Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Σβήσε το φώς... (απόσπασμα)

ήρθαν οι άνεμοι του καλοκαιριού

και κρύφθηκαν στις πιο βαθιές σπηλιές

 

έλα, αγάπη μου

αγκαλιασμένοι το τραγούδι τους να μεταλάβουμε

κι όσα στα χείλη μας φοβήθηκαν πριν βγουν

και κλείστηκαν στην μοναξιά τους

λέξη τη λέξη θ’ αφεθούν

και θα χορέψουν τούτο τον χορό

έχοντας τα πόδια βουτηγμένα στην άμμο την ζεστή

και στο νερό της θάλασσας το απαλό

 

κι ο χρόνος όλος φτιαγμένος για τούτο τον χορό

για τούτη την νυχτερινή εξομολόγηση

για το φιλί π’ αποζητούν τα χείλη

που γύρεψε η ψυχή να ξεδιψάσει

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

Τα γράμματα της Υβόννης (απόσπασμα)

Ήρθες πλάι μου δυο βράδια μετά.

Τυλίχθηκα στις φούχτες των χεριών σου, γυρεύοντας να βρουν ανάσα τα δάκρυα μου, κι ανάσαναν βαθιά, ανάσα δανεική από τα δικά σου στήθη, δροσερή, να προστατεύει τα πέλματα σε δρόμους πυρωμένους.

Ζήτησα να μου πεις πως γράφεται το ελπίζω πάνω στ’ αστέρια, τι χρώμα αποκτά ο ουρανός στα μάτια εκείνου που ελπίζει, τι χρώμα όταν η κούραση έχει γεράσει και ραγίσει τα βήματά σου…

Ένιωσα ναό τη μορφή σου, με κινήσεις αργές άναψα πέντε κεριά.

Στάθηκα με τις γυναίκες.

Μου έλαχε ένα ξύλινο παλιό στασίδι μα δε μ’ ένοιαξε το τρίξιμο του.

Έπεσα στα γόνατα να προσκυνήσω, κι αν είναι για κάτι που το έκανα πιο πολύ, ήταν για το λίγωμα του αγέρα στο προσκεφάλι σου.

Ακόμα και τούτο κατάφερνες, να φθάνει ο άνεμος λιγωμένος από τα δικά σου στα δικά μου στήθη.

Κι έφθανε αφήνοντας κάθε αγωνία να χαθεί, κάθε δισταγμό.

Πήρες να μετράς με το δάχτυλο τ’ αστέρια.

Μου έδειξες που αρχίζουν και που τελειώνουν οι αστερισμοί, που αρχίζουν και που τελειώνουν οι ευχές.

Οι ευχές μας.

Ένιωσα μία να θέλει να δραπετεύσει από τα χείλη μου, «να τυλίγομαι στου στήθους σου τις λίμνες να ζεσταίνομαι, τα δάκρυα σου με τα στήθη μου ν’ απορροφήσω άλλο να μην πονάς», άκουσες την ψυχή μου να φωνάζει μέσα απ’ τα χείλη που ταξίδευαν στη σιωπή.

Χαμογέλασες.

Μ’ έκρυψες πιο βαθιά στην αγκαλιά σου, τα χείλη μου βαθύτερα.

Αφεθήκαμε σ’ ένα ταξίδι σωμάτων και ψυχών δίχως να γνωρίζουμε ποιος ο οδηγός και ποιος ο οδηγούμενος, μήτε και που μας ένοιαζε.

Μείναμε να λιμνάζουμε ο ένας στον αγιασμένο ιδρώτα του άλλου ώσπου καθρέφτισε πάνω του το πρόσωπο του ο ήλιος.

Μήτε που φάνηκε το πέρασμα της νύχτας στο παίξιμο των ματιών.

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Σημείωμα δεύτερο

Είναι τούτη η εποχή που με αλλάζει
όλα ανθίζουν εντός μου, όλα ομορφαίνουν
κι οι εξομολογήσεις καθημερινές
κι οι στιχουργίες καθημερινές
και τα ονείρατα, και τα ταξίδια...
 
κι όλα τους είσαι εσύ…

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Σημείωμα πρώτο

Ανοίγω με χαρά τα μάτια, σε λίγο θα σε ξυπνήσω κι έτσι θα αποκτήσει μορφή η μέρα μου, και χρώμα, και άρωμα, όπως όλες οι προηγούμενες μέρες και νύχτες ντύθηκαν κάθε τι δικό σου.

Θα σταθώ λίγο μέσα στο βλέμμα σου, χαμογελάει, και η ψυχή μου γίνεται η γλυκιά του παρέα σε τούτο το χαμόγελο.

Θέλω να σου πω πόσο σ’ αγαπώ.

Αφήνω τα γράμματα με τα χείλη μου στο γυμνό σου σώμα.

Κι είναι τα γράμματα σπόροι μικροί που βλασταίνουν κι ανθίζουν καθώς σ’ αγγίζουν.

Ανθίζω κι εγώ, ανθίζει η ψυχή μου, η καρδιά, τα όνειρά μου…

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

Το πηγάδι

Άκουσα την ηχώ μου στο πηγάδι

έφερε πίσω το «σ’ αγαπώ»

μόνο που είχε ντυθεί το άρωμα σου

κ’ είχε το τσιμπιδάκι των μαλλιών

που έχασες προχθές

στο απογευματινό μας το παιγνίδι

πλάι στο πηγάδι

όπως έβγαζα νερό με τον κουβά

κι έριχνα μικρές γουλιές

στο κλείσιμο των μοιρών σου

άνοιγαν σιγά σιγά

κι έτσι ντροπαλά

και γέμιζε χρώματα ο ουρανός.



Λογοτεχνικό περιοδικό "Απόπλους", τεύχος 48, Σάμος, Άνοιξη Καλοκαίρι 2010



 

από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Τα Γράμματα Της Υβόννης

Ιωάννης Τσιουράκης

 
Τα Γράμματα Της Υβόννης

(νουβέλα)

 
ISBN: 978-960-694-075-0

 
Εκδόσεις: Δρόμων

(Τηλ. & Fax: 210-26. 17. 648)

Επιμέλεια έκδοσης: Ζώης Μπενάρδος

 

 


Κείμενο οπισθόφυλλου

 

Μ’ ένα πλοίο, μ’ ένα τρένο οι αποσκευές να ταξιδεύουν μα στους ηλεκτρονικούς πίνακες αναχωρήσεων στις άκρες των ματιών, πάντοτε ίδιος να μένει ο προορισμός.

 

Τι μπορούν άραγε κι εκείνα να κρύψουν;

Τι ν’ αποφύγουν;

Από πού να κρατηθούν;

 

Στην ούγια της ψυχής έχει γράψει με γράμματα μεγάλα τ’ όνομά του ο πόνος, τ’ όνομά σου, κι από το ξέφτισμα της μόνο εκείνη απομένει άθικτη.

Η ούγια με τ’ όνομά σου.

 

Κι ο ήλιος να βρίσκει στα σκοτεινά το βλέμμα μου να το διαβάζει, να το τρυπάει, να το διαπερνά, ώσπου εκεί να φθάνει που ξημερώνει η αλλιώτικη μέρα...

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Με το σκοτεινό το χρώμα του καπνού στα χείλη

…κι εμείς
με την πληγή ως το κόκκαλο να αιμορραγεί
και με το σκοτεινό το χρώμα του καπνού στα χείλη
διψούμε για λίγο ουρανό
λίγη βροχή
να ξεπλυθεί το μαύρο από τα μάτια
από τα χείλη
από τα δάχτυλα
που πρέπει τον κόσμο τον νέο ν’ αγκαλιάσουν…

Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

Θέλω για επαναστάσεις να γράψω

Θέλω για επαναστάσεις να γράψω

μα τα γράμματα σχηματίζουν μονάχα

τη λέξη "σαγαπώ"...

 

 


από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Σάββατο 17 Απριλίου 2010

Πατρικό σπίτι

Φέρνω στη μνήμη

τα παιδικά σου γέλια

και τα παιγνίδια του καλοκαιριού

που μου εμπιστεύθηκες πλάι στο κύμα.

Το πέτρινο πατρικό σου σπίτι

το κοριτσίστικο δωμάτιο

το κουζινάκι της αυλής

τον γκρίζο μεγάλο γάτο

τις μπούκλες τις φουντωτές σου.

 

Καπνίζει πάντα το τζάκι του σπιτιού

όλο χαμόγελα και φωτεινές αγκαλιές

στέκουμαι στην είσοδο της αυλής πριν μπω.

 

Προσεύχομαι.

 

Είναι το σπίτι που μεγάλωσες…

 


από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Δωσ' μου μια ελπίδα...

Δώσε μου μόνο ένα βλέμμα παιδικό

από εκείνα που ήλιο κρύβουν κι ελπίδα

και σ’ ένα χέρι απαλό ένα λουλούδι κόκκινο βάλε

ή έναν ώριμο καρπό απ’ τη γη

κι από της θάλασσας τα πλάτη

ένα κύμα αλλιώτικο…