Σάββατο 17 Απριλίου 2010

Πατρικό σπίτι

Φέρνω στη μνήμη

τα παιδικά σου γέλια

και τα παιγνίδια του καλοκαιριού

που μου εμπιστεύθηκες πλάι στο κύμα.

Το πέτρινο πατρικό σου σπίτι

το κοριτσίστικο δωμάτιο

το κουζινάκι της αυλής

τον γκρίζο μεγάλο γάτο

τις μπούκλες τις φουντωτές σου.

 

Καπνίζει πάντα το τζάκι του σπιτιού

όλο χαμόγελα και φωτεινές αγκαλιές

στέκουμαι στην είσοδο της αυλής πριν μπω.

 

Προσεύχομαι.

 

Είναι το σπίτι που μεγάλωσες…

 


από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Δωσ' μου μια ελπίδα...

Δώσε μου μόνο ένα βλέμμα παιδικό

από εκείνα που ήλιο κρύβουν κι ελπίδα

και σ’ ένα χέρι απαλό ένα λουλούδι κόκκινο βάλε

ή έναν ώριμο καρπό απ’ τη γη

κι από της θάλασσας τα πλάτη

ένα κύμα αλλιώτικο…

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Το τραγούδι των παιδιών

Έφερε ο άνεμος μια σου εικόνα εδώ

γέμισε χαρά ο τόπος

σα το τραγούδι των παιδιών

όταν χαρίζουνε τη μέρα στο παιγνίδι.


 

Λογοτεχνικό περιοδικό "Απόπλους", τεύχος 48, Σάμος, Άνοιξη Καλοκαίρι 2010



 

από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Απομεσήμερα μάτια

Κι αυτά τα μάτια σου τ’ απομεσήμερα

πως με κοιτάζουν τόσο φωτισμένα

όταν θλιμμένος από τραβιέμαι στην γωνιά

κι αφήνουνε ελεύθερα να μ’ αγκαλιάσουν

χιλιάδες χρώματα και μουσικές

και νανουρίζομαι παιδί μικρό στην αγκαλιά σου.

 

 


από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Βλέπω την αγάπη σου που ανθίζει

Βλέπω την αγάπη σου που ανθίζει

στην πέτρα επάνω και στη θάλασσα

και στου βουνού τη ρίζα την υγρή

από του ποταμού του χορευτή το γύρισμα

σπίτι ζεστό να υψώνεις

για τη ζωή που ονειρευθήκαμε.

 

Κι εγώ, ένας μικρούλης ήλιος

τόπι στα πόδια των παιδιών

απ’ την αυγή ως το σούρουπο

γέλια να βγάζω στην αυλή

και να φυτεύω φως και άνθη λουλουδιών

στα μακριά σου τα μαλλιά.

 

 


από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Αγαπώ τους μήνες που περνούν

τις υποσχέσεις του Φθινοπώρου

που δεν έφθειρε ο άνεμος

τα παιγνίδια τα παιδικά

τα πεσμένα στο χώμα φύλλα

τα πέδιλα του καλοκαιριού

τα ξεχασμένα στη ντουλάπα

τις σημειώσεις που κιτρίνισε ο ήλιος

τα πινέλα που αφήσαμε στο νέφτι

από το βάψιμο του κάγκελου στο μπαλκόνι

τις φωτογραφίες με τα χαμόγελα

που τόσο πλατιά απλώθηκαν

κι αφέθηκαν να ταξιδέψουν στη μνήμη

τα βότσαλα του βυθού

στο μαρμάρινο πάσο της κουζίνας

 

τα μάτια σου αγαπώ

που συδαυλίζουν τις φωτιές στα στήθη μου

κι ακούγονται τριγύρω τους τραγούδια καλοκαιρινά

και μελωδίες αστεριών

που δε χαθήκανε στο πρώτο φως της μέρας

κι όταν ξαπλώνω

έρχονται και με σκεπάζουν

με το λαμπερό τους γέμισμα

στου φεγγαριού το σώμα

που αφήνει το φιλιά σου στο κορμί μου

 



από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

Aνθάκια μυγδαλιάς

Έτσι όπως παίρνει τα δάκρυα ο άνεμος καμιά φορά

από τα μάτια στο χώμα

έτσι τ’ ανθάκια τα μικρά της μυγδαλιάς

αφήνει στα μαλλιά σου

στολίδια μικρά με το πρώτο της μέρας χρώμα.


 

Λογοτεχνικό περιοδικό "Απόπλους", τεύχος 48, Σάμος, Άνοιξη Καλοκαίρι 2010



 

από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010

Παλιά γραφή

Σε μια παλιά γραφή, οι λέξεις

«δε θα ‘ρθει», λέγανε στους περαστικούς

και να που τώρα

φανερώνεσαι πριν το φως του ήλιου

και ξημερώνεις την ψυχή μου.



Λογοτεχνικό περιοδικό "Απόπλους", τεύχος 48, Σάμος, Άνοιξη Καλοκαίρι 2010




από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

Ρώγα σταφυλιού

Στέκει ολόρθη η ρώγα

σταφυλιού θαρρείς

για να την τραγανίσω

σε μια στιγμή αιωνιότητας…

 



από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Υποσχέσεις του Φθινοπώρου

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Απο τα Λουτρά των Ψιθύρων ως την αδερφή του Μεγαλέξανδρου...

Ο ποταμός Έβρος άγγιξε τα όρια κινδύνου, από βραδύς ανατίναξαν τα αναχώματα η κατάσταση όμως παρέμεινε κρίσιμη, έτσι η απόφαση της επιστροφής υπήρξε ομόφωνη.
Ξεκινήσαμε με το πρώτο φως, μαζέψαμε συμπράγκαλα, αποχαιρετίσαμε αδέλφια, παππούδες και θείους, κι αφήσαμε τις ρόδες του αυτοκινήτου να μετρήσουν τα χιλιόμετρα της επιστροφής.
Ο κάμπος μέχρι και την πόλη της Αλεξανδρούπολης γίνηκε ένα με τον ποταμό, μια λιμνοθάλασσα που σε τρομάζει σα βλέπεις να μπαίνει στα σπίτια που εκκενώθηκαν βάζοντας δύο ρούχα σε μια βαλίτσα, πέντε βιβλία και μια προσευχή στην τσέπη την μέσα τους πανωφοριού, ν’ ακουμπάει με τον χτύπο της καρδιάς, πιο ψηλά να φθάνει, μήπως κι αγγίξει τον Θεό...
Μετρώντας, πότε τις σταγόνες της βροχής και πότε τους αμανέδες του ραδιοφώνου βγήκαμε στην Κομοτηνή.

Στέκει ταπεινή, κάτου από τη χιονισμένη οροσειρά της Ροδόπης τούτη την εποχή, προσμένοντας το απογευματινό χτύπημα της καμπάνας να σμίξει με τη φωνή του Μουεζίνη, μετρώντας τα βήματα των ταξιδευτών από την Αγία Πέτρα κι από μεγάλο λιμάνι της Συμβουλεύουσας, καθώς τη βγάζει από τον μεσημεριανό της ύπνο το «αλτ τι ‘συ» των στρατιωτών…
Στέκουμαι στο κάστρο κι ακούω τον θρήνο της Ελένης για το γιό που έχασε από τον ήχο του σπαθιού του Γαζή και της Sabriye που αποχαιρέτησε από τον ίδιο ήχο τον δικό της γιό.
Δάκρυα που σμίγουν ποτίζοντας τις εκτάσεις με τον καπνό και το βαμβάκι που γέρνουν από τον άνεμο και λικνίζονται από το τραγούδι του Λίσσου ποταμού.

Έζησα δύο χρόνια εδώ.
Έμαθα να σιγοτραγουδώ μα πιο πολύ ν’ ακούω εκείνο τον ρυθμό τον αργό, τον μεθυστικό της Ανατολής, εκείνης της Ανατολής που δεν έμαθα να μισώ καθώς αγνάντευα, παιδί ακόμα μικρό, το χωριό μας στον απέναντι κάμπο.
Πέρασαν οκτώ χρόνια από τότε, κι όλα είναι εδώ, ζωντανά.
Το χρώμα, το άρωμα, η γεύση, οι άνθρωποι…

Ένα μωσαϊκό αναμνήσεων σε συντρόφευσε στο ταξίδι μου τούτο από την αδερφή του Μεγαλέξανδρου ως τα «Λουτρά των Ψιθύρων» και πίσω…