Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2007

Άλλαξαν τα χρόνια μας

στην Βαλάνη

 

Άλλαξαν τα χρόνια μας.

Ένα μικρό κουβάρι κρατώ στα χέρια να πλέξω μάλλινα ρούχα για τα παιδιά. 

Ξυπνώ, και με φωνάζουν μάνα. 

Δεν ένιωσα ομορφότερα ποτέ.

Πέρασα από ‘να κατάστημα προχθές, αγόρασα δύο μικρά ζευγάρια παπούτσια. 

Αχ! Να τα ‘βλεπες, η μισή μου παλάμη ήταν.

Τ’ ακούμπησα στο προσκέφαλό τους. 

Πήραν μια χαρά σαν τα είδαν. 

Τέτοιες χαρές με κάνουν ευτυχισμένη. 

Ξυπνάω τα πρωινά κι έχω την έγνοια τους. 

Στο δωμάτιο τρέχω, είναι πράγματι αληθινά όλα τούτα που νιώθω.

Οι μικροί μου άγγελοι κοιμούνται ακόμα, πάει καιρός που έπαψαν να ξυπνούν στο μεσονύχτι αναζητώντας την άκρη του στήθους μου να ξεδιψάσουν την ανάγκη τους.

Χαμογελούν.

Κλέβω λίγη από τούτη την ομορφιά.

Η ψυχή τους, ψυχή μου, μοιάζει πραγματικά με των αγγέλων. 

Παίρνουν το χρώμα των αστεριών τα μάτια τους.
Καμιά φορά, όταν κάνει η απελπισία να μ’ αγκαλιάσει,
θυμούμαι τα μάτια αυτά.

Κρατιέμαι δυνατά από ένα τους δάκρυ και συνεχίζω.

 



απο το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Ήχος Πλάγιος. Μόνος... δεύτερη γραφή

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2007

Το παζάρι

Με πίστη πόση αγοράζω τη ζωή από τις λαϊκές
από πάγκους άδειους, σκουριασμένους.
 
Τι κι αν ταξίδεψα στου κόσμου την άκρη
πάντοτε ίδιο θα είναι το παζάρι.



απο το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Ήχος Πλάγιος. Μόνος... δεύτερη γραφή

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2007

Αμπάρι μνήμης

Μ’ έκλεισε σ’ ένα αμπάρι η μνήμη
πιάνω απ’ τα χέρια τις εικόνες και τα χρόνια μου
μοιάζουν μ’ εκείνα τα παιδιά
που παίζουνε πόλεμο φτιάχνοντας όπλα από ξύλο.

Τα χέρια μου
άρχισαν να σκαλίζουν στην σκόνη των επίπλων
ονόματα πλοίων και προορισμών
το όνομά σου σε παραλλαγές διάφορες.

Που ξεμείναμε δεν κατάλαβα
και τώρα μας γυρεύω σ’ αναμνήσεις…



Το παραπάνω είναι εμπνευσμένο από το ποίημα της κ. Κατερίνας Καριζώνη
«Tα μοχθηρά βαπόρια» όπου και αναρτήθηκε ως σχόλιο.

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2007

Αντί επετείου…

Κάποτε το Ρωμιάκι* είπε «Ο Δράκος είναι εκεί και θα ‘ναι κι αύριο και μεθαύριο. Ξερογλείφεται τον βλέπετε; Είδε πως σκότωσαν την παρέα του Καραγκιόζη και περιμένει να τους φάει…»

Είπα και παλαιότερα, οι μαχαλάδες βρίσκονται ακόμα σε πόλεμο.

Τις νύχτες, πολυβολούν τα σπίτια μας μυστικοί στρατιώτες.
Ένα χέρι ξεριζώνει εικόνες χαρούμενες απ’ τα στήθη μας.
Τις βλέπουμε κρεμασμένες πρωτοσέλιδα εφημερίδων στα περίπτερα.
Μας κοιτάζουν ύποπτα οι περαστικοί, κοιτάζουμε κι εμείς με την σειρά μας.
Κάνεις ν’ αγγίξεις και τράβιουνται τα χέρια, σφίγγουν τα μάτια.
«Μην πονέσω πάλι…»

Τα σκυλιά θα ξεσκίζουν πάντα την ζωή μας όσο λυμένα θα τ’ αφήνουμε.

Όταν κλείνω τα μάτια, είναι για να ονειρεύομαι.
Είναι που δεν μπορώ ζήσω δίχως όνειρα…




*Ρόλος που ενσάρκωσε η αλησμόνητη Τζένη Καρέζη στην θεατρική παράσταση του Ιάκωβου Καμπανέλη «Το μεγάλο μας Τσίρκο»

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2007

Πόσοι ξεχύθηκαν μ’ ένα ταμπούρλο στα χέρια

Βγαίνουν λειψές στο μέτρημα οι μέρες
κι εσύ ζητάς εκείνο το τραγούδι που έλεγε
για το τράμ το τελευταίο…

Πες μου λοιπόν
πόσοι ξεχύθηκαν μ’ ένα ταμπούρλο στα χέρια
να το χτυπούν στις γειτονιές;

Φοβούνται σήμερα τα παιδιά μην τα μαλώσεις.
Να κλαίνε δεν τους αρέσει, λένε
εγώ λέω, τα δάκρυα δεν αντέχουν να βλέπουν….

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2007

Η λασπουριά της ψυχής

Όλα τριγύρω είχαν ποτίσει από την απογευματινή βροχή.
Βράδιαζε ολοένα, ο χωμάτινος δρόμος είχε πια γίνει βούρκος από τα βήματα των περαστικών.
Κοίταξε τα παπούτσια του, είχαν βαρύνει από την λάσπη.
Προχώρησε, αδιάφορος πια για το αγκάλιασμα της βροχής που πήρε πάλι ν’ αρχίζει.

Είδε ένα καφενείο στην γωνία, στάθηκε λίγο απ’ έξω όσο να καθαρίσει τα παπούτσια στο συρμάτινο πατάκι από την λάσπη.
Άνοιξε και μπήκε.
Δύο μεσοκαιρίτικες φιγούρες σκυθρωπές απ’ την χωμάτινη ζωή τους, έριχναν κάστανα στην πλάκα του βαρελιού που έγινε σόμπα για τις ανάγκες του χειμώνα.
Είχε πάρει ο χώρος άρωμα απ’ την ψημένη σάρκα του καρπού.
Στους τοίχους φωτογραφίες σε άσπρο μαύρο, μια λύρα πολίτικη σε μια γωνιά, παραδίπλα ένα σάζι.
Κάθισε κάτου από ένα πρόσωπο γερασμένο.
Το κοίταξε στα μάτια.

«Ο πατέρας» ακούσθηκε μια φωνή αργή πλάι στο στραμμένο του πρόσωπο.
«Στην Ανδριανούπολη» συνέχισε η φωνή «ήμασταν αλλιώς, ήμασταν καλά εκεί, τώρα στα προσφυγικά, τι να σας λέω, τα βλέπετε…»

«Τι θα πάρετε;»

Τον ξένισε ο πληθυντικός, κοίταξε τα ρούχα του, το καπέλο επάνω στο τραπέζι, έπειτα τις φιγούρες πλάι στη σόμπα· τον καφετζή.
Μόνο τα λασπωμένα του παπούτσια ταίριαζαν με τον χώρο, μα κάτω από την λάσπη μήτε κι εκείνα.

«Έναν σκέτο, βαρύ» είπε, κι έδινε την εντύπωση πως σίγουρα τούτο ήταν το γιατρικό για όσα στην ψυχή του κουβαλούσε.

Έκλεισε τα μάτια καθώς ακουμπούσε το κεφάλι μέσα στις παλάμες.
Μια τέτοια γειτονιά η γειτονιά των παιδικών του χρόνων, αλάνες που γίνονταν λίμνες με τις πρώτες βροχές, σπίτια χαμηλά, απαλό φως μιας λάμπας θυέλλης πάνω απ’ τ’ ανοιχτό βιβλίο, πολυτέλεια τώρα, φώτα ηλεκτρικά, φασαρία μεγαλούπολης, πιάστηκε καλά βλέπεις με την δουλειά· όχι τόσο τίμια όσο φαίνοταν.
Και σιωπή!
Ναι, σιωπή!
Πίσω από τις πανάκριβες κουρτίνες, απ’ τ’ ασημένια μαχαιροπίρουνα, τα σκεύη νέας τεχνολογίας, σιωπή, κάτω από τα χαλιά εισαγωγής, απ’ το βελούδινο σαλόνι, απ’ τα ζεστά μετάξινα σκεπάσματα.
«Πόση σιωπή άραγε να υπάρχει στον κόσμο» αναρωτήθηκε.
Άνοιξε τον χαρτοφύλακα, τράβηξε ένα κομμάτι χαρτί, μια πένα και σημείωσε:


“Τριγύρω ομίχλη πέφτει κι όλα χάνουνται στο ανομολόγητο πέρασμα της σιωπής.
Κάποια ραγισματιά στο τζάμι του χρόνου αρκεί να δραπετεύσει ένα τοσοδούλη δευτερόλεπτο.
Είναι εκείνο που θα φέρει την ευτυχία.
Είναι πάντα εκείνο που επιστρέφοντας στην ροή του χρόνου, και πριν για πάντα χαθεί, στα μάτια θα σε κοιτάξει και θα σου πει πως ευτύχησες.”


Τελειώνοντας την άσκηση ευτυχίας έψαξε στην ψυχή του να βρει εκείνο το δευτερόλεπτο.
Δωμάτιο δίχως έπιπλα, δίχως ένοικους πια η ψυχή του, μόνο καθρέφτες μεγάλους στους τοίχους.
Ένα κενό που καθώς καθρεφτίζονταν από τοίχο σε τοίχο μεγάλωνε ώσπου έγινε απέραντο, θαρρείς αιώνιο.
Κι έτσι όπως έπεφταν τα δάκρυα, η ηχώ τους μάτωνε την όποια είχε απομείνει μνήμη.

«Κάτι πρέπει να κάνουμε με τούτη την λάσπη» έφτασε στην δίνη του η φωνή του καφετζή και τον τράβηξε έξω από αυτήν.

Ήταν βρεγμένα πια τα μάτια, πιο βρεγμένα κι από τον δρόμο που είχε πια ερημώσει.
Κοίταξε τώρα εκείνον στα μάτια.

«Μόνο με την λασπουριά της ψυχής δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε» είπε, άφησε απαλά ένα εικοσαράκι πάνω στο ξύλινο τραπέζι, πήρε το καπέλο, φόρεσε την καμπαρντίνα, προσπέρασε τις φιγούρες που τώρα τον κοίταζαν παραξενευμένες και κατηφόρισε στην βροχή.

Δεν υπήρχε πια δρόμος, ένα σκοτεινό ποτάμι μονάχα που τον παράσερνε μακριά.

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2007

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2007

Να σου μιλήσω για τα όνειρα

Με πήρε ο χρόνος στην αγκαλιά του.
Τα παλιά λημέρια ακόμα μας περιμένουν.
Φύλαξαν εκείνο το άγριο στην ομορφιά τους.
Φύλαξαν το απλό πρόσωπο των παλιών επαρχιών και σαν ταξιδεύουμε κατά ‘κει μας ταξιδεύουν κι εκείνα.
Θυμάσαι τα παιγνίδια που σκαρώναμε στην πίσω αυλή του σχολείου;
Κατέβαινε ο αγροφύλακας να μας διώξει που ανάβαμε φωτιές σε ντενέκες για τα κουνούπια.
Θυμάσαι;
Κι έπειτα ιστορίες για φαντάσματα, συζήτηση για τα αθλητικά, για τον αγώνα του σαββατοκύριακου με το διπλανό χωριό.

Σ’ έκλεισα σ’ ένα μικρό τετραδιάκι, ίσως και να ‘ταν το βοταναλόγιο που έφτιαχνες μέχρι τα δεκατέσσερα σου χρόνια.
Λέω ίσως γιατί κάθε που το ανοίγω ανεβαίνει στα ρουθούνια μου το άρωμα μιας ρίγανης άγριας.

Μα εσύ στάθηκες στ’ αντάμωμα δυο δρόμων να κρατάς από το χέρι ένα φανάρι από χρόνια σβησμένο.
Ντύθηκες το φόρεμα σου το μαύρο και βγήκες στη δημοσιά.
Δεν περνούν λεωφορεία, κ’ οι όποιοι περαστικοί σπάνια σταματούν πια.

Να σου μιλήσω για τα όνειρα.
Καθώς κλείνεις τα μάτια είναι η μόνη που υπάρχει αλήθεια, της ψυχής σου.
Καθώς κάνεις να την πιστέψεις, όταν εκείνη πολύ απέχει απ’ την άλλη αλήθεια, τότε πάει, χάθηκες.

Μέσα στα βοτανολόγια κρύβεται η ζωή σου.
Ρίζες μικρές και δυνατές που, πάνε, ξεριζώθηκαν πια.
Φύλλα και κλαράκια φυτών που στον κόσμο ήρθαν να τον ομορφύνουν.
Σκίτσα σπάνιων φυτών που για να τα δεις πρέπει τον κόσμο ολάκερο να γυρίσεις.

Διάλεξε πιο φανάρι επιθυμείς.
Εκείνο που έφεγγε κάποτε στο σκοτάδι ή εκείνο που απλά, σε λίγο, πράσινο θ’ ανάψει για να περάσεις;

Θυμήσου μονάχα πως υπάρχουν και οι ουρανοί….

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007

Ήχος Πλάγιος. Μόνος...

Σιγάνεψαν τα κύματα
βρήκαμε στην εξώπορτα τον βυθό της θάλασσας.
 
Κογχύλια, άμμο, συντρίμμια
σεντούκια σφαλισμένα πλοίων πειρατικών.
Κι άλλοτε
από ένα παλιό ταξίδι ξεπροβάλει μια μνήμη
ενθύμιο

που καιρό ξεχάσθηκε στα πλαϊνά μιας βαλίτσας
φέρνοντας ένα δάκρυ στα μάτια
μια υποψία απόδρασης
 
κι ένας ήχος απαλός, όχι τρυφερός, νοσταλγικός
ήχος πλάγιος
ποτίζει την αίσθηση στην ψυχή
πως πάντοτε, μένεις μόνος…




απο το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Ήχος Πλάγιος. Μόνος... δεύτερη γραφή

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2007

Την ώρα που γεννιόμουνα

Γεννήθηκα κοιτάζοντας τον ουρανό.
Με μάτια καστανά άπλωσα στους δρόμους του χρώματα.
Για τούτο αγάπησα τα χρώματα του Φθινοπώρου.
Οκτώβρης του ’76 ήταν, στις 15 του, στην πόλη Κούρσελ του Βελγίου.
Δε ρώτησα αν έβρεχε, όμως λατρεύω τις βροχερές ημέρες από πάντα.

Έμαθα να πλάθω εικόνες, έμαθα ακόμα να κλέβω σταγόνες της βροχής, ν’ αραιώνω τα χρώματα στην παλέτα, όμως δεν έμαθα ποτέ να ζωγραφίζω.
Προσπαθώ να τις γράφω.
Έστειλα κάποιες από αυτές στο Εξώπολις.
Οι πρώτες άρεσαν, οι δεύτερες όχι.
Μετά στον Απόπλους, «Σαμιακών γραμμάτων και τεχνών περιήγηση».
Σταθερή συνεργασία.

Ερωτεύθηκα το θέατρο.
Ο έρωτας μου μ’ ανέβασε στην σκηνή, η αγάπη μου με κατέβασε.
Έμεινα στα πίσω από τα φώτα.
Σκάρωσα λίγα τραγούδια για τον ΘΟΣ (Θεατρική Ομάδα Σάμου).
Τώρα γράφω στον Ήχο Πλάγιο.

Δεν ξέρω τι θα μείνει απ’ όλο αυτό.
Δεν ξέρω τι πρέπει να υπάρχει απ’ όλο αυτό.

Έμαθα ακόμα στα μάτια να κοιτάζω τους ανθρώπους, να κάνω βουτιά στα εντός τους κρυμμένα λόγια.
Μου έμαθαν να μιλώ, και κάποιες που δεν κατάφερα φορές να μιλήσω, έμαθα τον τρόπο να κλαίω.
Έκλαψα.
Έμαθα να ονειρεύομαι.
Τα πιο μεγάλα όνειρα, τα κάνεις όταν νιώθεις πως όλα έχουν δυσκολέψει πολύ.
Έκανα όνειρα μεγάλα.

Δεν έμαθα να οδηγώ και να καπνίζω μήτε και να προσέχω έμαθα.
Μάτωσα πόσες φορές γόνατα και χέρια απ’ τα πεσίματα μα εξακολουθώ ν’ ανεβαίνω σε δέντρα, σε βουνά και σε σύγνεφα.
Σ’ εκείνα τα τελευταία, πρέπει γερά να κρατιέσαι, γιατί καμιά φορά ξεμακραίνουν απότομα και πέφτεις, όπως κι απ’ τα όνειρα.