.

 

Ένα στρείδι μεγάλο άνοιξε την αγκαλιά του κι εμείς, αγκαλιασμένοι χωθήκαμε εκεί μέσα…

 

 


Βυθίζομαι ολοένα μέσα σου.

Κι έξω πιθανό πάλι να βρέξει.

 

Ας ήταν τουλάχιστον στην βροχή να άφηνα δύο λέξεις γραμμένες σε λευκό πανί και να ‘ξερα πως το καράβι θα βγάλει στην αγκαλιά σου….

 

 


από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

Γυναίκα πανσέληνη IIΙ

Γυναίκα της φωτιάς

που λίκνισες τούτο το κορμί το αληθινό

στα ξύλινα στηρίγματα της νύχτας

και φώτισε η πλάση

 

γυναίκα της φωτιάς

που άπλωσες τα χέρια

πόθους να συδαυλίσεις πυρωμένους στα στήθη

και ράγισες στα δύο την πέτρα που πατώ.

 

Γυναίκα

που λίμνασες πάνω στα χείλη το φιλί

κι έπειτα το ταξίδεψες στο σώμα

νύχτα και μέρα κάνοντας ένα

μπερδεύοντας τη λογική με το παράλογο

πάνω στα σεντόνια της ψυχής μου.

 

 


από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009

Γυναίκα πανσέληνη II

Kοιτάζω τα φεγγάρια στα μάτια σου

γυναίκα καλοκαιρινή

πως σμίγουν το πριν με το μετά

το σήμερα με το αύριο πως κάνουν ένα

 

κοιτάζω τα λιμάνια

όχι που πίσω τους άφησαν τα χρόνια

μα εκείνα που θα ταξιδέψουν

τα χέρια και τα μάτια που θ’ αγγίξουν

τους καβοδέτες τους αρμυρισμένους

 

γυναίκα θαλασσινή

που χάραξες με διαβήτη την πορεία

κι ανοίγεται το καράβι στα πελάγη.

 

 


από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

Γυναίκα πανσέληνη

Αγκαλιάζω τα δειλινά

που κρύβουν εντός τους το βάδισμα σου

 

γυναίκα πανσέληνη

κάποιου φεγγαριού ψιθύρισμα στις καλαμιές τις λίμνης

το χαμόγελο σου

 

γυναίκα των νερών που τραγουδούν

και των βημάτων που σπαρταρούν ανάμεσα στα κύματα

πριν τρέξουν να μπερδευτούν σε μια αγκαλιά

 

αγκαλιάζω τα μάτια τα γιορτινά

αγκαλιάζω τη σιωπή και τη φωνή τους

 

γυναίκα πανσέληνη

το χρώμα που τύλιξες το τελευταίο του ήλιου

κι έφτιαξες ρούχο βραδινό να το φορέσεις

σ’ ένα περίπατο καλοκαιριού

στην αγκαλιά μου.

 

 


από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009

Αφού κι απόψε μ’ αγαπάς

Αγάπησε με απόψε, δίχως υπόσχεση καμία στα χείλη, δίχως λέξεις, δίχως επιθυμίες, μ’ εκείνο μονάχα το χάδι των μικρών παιδιών όταν ξυπνούν χαρούμενα την ώρα που μοιράζει χρώματα ο Θεός στη μέρα και τρέχουν στο κρεβάτι να κουρνιάσουν πλάι ή ανάμεσα μας…

 

Αγάπησε με απόψε, με την φρεσκάδα του ανέμου στα ψηλά βουνά, με την γλυκάδα της βροχής της απαλής στο πρόσωπο, στις μέρες του καλοκαιριού…

 

Αγάπησε με απόψε, κι ένα καράβι θα σου πλέξω με κογχύλια του βυθού να σε ξανοίξω στα πελάγη…

 

Αφού κι απόψε μ’ αγαπάς, με τούτο το φεγγάρι, το σχεδόν πανσέληνο θα σου φωτίσω μονοπάτια μικρά, παραδομένα στην αγάπη του δάσους να περάσεις και στων πηγών το δροσερό νερό του στήθους σου να γαληνέψεις την φωτιά.

 

Κι εκεί, έτσι αναπάντεχα θαρρείς, πάνω σε τούτο το κορμί το αληθινό, τα μάτια μου θα ιδρώνουν καθώς τα δάχτυλα σμιλεύοντας το θα χορεύουν, πότε σε λάβα πότε σε βροχή.


Αφού κι απόψε μ’ αγαπάς, θα μετοικίσω στα άκρα το πιο ερεθισμένα, που ταξιδεύουν τις αισθήσεις στο όνειρο κάθε φορά…




από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου