Δευτέρα 31 Μαρτίου 2008

Ακόμα και ο ήχος της μηχανής έχει πάψει

Έγειρα πάλι στο πλάι.
Σε κοιτάζω.
Στέκεις στην άκρη ενός φύλλου, δροσοσταλίδα, τρέμεις.
Μια μπρός το βάρος σε γέρνει μια πίσω.

Θυμάσαι τις Κυριακές που παίρναμε την βάρκα και βγαίναμε στ’ ανοιχτά;
«Θέλω να μοιάσω στον άνεμο» έλεγες, «θέλω να παίρνω μαζί μου τα πράγματα καθώς περνώ, να έχω τ’ αρώματα του δειλινού, το ήχο του συρσίματος του ήλιου στο ηλιοβασίλεμα».
Σάρωσες τη ζωή μας, σάρωσες και τη δική σου ζωή.
Έγινες άνεμος, έγινες πόνος στα στήθη π’ ακόμα ανασαίνουν.

Παίρνεις στα χέρια σου τη σιωπή, πλάθεις έναν όμορφο εφιάλτη, κάνεις τα μάτια να κλείσεις, αλλάζει.
Φορά ένα ρούχο ξεθωριασμένο, στο χρώμα των ματιών σου βουτάει κι ανασαίνει.
Εκείνος.
Μονάχα εκείνος.

Θυμάσαι που παίρναμε κι εκείνο το μηχανάκι, ζουντάπ θαρρώ ήτανε.
Ξεχυνόμασταν στην εθνική, Διδυμότειχο – Ορεστιάδα, μια διαδρομή επαναλαμβανόμενη όσο και οι ανάσες μας.
Έπαιρνε πίσω τα μαλλιά σου ο αέρας, χόρευαν εκείνα θαρρείς συνεπαρμένα απ’ τ’ άγγιγμα του.
Χάθηκε ο αέρας κι εσύ μαζί του.
Ένα ταξίδι μελετημένο από χρόνια…

Σε κρατούσα από το χέρι.
Μου έλεγες «θα γίνω ήλιος ν’ ανατέλλω κάθε πρωί», ξεχνούσες όμως πως έπρεπε πρώτα να δύσεις.
Θύμωνες κάθε που σου το θύμιζα.

Γέρνω πάλι στο πλάι.
Ακόμα και ο ήχος της μηχανής έχει πάψει.
Ο αέρας φέρνει ένα άρωμα ξένο.
Ηλιοβασιλέματα κι ανατολές μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους…

Κυριακή 30 Μαρτίου 2008

Νύχτες δίχως επιστροφή

Για να μπορώ να σου γράφω, κρέμασα τη νύχτα στο στήθος.
Έτσι, αναδύομαι σε σκοτεινά πρωινά.

Κάθε φορά που κοιτάζω ψηλά, βλέπω τις σκοτεινές νύχτες να πετούν σχίζοντας κομμάτια τον ουρανό.
Βρέχει ουρανό τότε.

Μια γυναίκα μονάχα ντυμένη στα μαύρα, κατεβαίνει στη θάλασσα, μιλώντας με τα κύματα φέρνει πάλι κοντά τα πλοία τα νεκρικά, ανασταίνει τις περασμένες μέρες.

Στο τραπέζι τα χαρτιά θα μοιρασθούν ίσα, στον δεύτερο γύρο η γυναίκα με τα μαύρα θα κερδίσει.
Στα χέρια των ημερών θα βάλει ένα κέρμα.

Τόσα χρειάζονται οι νύχτες για ένα εισιτήριο δίχως επιστροφή.

Τρίτη 25 Μαρτίου 2008

Προσμένουν τα μάτια σου...

Θυμάσαι να μου πείς το χρώμα που έχουν τα κύματα όταν παίρνεις ένα πλοίο που σε βγάζει μακριά απ’ όσους αγάπησες ή πάλι τι χρώμα έχουν όταν κοντά σε φέρνει σ’ ότι έχεις μισήσει;

Τα μάτια θηλάζουν την ανάγκη της προσμονής, αφήνουν την αίσθηση στοργικού αγγίγματος καθώς κοιτάζουν, περιμένοντας εκείνον που θα έρθει, όχι για κάποιο όνειρο ή κάτι πιο μακρινό.

Τα μάτια σου μιλούν με τα νερά των βουνών , κ’ ίσως να κλαίνε καθώς κάποτε μιλώ ή γράφω.
Μιλούν με σχήματα, πλάθουν σύγνεφα και τ’ αφήνουν ψηλά για το μεγάλο τους ταξίδι.

Κάποτε κοιτάζω εκείνο το χέρι πως τρέμει στο τράβιγμα του σκεπάσματος του βραδινού, σ’ έναν ύπνο κουρασμένο από χρόνια, βιαστικό κι έρημο.

Προσμένουν τα μάτια σου, αγγιλώνουν τη στιγμή του πετάγματος πάνω από μια θάλασσα που πια δε θυμάται το πέρασμα των πλοίων.

Κάποτε θα δείς γεμάτο το παντελόνι της μνήμης από το πρόσωπο που γνώρησες κι αγάπησες, κι αγκάλιασες στα τόσα βροχερά απόβραδα του Φθινοπώρου σε μια βόλτα, θριματίζοντας τα κίτρινα λυπημένα φύλλα του λιμανιού.
Θα χαθείς στο ταξίδι του βλέμματος του, στο σάλπισμα της ψυχής που θα νιώθει πια την πορεία της.

Τα πιο μεγάλα ταξίδια είναι εκείνα που ποτέ δε ονειρευθηκε καμία ψυχή…

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008

Kλείνω το στόμα

Με μάτια λυγισμένα σε κοιτάζω
οι σκέψεις μου τρέμουν απ’ την ανημποριά
κλέινεις τα μάτια κι αφήνεις ένα δάκρυ
στο μέτωπο με χτυπάει
ξανά και ξανά

κλείνω το στόμα
δε θ’ ακούσεις ποτέ ξανά από μένα τη λέξη πονάω
δε θα μ’ ακούσεις
βρήκα τον τρόπο να λιγοστεύω τις νύχτες
όχι τον χρόνο συσκότισης τ’ ουρανού
εγώ να λιγοστεύω
να γίνομαι ένα μικρό έντομο στον θολό ουρανό
στον ουρανό εκείνο που αναπνέεις.

Κάποια φορά
καθώς ψηλά θα πετώ
θα χαράξω το όνομα σου μέσα στα σύγνεφα
κι έτσι καθώς θα πέφτει ξανά το σκοτάδι
θα γεμίσεις με θολή και παγωμένη νύχτα.

Σάββατο 15 Μαρτίου 2008

Ελάτε μ' ένα ποίημα

Η διαδικασία είναι, πια, γνωστή:

* Εμβόλιμα στο μουσικό πρόγραμμα του μαγαζιού, θα ακούγονται από τα ηχεία ποιήματα, διαβασμένα είτε από τους ίδιους τους ποιητές, είτε από άλλους ποιητές ή ηθοποιούς, είτε από απλούς αναγνώστες.

* Αν κάποιος από τους θαμώνες θελήσει να διαβάσει ένα ποίημα δικό του ή της αρεσκείας του, μπορεί να το κάνει σε οποιαδήποτε στιγμή της νύχτας.

* Ένα ή περισσότερα δρώμενα-εκπλήξεις.

Έτσι ξεκίνησε το "ελάτε μ' ένα ποίημα" το 2007. Μια ανοιχτή πρόσκληση σε όσους καταγράφουν στο χαρτί λέξεις που τις νιώθουν ως ποίηση. Χωρίς αποκλεισμούς και αξιολογήσεις. Ο στόχος ήταν να ακουστούν φωνές και να γλιστρήσουν συναισθήματα ανάμεσα σε μουσικές και φίλους. Πέρσι πήγαμε καλά. Και φέτος θέλουμε να πάει καλά η προσπάθεια. Επειδή γίνεται με αγάπη για την ποίηση και με σεβασμό σε όσους γράφουν.

Οι blogερς που σηκώνουν το βάρος της εκδήλωσης ή έστω που την υποστηρίζουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, βρίσκονται στα δυτικά αυτής της πόλης, θέλουν όμως να μεγαλώσει η παρέα τους.

Ο κατάλογος είναι ανοικτός:

emoura: http://emoura.blogspot.com/
ήχος πλάγιος μόνος: http://hxosplagiosmonos.blogspot.com/
michalakis: http://michalakis.blogspot.com/
ο δείμος του πολίτη: http://chldimos.blogspot.com/
το τσαλίμι: http://tsalimi.blogspot.com/

Η παρούσα δημοσίευση είναι αναδημοσίευση απο το blog: το τσαλίμι: http://tsalimi.blogspot.com/

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

Νανούρισμα για έναν Άγγελο

Αητέ μου γύρε στο κλαδί
φτερά να ξεκουράσεις
και σαν φεγγίσει η ανατολή
τους ουρανούς ν’ αδράξεις.

Αητέ μου φέρνω στο σταμνί
νερό να σε δροσίσω
πηγής που φέρνει τη χαρά
χαρά να σε ποτίσω.

Κλείσε τα μάτια κι άφησε
σύγνεφο να σε πάρει
της πρώτης άνοιξης κλωνιά
να βάλεις στο κεφάλι.

Κλείσε τα μάτια κι άκουσε
πως κελαηδούν τ’ αηδόνια
άνοιξη μπαίνει κ’ η ψυχή
χορεύει μες στ’ αλώνια.

Άκουσ’ αητέ μου στους αγρούς
πως τραγουδούν τη ζήση
κ’ οι πιθυμιές πως κάνουνε
τη νύχτα να ροδίσει.

Και σαν ξυπνήσεις αητέ
στης χαραυγής τα χέρια
θάλασσες , κάμποι κι ουρανοί
θα σ’ οδηγούν στ’ αστέρια.

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2008

Πολυβολείς τις ζωές μου

Πολυβολείς τις στοές μου.

Θέατρα νεκρά προσμένουν τους πρωταγωνιστές τους για την επόμενη παράσταση.
Ακούγεται μόνο το σύρσιμο των φύλλων στο πάτωμα.
Η σκουριά που τραγανίζει τα μέταλλα.

Πολυβολείς τις σιωπές μου.

Κάτω στην προκυμαία λιμνάζουν οι επαίτες, απλώνουν την κουρελού τους και παίρνουν θέση.
Κανείς δεν θα τους καταλάβει κι απόψε.
Κανείς δε θα διώξει την σκόνη απ’ τον καθρέφτη πριν να κοιτάξει το μέσα του είδωλο.

Πολυβολείς τις ζωές μου.

Τα τραγούδια που έλεγα έχασαν τα λόγια τους, γίνηκαν βράχια, κόβω τα χέρια μου σαν κάνω να τ’ αγγίξω.
Σε κοιτάζω στα μάτια.
Στα μάτια σε κοιτάζω κι εσύ ανταποκρίνεσαι.
Τελικά οι δολοφόνοι έχουν μιαν αγριότητα απάθειας που μ’ οδηγεί στα άκρα.
Δεν θα σε χτυπήσω.

Πάνω στο τραπέζι υπάρχει ένα κατοστάρικο ξεχασμένο.
Κάτω σπ’ τη σκόνη η ζωή.

Πολυβολείς τις στοές μου.
Δραπέτες κρύβονται στις γωνιές τους ψάχνοντας μιαν έξοδο.
Δε βρίσκουν καμία.
Ανασαίνουν βαριά κι αφήνουν σημάδια από αίμα στους χωμάτινους δρόμους.
Ίσως η σωτηρία τους είναι πως άλλο χώμα θα σκεπάσει το αίμα.

Πολυβολείς τις σιωπές μου.
Τρέμουν, φως κεριού στο απαλό αεράκι τα χέρια μου.
Αδυνατούν να γράψουν λέξεις που δεν μπορώ να πω.
Δακρύζω.
Ολοένα δακρύζω.

Πολυβολείς τις ζωές μου.
Πίσω δέκα μέτρα και μου ρίχνεις.
Μετράω τις ριπές σου.
Σύμβολο θα είναι κάποτε αντίστασης.
Μα τώρα πονώ.
Αιμορραγώ.
Κι αν το θέλεις ποτέ δεν υπήρξαν ήρωας κι ας πολέμησα.
Μετάλλια δύο έχω στο στήθος απ’ τους δικούς μου πολέμους.

Κι όσο πολυβολείς, τριαντάφυλλα φουντώνουν στον κήπο μου
παρέα μοναδική σ’ εκείνους που φύγαν δίχως να ελπίζουν σε μιαν επιστροφή…
Δημοσιευμένο στο Δέλεαρ, Νοέμβριος 2008

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008

Ελάτε μ’ ένα ποίημα, δεύτερη φορά

Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί αναδημοσίευση της ομότιτλης ανάρτησης από το blog το τσαλίμι.
Παρακαλώ για τις όποιες προτάσεις έχετε κάνετε κλίκ στον σύνδεσμο.



Πέρασε ακριβώς ένας χρόνος από τότε που διατυπώθηκε η ιδέα, να στηθεί μια blog-o-πρωτοβουλία για τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης.

Η πρωτοβουλία απέδωσε και έγινε μια όμορφη εκδήλωση.

Και από αυτούς που παραβρέθηκαν και από πολλούς που το πληροφορήθηκαν εκφράστηκε η επιθυμία να επαναληφθεί η εκδήλωση πριν τον επόμενο εορτασμό, δηλαδή πριν τις 21 Μαρτίου 2008. Καλό θα ήταν, αλλά δεν έγινε.

Κοιτώντας τα στατιστικά αυτού του ταπεινού blog βλέπω με έκπληξη πως οι επισκέψεις στις δύο αναρτήσεις που υπενθυμίζω είναι πολλές και απλώνονται σε όλους τους μήνες από τότε. Αγαπάει ο κόσμος την ποίηση. Κι ο κόσμος των blogs την αγαπάει μ’ έναν πιο ιδιαίτερο τρόπο.

Όταν έφευγα από το μπαράκι που φιλοξένησε εκείνη την εκδήλωση, ήδη σκεφτόμουνα την επόμενη φορά. Τώρα που φτάνει ο καιρός νιώθω αμήχανα.

Τα ερωτήματα που καρφίτσωσα στη μήτρα της πρώτης αφίσας, θέλω να τα μοιραστώ μαζί σας. Εγώ λέω να κάνουμε και φέτος κάτι. Δεν θέλω όμως να το αποφασίσω μόνος μου. Έχω κάποιες ιδέες και στην αρχή σκεφτόμουνα να τις καταθέσω εδώ σαν πιθανά σενάρια. Προτιμώ τελικά να το αφήσω πιο ελεύθερο. Ιδέες για τη μορφή της εκδήλωσης, για το χώρο φιλοξενίας της, για την προβολή της, για την αφίσα και το bannerάκι της, για τους διοργανωτές και για ό,τι άλλο σκεφτείτε, αφήστε τις με ένα σχόλιο για ν’ αρχίσει η κουβέντα.

Καλό θα είναι να αποφασίσουμε σε λιγότερο από ένα δεκαήμερο, ώστε να μας μείνει χρόνος για να την προετοιμάσουμε σωστά.

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2008

Βυθός δίχως τέλος

Τόσα χρόνια χαμένα
σ’ έναν χειμώνα που λησμονήθηκε το πέρασμα του.

Κυκλάμινο θυμωμένο εσύ.
 
- Όχι, φώναξες.
 
Κι ο άνεμος των φύλλων σου
γίνηκε θάλασσα
κι ο κόσμος
χάθηκε σ’ ένα βυθό
δίχως τέλος.



από το e-book: Ιωάννης Τσιουράκης, Αίθουσα Αναμονής - Εισιτήρια

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008

Οι γέφυρες της απουσίας

Βρίσκεσαι στην άκρη του δρόμου.
Πέφτει απαλό το χιόνι και σκέπαζει τα ίχνη που αφήσαμε, λίγα λεπτά μόνο πάνω στη γέφυρα και δεν έχει απομείνει τίποτε άλλο παρά μόνο εσύ κι εγώ.
Μαρμαρωμένοι, θαρρείς και κάποιος από χρόνια είχε τοποθετήσει εκεί τα κορμιά μας να θυμίζουν κάτι.

Οι νύχτες τις Λιμβουργίας εξακολουθούν να είναι το ίδιο παγωμένες, τολμώ και το ξεχνώ κάποτε, κι ευθείς αμέσως μια σουβλιά παγωμένη μου σημαδεύει την καρδιά με το άγγιγμα της.
Όπως τώρα.
Σφίγγω τις γροθιές.
Δεν έχεις αλλάξει, ότι μπορώ να διακρίνω κάτω απ’ το βαρύ σου ντύσιμο έχει μείνει ανέπαφο απ’ τον χρόνο.
Δέκα χρόνια έχουν περάσει, έχουν ασπρίσει κάπως τα μαλλιά μου, δεν έχουν αραιώσει, η φωνή μου βάρυνε, καμιά φορά τα χέρια τρέμουν από το βάρος της μνήμης.
Τα μάτια έχουν τα ίχνη της αγρύπνιας στους δρόμους τους.
Κ’ είμαι εδώ, ταξίδι επαγγελματικό δέκα χρόνια μετά σε μια πατρίδα που λησμόνησα το όνομα της.
Που έδεσα τις εικόνες της με τ’ όνομα σου και τις πέταξα σε βαθιά νερά.
Κι εσύ απέναντι μου, λίγο πιο πέρα απ’ το bistro που καθόμασταν τα μεσημέρια.
Άραγε δημιούργημα της φαντασίας μου, για τούτο και τόσο άφθαρτη;

Με κοιτάζεις.
Τι σκέφτεσαι άραγε;
Κάποτε πίστεψα πως γνώριζα μα μια ίδια σουβλιά παγωμένης νύχτας μου έσφαξε τα σωθικά εκείνο το μεσημέρι.
Τι θυμάσαι άραγε από εκείνο και τι μπορώ τόσα χρόνια μετά να ξεχάσω ή έστω να συγχωρέσω;
Θα ήθελα να μην ήσουν εσύ.
Ας ήταν απλά κάποια που να σου μοιάζει.
Θα το ‘θελα αλήθεια;
Μ’ άφησες να ζω στην αμφιβολία κι ούτε που βρήκα τρόπο ν’ απαγκιστρωθώ απ’ αυτήν.
Ποιος είναι ο ένοχος άραγε εκείνος που σπρώχνει ή εκείνος που δεν αντιδρά στο σπρώξιμο;

Τόσες και τόσες νύχτες χωρισμένες στην αναζήτηση και στο χιόνι.
Κάθε που έχανα την πίστη ή την δύναμη έριχνα την ψυχή μου στο χιόνι, να συντηρείται έστω η αίσθηση της απουσίας.
Δεν το ‘πα σε κανέναν ποτέ για τούτο δεν το έμαθες.
Κάθε απόγευμα τις επόμενες εβδομάδες και μέχρι να φύγω ερχόμουν εδώ, έριχνα ένα κόκκινο χρυσάνθεμο κάθε φορά ελπίζοντας πως έτσι θα πνίξω κάποτε τα σ’ αγαπώ.
Κι απόψε για τούτο ήρθα.

Κι αλίμονο, δεν έμαθα ποτέ αν πρέπει κάποιος ν’ αφήνει τα πράγματα από μόνα τους να εξελίσσονται ή αν πρέπει ένα σημάδι ν’ αφήνει σε κάθε του βήμα μήπως κάποτε τον ακολουθήσουν ή για τον δρόμο της επιστροφής κινήσει…